Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μαύρη Χρυσαλλίδα (1990)

Φιλόδοξο, συμπαθητικό αλλά "λίγο"

Τη σειρά Μαύρη Χρυσαλλίδα είχαμε αρχίσει να τη βλέπουμε οικογενειακώς όταν πρωτοπροβλήθηκε στην κρατική τηλεόραση (αρχές δεκαετίας του '90), αλλά ύστερα από μερικά επεισόδια την εγκαταλείψαμε. Τον ακριβή λόγο δεν τον θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αν και η κατασκοπεία ως πυρηνικό συστατικό πλοκής είναι συνήθως αβανταδόρικη, συναρπαστική χάρη στη λογοτεχνική και κινηματογραφική "μυθολογία" που την περιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως δεν στάθηκε ικανή να μας κρατήσει το ενδιαφέρον ως το τέλος.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Holding (2022)

Μικρό χωριό, μεγάλα μυστικά

Σ' ένα ειδυλλιακό ιρλανδικό χωριό όπου (εκ πρώτης όψεως) τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει, απ' τα θεμέλια μιας οικοδομής ξεθάβονται τυχαία δυο ανθρώπινοι σκελετοί - ενός ενήλικα και ενός μωρού. Το οικόπεδο που χτίζεται ήταν κάποτε ιδιοκτησία μιας ξεκληρισμένης πια οικογένειας, της οποίας ο γιος (Felix Brown) είχε πριν χρόνια παρατήσει την αρραβωνιαστικιά του (Siobhán McSweeney) σύξυλη στην εκκλησία την ημέρα του γάμου τους, και από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Στο μεταξύ εκείνη παντρεύτηκε άλλον (Gary Shelford), με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, ενώ φροντίζει τη δύστροπη αλκοολική μητέρα της (Olwen Fouéré) και έχει και η ίδια πρόβλημα με το ποτό. Καθώς αποδεικνύεται ότι ο σκελετός του ενήλικα ανήκει σε θύμα εγκληματικής ενέργειας και συγκεκριμένα στον "λιποτάκτη" γαμπρό, οι υποψίες στρέφονται τόσο εναντίον της εγκαταλελειμμένης νύφης όσο και της παλιάς της αντιζήλου για την καρδιά του δολοφονημένου, μιας εύθραυστης και ιδιόρρυθμης κοπέλας (Charlene McKenna) που μικρή ακόμα, είχε γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα της. Αμάθητος σε τέτοιας εμβέλειας υποθέσεις, ο ντόπιος συμπαθέστατος χωροφύλακας (Conleth Hill) που κατατρύχεται από τους δικούς του δαίμονες, αναγκάζεται - εξαιρετικά απρόθυμα - να συνεργαστεί μ' έναν λιγάκι ξιπασμένο νεαρό αστυνομικό από το Δουβλίνο (Clinton Liberty), του οποίου η υπερβολική τυπολατρία και αυτοπεποίθηση δεν βοηθούν στην εξομάλυνση των σχέσεών του με τον καχύποπτα εχθρικό περίγυρο. Παράλληλα, τα πρωτοφανή γεγονότα δημιουργούν εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ολόκληρο πλέγμα επικίνδυνων μυστικών και απωθημένων... Βασισμένη στο ομότιτλο πρώτο (2016) μυθιστόρημα μυστηρίου του πολυβραβευμένου τηλεοπτικού παρουσιαστή και οικοδεσπότη ψυχαγωγικών εκπομπών Graham Norton, η σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων (σε σκηνοθεσία της Kathy Burke) κατορθώνει να αποδώσει αρκετά πειστικά το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου, εναποθέτοντας το μεγαλύτερο βάρος στις πράγματι εκπληκτικές, γεμάτες φυσικότητα ερμηνείες και εξισορροπώντας το τραγικό στοιχείο με χιούμορ που πηγάζει αβίαστα από τις καταστάσεις και τις αλληλεπιδράσεις των προσώπων. Ο τίτλος, Holding, σημαίνει "οικόπεδο" αλλά και "ομηρία" και αυτό ακριβώς καταδεικνύει: ο κάθε χαρακτήρας είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων μυστικών, παθών, προσωπικών δραμάτων και κληρονομημένων προκαταλήψεων, όπως επίσης και του περιβάλλοντός του, της ασφυκτικής επαρχιώτικης νοοτροπίας που προτιμά να "θάβει" παρά να αντιμετωπίζει στα ίσια ό,τι δεν τη βολεύει ή δεν τη συμφέρει. Αν και όχι ριζοσπαστικά πρωτότυπη, η σειρά βλέπεται με ενδιαφέρον και χάρη στη μικρή της διάρκεια, δεν προλαβαίνει να κουράσει πλατειάζοντας. Κυκλοφορεί σε DVD από την Amazon.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000)

Περί λογοτεχνικών βραβείων & λοιπών (σύγχρονων & διαχρονικών) δαιμονίων

Στην ιδιότυπη κινηματογραφική βιογραφία Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000) του Julien Temple, ο Άγγλος ποιητής Samuel Taylor Coleridge (Linus Roache) μετατρέπεται, άθελά του, στον μεγαλύτερο λογοτεχνικό "αντίζηλο" του γείτονα και πολύ στενού του φίλου William Wordsworth (John Hannah), όταν και οι δυο βρίσκονται υποψήφιοι - μαζί με τον κοινό τους φίλο Robert Southey (Samuel West) - για το Βασιλικό Βραβείο Ποίησης, στη θέση του Sir Walter Scott που το αποποιήθηκε λόγω της αναξιοκρατίας στους πνευματικούς κύκλους της εποχής.

Αποφασισμένος να κερδίσει που να χαλάσει ο κόσμος, ξεχνώντας και φιλίες και όλα, ο Wordsworth βάζει λυτούς και δεμένους ώστε να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Coleridge (τον Southey προφανώς δεν τον λογάριαζε για αξιόλογο ανταγωνιστή) - ο οποίος, ως αγνός και "φευγάτος" οραματιστής αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην τέχνη του, δεν θα μπορούσε να αδιαφορεί περισσότερο για το βραβείο, ούτε υποψιάζεται καν τη δολιότητα του άλλου.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

Χωρίς Ίχνος (Vivre sans Eux, 2018)

Μια σύγχρονη τραγωδία καθημερινών ανθρώπων

Ο μεσήλικας Gabriel Terrazoni (Xavier Boulanger) και ο νεαρός Aurelien Calbert (Nicolas Casar-Umbdenstock), ζευγάρι και ιδιοκτήτες πολυτελούς βίλας, ετοιμάζονται να την πουλήσουν στο φιλόδοξο επιχειρηματία Olivier Mauclair (Gregory Montel) πριν φύγουν για ταξίδι στην Ταϊλάνδη. Με το που εισπράττουν όμως την προκαταβολή και αποχαιρετούν τον αγοραστή, εκείνος ξαναμπαίνει κρυφά στο σπίτι με ένα δίκαννο και τους πυροβολεί και τους δυο. Μήνες αργότερα, η ατίθαση φοιτήτρια Adele (Esther Garrel), κόρη του πρώτου και ο πεισματάρης συνταξιούχος Martin (Bernard Le Coq), πατέρας του δεύτερου, αρχίζουν να τους αναζητούν - ο Martin, που πάσχει από ανίατη ασθένεια, ελπίζοντας να λύσει παλιές διαφορές με το γιο του και η Adele, της οποίας η μητέρα έχει μόλις πεθάνει, επειδή χρειάζεται την υπογραφή του πατέρα της για θέματα κληρονομιάς. Όμως στην έπαυλη των δικών τους βρίσκουν τώρα εγκατεστημένο τον Mauclair με την ψυχρή, αυταρχική σύζυγό του Solene (Lilou Fogli), που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ιδέα για το τι απέγιναν οι πρώην κάτοικοι και επιχειρούν με κάθε τρόπο να απομακρύνουν την Adele και τον Martin, αποφεύγοντας με ύποπτη επιμονή να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους και απειλώντας τους με καταγγελίες για καταπάτηση και παρενόχληση. Αν και εξαρχής ο Martin είναι κατηγορηματικά βέβαιος για την ενοχή των Mauclair, η Adele αποδέχεται πιο πρόθυμα τη δική τους εκδοχή των γεγονότων - ώσπου τυχαία πέφτει πάνω σε στοιχεία που τους "καίνε". Αποφασίζει λοιπόν να συνεργαστεί με τον Martin, προκειμένου να πείσουν την αστυνομία να αντιμετωπίσει την υπόθεση ως εγκληματική ενέργεια, ενώ μεταξύ τους βαθμιαία αναπτύσσεται μια ζεστή σχέση πατέρα-κόρης που αναπληρώνει την απώλεια του καθενός τους. Εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία, η καλογυρισμένη γαλλική ταινία του μέχρι πρότινος μικρομηκά Jacques Maillot (Cold as Summer, Δεσμοί Αίματος) στηρίζεται εξίσου στις πειστικές ερμηνείες και το σφιχτό σκηνοθετικό ρυθμό, δίχως ωστόσο να γλιτώνει από κάποιες "τρύπες" πλοκής ή ένα ξώφαλτσο φλερτ με το μελόδραμα προς το τέλος. Βλέπεται πάντως πολύ άνετα και με ενδιαφέρον, παρ' όλο που ο θεατής γνωρίζει απ' τα πρώτα λεπτά τι έχει συμβεί (δεν θα του ήταν, εξάλλου, δύσκολο να το μαντέψει) και το μυστήριο κυρίως συνίσταται στο να το ανακαλύψουν και οι πρωταγωνιστές: βασική αρχή του κλασικού θεάτρου - η τραγική ειρωνεία - η οποία λειτουργεί εδώ και αξιοποιείται με αρκετή αποτελεσματικότητα.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Το Μυστήριο του κ. Pick (Le Mystère Henri Pick, 2019)

Αναζητώντας το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος"

Συμπαθέστατο όσο και απροσδόκητο γαλλικό ταινιάκι βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του David Foenkinos, το οποίο ξεδιπλώνει έναν περίπλοκο λογοτεχνικό γρίφο με φόντο τα σαλόνια της παριζιάνικης διανόησης και μια μικρή, "χαμένη στο χάρτη" επαρχιακή κωμόπολη της Βρετάνης - όπου, σε μια "Βιβλιοθήκη Απορριφθέντων Χειρογράφων", η υπερφιλόδοξη επιμελήτρια εκδόσεων Daphne Despero (Alice Isaaz) ανακαλύπτει ένα αριστουργηματικό κείμενο που πραγματεύεται τον πρόωρο, βίαιο θάνατο του Ρώσου ποιητή Pushkin, με τον τίτλο Οι Τελευταίες Ώρες μιας Ιστορίας Αγάπης και την υπογραφή του Henri Pick, ιδιοκτήτη της τοπικής πρώην πιτσαρίας (νυν κρεπερί). Έλα όμως που σύμφωνα με τη χήρα του (Josiane Stoleru), ο μακαρίτης κ. Pick (Jean-Claude Tagand) αγνοούσε παντελώς τον Pushkin και δεν... το είχε καθόλου με τη συγγραφή! Το βιβλίο, ωστόσο, κυκλοφορεί τελικά από μεγάλο εκδοτικό οίκο, σημειώνοντας σαρωτική επιτυχία. Ο μόνος που αμφιβάλλει ανοιχτά για την "πατρότητά" του είναι ο κριτικός λογοτεχνίας και παρουσιαστής βιβλιοφιλικής εκπομπής Jean-Michel Rouche (Fabrice Luchini), ο οποίος ξεκινά έναν μαραθώνιο αγώνα προκειμένου να αποδείξει το δίκιο του. Με την απρόθυμη βοήθεια της δασκάλας και βιβλιοφάγου κόρης του Pick, Josephine (Camille Cottin), που παραπαίει μεταξύ της αφοσίωσης στη μνήμη του πατέρα της και το συντριπτικό βάρος των ενδείξεων εναντίον του, εμμονικά πλέον ο Rouche κυνηγά τη λύση του μυστηρίου - το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος" - βλέποντας στην πορεία την επαγγελματική και προσωπική του ζωή να καταστρέφονται. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο νεαρός συγγραφέας Fred Koskas (Bastien Bouillon), που "κατά τύχη" είναι και άντρας της Daphne, δεν αφήνει τον Rouche σε χλωρό κλαρί, απαιτώντας μια "γνώμη ειδικού" για το πρώτο του βιβλίο, το παραλίγο best seller Η Μπανιέρα... Ως τη στιγμή που με τρόπο αιφνιδιαστικά ανεπιτήδευτο θα ξεσκεπαστεί η αλήθεια, ο Foenkinos διά μέσου του σκηνοθέτη και σεναριογράφου (μαζί με τη Vanessa Portal) Remi Bezancon (Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου, Το Μεγάλο Ταξίδι της Zarafa), μας έχει μέσα σε κάτι παραπάνω από μιάμιση ώρα παραπλανήσει σε βαθμό... κακουργήματος, ταυτόχρονα κάνοντας φύλλο και φτερό εκδότες, συγγραφείς, επιμελητές εκδόσεων, τηλεοπτικές εκπομπές "τέχνης και λόγου", κοινό, μέσα ενημέρωσης, λέσχες φιλαναγνωσίας και δανειστικές βιβλιοθήκες, μ' ένα χιούμορ υπόγεια οξύ όσο και ευθύβολο, δίχως στιγμή να γίνεται κακεντρεχής ή να ξεπέφτει στο φαρσικό στοιχείο όπου - από παράδοση, κιόλας - είναι συνήθως επιρρεπείς οι Γάλλοι (όποτε δηλαδή δεν φτάνουν στο άλλο άκρο, την οριακά ακατανόητη φιλοσοφική/υπαρξιακή εμβάθυνση στα θέματά τους). Παρά το εξειδικευμένο της αντικείμενο, η ταινία δεν απευθύνεται μονάχα στους γνώστες του εκδοτικού χώρου, επανειλημμένα όμως θα τους φέρει μπροστά σε (όχι πάντα ευπρόσδεκτα) οικείες τους καταστάσεις. Το μόνο που με "χάλασε" λίγο - ελάχιστα - ήταν η ωμή, απερίφραστη αποκάλυψη στο τέλος: θα προτιμούσα ένα φινάλε πιο "φλου", πιο παιχνιδιάρικο, περισσότερο συμβατό με το καλόκαρδα πειραχτικό πνεύμα του υπόλοιπου φιλμ. Συγκινητική η συμμετοχή του κινηματογραφικού "μνημείου" Hanna Schygulla (Ο Γάμος της Maria Braun, Η Γη της Επαγγελίας) σ' έναν τιμητικό ρόλο έκπληξη.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Hightown (Seasons 1-2, 2020-2021)

Τρικυμία εν κρανίω, κυματάκια εν αιθρία

Είχα αρχίσει από πέρσι να βλέπω το Hightown (παραγωγής του διάσημου Αμερικανού βετεράνου Jerry Bruckheimer, για το δεδηλωμένα εκσυγχρονισμένων αντιλήψεων συνδρομητικό κανάλι Starz), με κάθε καλή πρόθεση μια και επρόκειτο για αστυνομικό thriller, που διαδραματιζόταν σ' ένα παραθαλάσσιο θέρετρο με ξέφρενη νυχτερινή ζωή και άκρως αυξημένη εγκληματικότητα. Κεντρικοί του ήρωες η Jackie Quinones (Monica Raymund), νεαρή αστυνομικός ειδικευμένη στην πάταξη της λαθραλιείας, και ο Ray Abruzzo (James Badge Dale), "ψημένος" εκπεσών συνάδελφός της από τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αν και δεν συνεργάζονται εξαρχής ούτε και συμπαθιούνται ιδιαίτερα, στην πορεία (φυσικά) αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Δομηνικανό αρχιμαφιόζο Frankie Cuevas (Amaury Nolasco) και τα τσιράκια του, που σπέρνουν το θάνατο με νοθευμένες ουσίες στα νεανικά στέκια της περιοχής. Παρά τους τραβηγμένους απ' τα μαλλιά (αντι)ήρωες - η Jackie είναι λεσβία, με παραδοσιακά "αντρική" συμπεριφορά απέναντι στις κατά καιρούς κοπέλες της (αυτό κρατήστε το για αργότερα), αλκοολική και τοξικομανής, ενώ ο Ray έχει αχαλίνωτο εθισμό στο σεξ - η πρώτη σεζόν είχε κάποιο ενδιαφέρον χάρη στην πλοκή της και τους καλογραμμένους σχετικά χαρακτήρες του τυπολάτρη αστυνόμου Alan Saintille (Dohn Norwood), του παχύσαρκου πληρωμένου φονιά Osito (Atkins Estimond) και του ταλαίπωρου μικροαπατεώνα Junior McCarthy (Shane Harper), οι οποίοι ενσαρκώνονται από εξίσου επαρκείς ηθοποιούς. Μια επίμονη αίσθηση που μου γεννήθηκε όσο η ιστορία προχωρούσε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη δεύτερη σεζόν, η οποία βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη: ο ρόλος της Jackie είχε γραφτεί για άντρα. Gay άντρα. Διότι μ' όλη την ελκυστική θηλυκότητα του παρουσιαστικού της, αυτό το πράγμα που έβαλαν τη Raymund (Αστυνομικό Τμήμα Σικάγου, Chicago Fire) να υποδυθεί, δεν είναι γυναίκα που να χτυπιέται κάτω. Μόνο εξωγήινη δεν την έκαναν. Αφήστε δε που τα σενάρια των νέων επεισοδίων μοιάζουν ύποπτα με fan fiction και δη σαχλό, γραμμένο από δεκαπεντάχρονα - όποιος παρακολουθεί τη σειρά έχοντας έστω και αμυδρή ιδέα από fan fiction, θα καταλάβει τι ακριβώς εννοώ. Επίσης το ότι η σεξουαλικότητα της πρωταγωνίστριας, όπως και οι εξαρτήσεις της, γίνεται αβίαστα αποδεκτή από τον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο (πιο πολύ τη στραβοκοιτάνε επειδή είναι Λατίνα) σε μια κατά βάση πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, συνιστά περισσότερο πολιτικά ορθό ευσεβή πόθο παρά απόπειρα αντανάκλασης της οποιασδήποτε πραγματικότητας. Πολύ θα ήθελα απ' την ομάδα των σεναριογράφων να είχε δείξει αληθινή πυγμή αναθέτοντας όντως σε άντρα το ρόλο της Jackie, όπως προφανέστατα ήταν η αρχική πρόθεση. Εκεί να τους δω, αντί να "χαϊδεύουν" εντέχνως τα κλισέ των αντρικών φαντασιώσεων με πιο ανώδυνη (κατά τη γνώμη τους) "τόλμη" soft τσόντας, παρουσιάζοντας κάθε λογής χιλιοαναμασημένο στερεότυπο σαν απαύγασμα ριζοσπαστικής έμπνευσης. Κάπως έτσι έχει καταντήσει κι ένα άλλο, αρκετά υποσχόμενο (θεωρητικά τουλάχιστον) εγχείρημα, το In the Dark (2019), με ηρωίδα μια τυφλή κοπέλα (Perry Mattfeld) που μπλέκει με το οργανωμένο έγκλημα στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει έναν φόνο - το οποίο διανύει την τέταρτη σεζόν του, μα δεν το άντεξα πέρα απ' τα μισά της δεύτερης. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, για να δουν ως πού είναι ικανή να φτάσει η ανοχή των θεατών στη μετά βίας συγκαλυμμένη ηθικολογία, στην κοινοτοπία και τη μετριότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λίαν προσφάτως και κατόπιν εορτής, υπέπεσε στην αντίληψή μου η προγενέστερη (2017) ισλανδική σειρά Stella Blomkvist, την οποία το Hightown έχει - ας το πούμε ευγενικά - ως πηγή έμπνευσης. Επιφυλάσσομαι για συγκρίσεις.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Happily (2021)

Η ατυχής κατάληξη ενός ελπιδοφόρου εγχειρήματος

Η Janet (Kerry Bishe) και ο Tom (Joel McHale) είναι ένα αγαπημένο αστικό ζευγάρι που εξακολουθεί, ύστερα από 14 χρόνια γάμου, να συμπεριφέρεται σαν νεόνυμφο και μονίμως ερωτευμένο, προξενώντας απορία και φθόνο σε φίλους, συναδέλφους και γνωστούς του, οι προσωπικές σχέσεις των οποίων παρουσιάζουν τα συνήθη συμπτώματα κόπωσης. Ένα πρωί, εμφανίζεται στην πόρτα τους ένας μυστηριώδης κύριος (Stephen Root), ο οποίος, ισχυριζόμενος ότι ανήκει σε μια "ανώτερη αρχή", προσφέρεται να τους εμβολιάσει με μια ουσία που θα τους επαναφέρει σε "φυσιολογική" κατάσταση, μειώνοντας την ασυγκράτητη επιθυμία του καθενός τους για τον άλλον και δημιουργώντας μεταξύ τους τις αναμενόμενες συγκρούσεις μιας μακρόχρονης συμβίωσης. Όταν εκείνοι αρνούνται, ο επισκέπτης επιμένει με τρόπο απειλητικά φορτικό, αναγκάζοντας την Janet να τον σκοτώσει σε αυτοάμυνα. Πανικόβλητοι, η ίδια και ο σύζυγός της ξεφορτώνονται το πτώμα θάβοντάς το στο γειτονικό δάσος. Προκειμένου να γλιτώσουν τα μπλεξίματα με το νόμο, επωφελούνται από την πρόσκληση ενός φιλικού τους ζευγαριού (Natalie Morales & Jon Daly) να περάσουν μαζί τους και με άλλους φίλους ένα Σαββατοκύριακο σε νοικιασμένη εξοχική βίλα: μια ευκαιρία που παραείναι "εξυπηρετική" για να μην εγκυμονεί κινδύνους... Ως τα μισά και λίγο παρακάτω, η παρθενική αυτή σκηνοθετική απόπειρα του νεαρού σεναριογράφου BenDavid Grabinski (Οι Σαματατζήδες, Are You Afraid of the Dark?) κρατά το ενδιαφέρον και - γιατί όχι - την περιέργειά μας με απανωτές, κλιμακούμενες υποσχέσεις μιας συναρπαστικής ανατροπής, τις οποίες όμως δεν καταφέρνει να τηρήσει. Από ένα σημείο κι έπειτα, η εξέλιξη της ιστορίας δίνει την εντύπωση ότι ο δημιουργός της κατέβασε μια ιδέα λίγο πολύ ιδιοφυή, την οποία δεν είχε, ωστόσο, την τόλμη ή τη "μαγκιά" να υποστηρίξει με ανάλογο σθένος. Σχεδόν τη βλέπεις να του φεύγει μέσα απ' τα χέρια και να "ξεκουρντίζεται" ανεπανόρθωτα, χάνοντας με ραγδαίους ρυθμούς την όποια κεκτημένη της ταχύτητα ως το μάλλον αμήχανο, απογοητευτικά προβλέψιμο φινάλε. Κι είναι κρίμα. Τόσο για τη σπιρτόζα χημεία και το κέφι των πρωταγωνιστών, όσο και για ορισμένα ευφάνταστα ευρήματα σε επίπεδο κινηματογράφησης, που δυστυχώς αφήνονται να πάνε στράφι. Ίσως αν εμπλέκονταν λιγότεροι χαρακτήρες, η θεατρικότητα που εξαρχής διακρίνει το σενάριο θα ήταν πιο σταθερά αισθητή και το αποτέλεσμα συνεπέστερο στις προσδοκίες μας. Επίσης δεν με εντυπωσίασε καθόλου η πολυπράγμων και παραδόξως αγαπητή στους κριτικούς Charlyne Yi (γνωστή περισσότερο ως θεατρική και φωνητική ηθοποιός), η οποία, στον υπερβάλλοντα ζήλο της να πείσει ως σεμνή και ανασφαλής κορασίδα, παίζει σαν να πάσχει από κάποιο είδος νοητικής υστέρησης: οπτικά και ερμηνευτικά παράταιρη, ασυντόνιστη με το υπόλοιπο cast σε βαθμό ώστε να διασπά τον προσεγμένο γενικά ρυθμό, με φωνή και άρθρωση τόσο αλλοιωμένη - επίτηδες, άραγε; - που χωρίς υποτίτλους είναι αδύνατον να καταλάβεις τι λέει. Μπορεί βέβαια να φταίει και ο ρόλος της, τουλάχιστον ακατανόητος από δραματουργική άποψη, σαν "εγκάθετος" (που δεν αποκλείεται κιόλας να ήταν) μέσα στο έργο. Όμορφη νοσταλγική πινελιά τα εμβληματικά τραγούδια της δεκαετίας του '80 και του '90 που διανθίζουν το soundtrack (Joseph Trapanese), ενώ η φωτογραφία (Adam Bricker), φροντισμένη και ατμοσφαιρική, στήνει αλλεπάλληλους "ζωντανούς πίνακες", αξιοποιώντας την αρχιτεκτονική των εσωτερικών (κυρίως) χώρων.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Πίσω από τα Μάτια της (Behind Her Eyes, 2017)

Εδώ παπάς, εκεί παπάς... κι αλλού τα ράσα του

Υπάρχουν βιβλία "σοβαρά", ταγμένα στο να υπηρετήσουν με συνέπεια ένα λογοτεχνικό είδος ή το προσωπικό όραμα του συγγραφέα τους, χαρίζοντάς μας μια στέρεη, ελκυστική, περιεκτική πλοκή ή μια ιδιαίτερη/απροσδόκητη αναγνωστική εμπειρία. Υπάρχουν κι άλλα που γράφονται με εσκεμμένη και ασυγκάλυπτη σατιρική διάθεση. Υπάρχουν, ακόμα, βιβλία που παρωδούν "υπόγεια" τον εαυτό τους και το είδος τους, με μια επίφαση σοβαρότητας που αφήνει, ωστόσο, ξεκάθαρες χιουμοριστικές αιχμές. Και τέλος, εκείνα που ακούσια προξενούν το γέλιο, αν και υποτίθεται ότι ανήκουν στην κατηγορία των "σοβαρών".

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

The Drowning (2021)

Το χαμένο παιδί & η χαμένη πλοκή

Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάθισα και παρακολούθησα τη μίνι αυτή σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων του βρετανικού Channel 5, ήταν η περιέργειά μου βλέποντας ανάμεσα στους συντελεστές το πολύ χαρακτηριστικό επίθετο του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου πρωταγωνιστή της. Λοιπόν, ο μόλις δεκαεξάχρονος Cody Molko τυχαίνει όντως να είναι γιος του θρυλικού εναλλακτικού ροκά Brian Molko (Velvet Goldmine), αρχηγού της μπάντας Placebo - η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μουσικής "ιδεολογίας" της δεκαετίας του '90 - και της φωτογράφου Helena Berg. Η υπόθεση της σειράς φαινόταν επίσης ενδιαφέρουσα: η Jodie Walsh (Jill Halfpenny), μια κάπως "φευγάτη" γεωπόνος και χαροκαμένη μάνα, που δέκα χρόνια πριν έχασε το μικρούλη, τότε, μοναχογιό της Tom (Aaron Kane) από πνιγμό στη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής, έχει μια μέρα την εντύπωση ότι τον βλέπει, μαθητή γυμνασίου πια, σ' ένα σχολικό λεωφορείο. Απο κείνη την ώρα η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω, καθώς πασχίζει με κάθε λογικό και παράλογο (με έμφαση στο "παράλογο") τρόπο να τον πλησιάσει, να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του και να τον σώσει από τον "απαγωγέα" (Rupert Penry-Jones) που εκείνη θεωρεί ότι παριστάνει τον πατέρα του. Το σενάριο "κλέβει" εν πολλοίς την ιδέα από μια παλιότερη (2007) τηλεοπτική παραγωγή, βασισμένη, μάλιστα, σε πραγματικά γεγονότα. Από υπερβάλλοντα, προφανώς, ζήλο να απομακρυνθούν απ' την πηγή έμπνευσής τους, οι τρεις σεναριογράφοι της σειράς σκαρφίζονται και συρράπτουν τη μια σουρεαλιστική απιθανότητα πάνω στην άλλη, στέλνοντας στον αγύριστο τους στοιχειωδέστερους κανόνες λογικής και πλάθοντας μια ηρωίδα τόσο σπασμωδικά ασυνάρτητη και παρορμητική που αντί να συμπάσχεις μαζί της, σου 'ρχεται να τη δέσεις και να την κλειδώσεις κάπου - μπας και πάψει επιτέλους να διαπράττει ασύλληπτες κατά συρροήν παλαβομάρες KAI παρανομίες, βάζοντας σε δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο φίλους και συνεργάτες της και ιδίως τραβολογώντας έναν σχεδόν σπαραξικάρδια άβγαλτο κι απονήρευτο πιτσιρικά σε καταγώγια αδίστακτων μαφιόζων, πρεζάκηδων και προαγωγών που τον κοιτάνε σαν ξερολούκουμο (πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνει να θορυβεί κανέναν απολύτως από το περιβάλλον της αλλά ούτε και του μικρού), προκειμένου να του εξασφαλίσει πλαστά χαρτιά ώστε να διαφύγουν μαζί στο εξωτερικό. Η λύση, δε, του δράματος κορυφώνει με τον πιο απίστευτ(α προβλέψιμ)ο τρόπο την εξωφρενικότητα του όλου εγχειρήματος, το οποίο μετά βίας σώζεται από τη φιλοτιμία των ηθοποιών, τη χαριτωμένη φατσούλα του ερμηνευτικά αμήχανου, κατά τα άλλα, Molko Jr. και την αντισυμβατική γοητεία του Ιρλανδού Dara Devaney (ο οποίος, δυστυχώς, ίσα που "κάθεται στο δόντι" σ' έναν ρόλο στα όρια της καρικατούρας) ως - δικαιολογημένα (και αυτό δεν αποτελεί καν spoiler, αφού η υποτιθέμενη τελική ανατροπή δεν είναι παρά ό,τι πιο αναμενόμενο) - δύσπιστου πρώην συζύγου της Jodie. Η μοναδική χρησιμότητα σεναρίων σαν το συγκεκριμένο είναι ότι δίνουν ένα ακόμα "λαμπρό" παράδειγμα για το πώς να ΜΗ γράφουμε.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Τρώγοντας τον Raoul (Eating Raoul, 1982)

Ο Paul, η Mary, ο Raoul και το... τηγάνι

Ένα φιλήσυχο μεσοαστικό ζευγάρι, ο συλλέκτης κρασιών Paul (Paul Bartel) και η κλινική διατροφολόγος Mary (Mary Woronov), προσπαθούν να μαζέψουν χρήματα για να ανοίξουν το εστιατόριο των ονείρων τους. Μια σειρά από κακοτυχίες, με αποκορύφωμα το θάνατο ενός βιτσιόζου γείτονα στο σαλόνι τους, δίνει στον Paul και τη Mary μια φαεινή όσο και... φονική ιδέα, που σύντομα αρχίζει να αποδίδει οικονομικά. Ώσπου εμφανίζεται (σχεδόν) απρόσκλητος στη ζωή τους ο Raoul (Robert Beltran), ένας όμορφος, θερμόαιμος νεαρός διαρρήκτης, ο οποίος ανακαλύπτει τη μηχανή που έχουν στήσει και τους εκβιάζει προκειμένου να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς: να βγάλει απ' τη μέση τον Paul και να διεκδικήσει τα ηνία της "επιχείρησης" αλλά και τη Mary, την οποία έχει ερωτευτεί. Και φυσικά, απ' τη στιγμή που θα μπει στη μέση το συναίσθημα, είναι θέμα χρόνου να επέλθει το χάος. Πόσο μάλλον όταν οι "ερασιτέχνες" εγκληματίες αποδεικνύονται πιο αδίστακτοι και αποφασισμένοι απ' τον "επαγγελματία", διατεθειμένοι να τα παίξουν όλα για όλα ώστε να υλοποιήσουν το όραμά τους...

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ασφαλείς (Safe, 2018)

Κεκλεισμένων των (αυλο)θυρών

Συνεχίζοντας την άγρα μίνι (κατά προτίμηση) σειρών για ολονύκτιους μαραθώνιους ελέω καραντίνας, έπεσα πάνω σ' ένα ακόμα τηλεοπτικό thriller οχτώ επεισοδίων βασισμένο σε ιδέα του Harlan Coben (και σε παραγωγή του ίδιου, πάλι με κυρίως σεναριογράφο τον Daniel Brocklehurst). Ο λόγος για το προπέρσινο Safe, με πρωταγωνιστή τον Michael C. Hall (γνωστό και αγαπητό από το μακάβριο πλην μακρόβιο Six Feet Under και τον εμβληματικό Dexter) ως χαροκαμένο χειρουργό που σαν να μην του έφταναν τα υπόλοιπα βάσανά του, πρώτα η μεγάλη (Amy James-Kelly) και μετά η μικρή (Isabelle Allen) του κόρη εξαφανίζονται, ενώ ο παιδιόθεν κολλητός του (Marc Warren), ο οποίος, μάλιστα, τρέφει παραπάνω από φιλικά συναισθήματα γι' αυτόν, αρχίζει να συμπεριφέρεται μάλλον ύποπτα. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με την άφιξη μιας λιγόλογης νεόκοπης αστυνομικού (Hannah Arterton) που δεν φροντίζει ιδιαίτερα να γίνει αρεστή στους καινούργιους συναδέλφους της, ενώ στην αγωνιώδη του προσπάθεια να βρει τις κόρες του, ο ήρωας κάνει, ως είθισται, μαντάρα την επίσημη έρευνα, εκμεταλλευόμενος στυγνά την αφοσίωση του ερωτοχτυπημένου κολλητού και ανακαλύπτοντας έναν λαβύρινθο από σκιαχτερά αινίγματα που θα του γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στην περιφραγμένη κοινότητα που έχουν σχηματίσει ορισμένες οικογένειες, με σκοπό να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την τάξη στην καθημερινότητά τους. Ως γνωστόν, όμως - και όπως δυσοίωνα αποφαίνεται ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος γείτονας (Ben Onwukwe) - κλειδώνεις, αμπαρώνεις κι ο "κλέφτης" (ή ο "μπαμπούλας") είναι μέσα... Δεν ξέρω τι έχει κάνει εδώ στη φάτσα του ο Hall και σχεδόν δεν γνωρίζεται - υποπτεύομαι Botox, το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν χρειαζόταν. Εκτός του ότι είναι ακόμα νέος άνθρωπος, ήταν πολύ γοητευτικός με τις χαρακτηριστικές γραμμές έκφρασης και τις έντονες γωνίες του προσώπου του. Οι ηθοποιοί που αλλάζουν τόσο δραστικά τη φυσιογνωμία τους δίχως να το απαιτεί κάποιος ρόλος, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξενίζουν τους θεατές και να μονοπωλούν την προσοχή με λάθος τρόπο. Τέλος πάντων. Οι αρκετά προγενέστεροι Πέντε (2016) που παρουσίασα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση με είχαν προϊδεάσει θετικά για το Safe, το οποίο δεν θα έλεγα, βέβαια, πως με απογοήτευσε ακριβώς, αλλά στο σύνολο είναι σαν κάτι να του φταίει, κάτι να του λείπει. Παρ' ότι δίνονται (σχετικά) πειστικές λύσεις και εξηγήσεις για όλα, το φινάλε αφήνει πίσω του μια διάχυτη αίσθηση εκκρεμότητας, η οποία ίσως είναι και ηθελημένη. Οι ερμηνείες κυμαίνονται από το απλώς αξιοπρεπές ως το ελαφρώς άνω του μετρίου, με έναν ευσυνείδητα διεκπεραιωτικό Hall να εντυπωσιάζει λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς (μπορεί εξαιτίας του Botox, που του έχει "παγώσει" το πρόσωπο σ' ένα μόνιμο ύφος θιγμένης απορίας). Υπέροχα, πάντως, τα τραγούδια των τίτλων στην αρχή και το τέλος κάθε επεισοδίου (Glitter & Gold και Fire αντίστοιχα), από το άλμπουμ The Attractions of Youth του νεαρού Βρετανού τραγουδοποιού Barns Courtney, πρώην μέλους της βραχύβιας ανεξάρτητης μπάντας Dive Bella Dive.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Πέντε (The Five, 2016)

The one that got away

Η κεντρική ιδέα των Πέντε προοριζόταν αρχικά για υλικό βιβλίου του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα Harlan Coben, αλλά εξαιτίας των πολλών προσώπων και των περίπλοκων παράλληλων και τεμνόμενων πλοκών, δεν βρήκε τελικά το δρόμο της με μυθιστορηματική μορφή. Ευτύχησε όμως να μετατραπεί σε σενάριο τηλεοπτικής μίνι σειράς, από τον ίδιο το συγγραφέα και ένα εκλεκτό επιτελείο σεναριογράφων, με επικεφαλής τον πολυβραβευμένο Daniel Brocklehurst (Shameless, Ασφαλείς). Μια άλλοτε αχώριστη παρέα εφήβων έχει πια μεγαλώσει και σχεδόν αποξενωθεί, στοιχειωμένη απ' το τραύμα της εξαφάνισης του μικρότερου αδελφού (Alfie Bloor) ενός από τα μέλη της (Tom Cullen). Ο φερόμενος ως δράστης (Rade Serbedzija), σεσημασμένος δολοφόνος αγοριών - ένας σύγχρονος Gilles de Rais - βρίσκεται ισόβια στη φυλακή, έχοντας ομολογήσει με υπερβολική προθυμία και περιγράψει με κάθε φρικτή λεπτομέρεια το φόνο του παιδιού. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα, το DNA του χαμένου Jesse εντοπίζεται σε δωμάτιο ξενοδοχείου όπου βρέθηκε νεκρή μια συνοδός πολυτελείας. Γεγονός το οποίο αναμοχλεύει καταχωνιασμένες αναμνήσεις και επικίνδυνα μυστικά, επανασυνδέοντας με τρόπο άκρως επώδυνο και επισφαλή τους υπόλοιπους τέσσερις φίλους, ο καθένας απ' τους οποίους έχει δικούς του ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν... Αντί για μια ενιαία σεζόν δέκα επεισοδίων, η αστυνομική σειρά μυστηρίου που σκηνοθέτησε ο ειδικευμένος στο είδος Mark Tonderai (Το Σπίτι στο Τέλος του Δρόμου, Παράνοια) θα μπορούσε να χωρίζεται σε δύο των πέντε, με τα ίδια πρόσωπα να πρωταγωνιστούν σε δυο ξεχωριστές, αμυδρά αλληλένδετες ιστορίες. Γύρω στα μισά χάνει ελαφρώς η μάνα το παιδί (στην κυριολεξία), αλλά προς το τέλος η αφήγηση ξαναβρίσκει το ρυθμό της και μας αποζημιώνει με μια εκπληκτικά αναπάντεχη, απίθανη όσο και παραδόξως αληθοφανή ανατροπή. Το εικαστικό/αισθητικό μέρος - η υπέροχη φωτογραφία (Tico Poulakakis) και το ιδιαίτερα φωτογενές cast, με τον προαναφερθέντα Tom Cullen (Downton Abbey, Knightfall) και τους O-T Fagbenle (Material Girl, The Interceptor), Hannah Arterton (Atlantis, Βερσαλλίες), Martin McCreadie (The Alienist, The Angel of Darkness), Tom Brittney (Outlander, Grantchester) και Sophia La Porta (Into the Mirror, On the Edge) να λάμπουν με την ομορφιά τους στην οθόνη - αποτελεί επιπλέον δέλεαρ για να παρακολουθήσει κανείς τους Πέντε σε μια καθισιά. Διατίθεται σε κασετίνα τριών DVD από την Amazon.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Ισχυρή Έλξη (Little Ashes, 2008)

Μικρές στάχτες, μεγάλες φωτιές

"Μικρές στάχτες" (κατά λέξη μετάφραση του αγγλικού τίτλου της ταινίας, Little Ashes) είναι η απόδοση της ισπανικής ονομασίας - Cenicitas - ενός από τους πρώτους (1928) πίνακες όπου ο ζωγράφος Salvador Dali άρχιζε να πειραματίζεται με τον υπερρεαλισμό σε συνδυασμό με τον κυβισμό και τις αναγεννησιακές τεχνικές, ανακαλύπτοντας - και αποκαλύπτοντας - την εμβρυϊκή φάση του χαρακτηριστικού του ύφους. Ο πίνακας αυτός (που ο Dali τον είχε αρχικά ονομάσει Η Γέννηση της Αφροδίτης, ενώ αργότερα τον παρουσίασε σε συλλογική έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο Οι Άκαρπες Απόπειρες) έγινε η αφορμή να γνωριστεί ο ζωγράφος με άλλες δυο εμβληματικές μορφές της Ισπανίας, το μελλοντικά διάσημο σκηνοθέτη Luis Bunuel (Η Ωραία της Ημέρας, Το Φάντασμα της Ελευθερίας) και τον ήδη γνωστό και αγαπητό στους πνευματικούς κύκλους της Γρανάδα, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Federico Garcia Lorca.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (Parasites, 2019)

Μια απολαυστικά "μαύρη" ταξική αλληγορία

Το φετινό εγχείρημα του πρωτοπόρου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Bong Joon Ho (γνωστού από το φημισμένο Snowpiercer, την πικρή - εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα - αστυνομική σάτιρα Μνήμες Εγκλήματος και το ιδιότυπα ευφάνταστο, σκοτεινά παραμυθένιο Okja) είναι μια μαύρη κι άραχνη κωμωδία, της οποίας η υπόθεση εκτυλίσσεται σε δυο διαμετρικά αντίθετα περιβάλλοντα: το ελεεινό υπόγειο της άπορης, άνεργης οικογένειας Kim σε υποβαθμισμένη αστική γειτονιά και την πολυτελέστατη έπαυλη του επιχειρηματία Park (Sun-Kyun Lee), έργο, μάλιστα - και πρώην κατοικία - διάσημου αρχιτέκτονα. Όλα ξεκινούν από την απροσδόκητη επίσκεψη του φοιτητή Min (Seo-Joon Park), ο οποίος πρόκειται να λείψει στο εξωτερικό και αναθέτει στο φίλο του, γιο των Kim (Woo-Sik Choi) να τον αντικαταστήσει προσωρινά ως ιδιωτικός δάσκαλος αγγλικών της χαριτωμένης έφηβης κόρης του Park (Ji-So Jung), που έχει την τάση να ερωτεύεται τους νεαρούς καθηγητές της. Έτσι, η εξαθλιωμένη οικογένεια Kim αποκτά αίφνης πρόσβαση σ' έναν τρόπο ζωής που ούτε να ονειρευτεί δεν τολμούσε ως τότε και βάζει μπρος μια καταχθόνια μηχανή, ώστε να "κατσικωθεί" σύσσωμη στο προκλητικά φανταχτερό πλουσιόσπιτο. Δεν είναι όμως οι μόνοι που διεκδικούν με κάθε δυνατό (και αδύνατο) μέσο μια παρόμοια θέση... Με εντυπωσιακές, τολμηρά ποιητικές όσο και σκληρές εικόνες και ανελέητο σαρκασμό, ο Bong Joon Ho βγάζει απαράκαμπτα στην επιφάνεια τη θαμμένη - κυριολεκτικά και μεταφορικά - βρώμα και δυσωδία των καπιταλιστικών μεγαλουπόλεων, που φυτοζωεί κάτω απ' την επίφαση της ευνομίας και της ευωχίας των μακάρια ανίδεων (ή εθελοτυφλούντων) για την ύπαρξή της. Συγχρόνως, κλείνει πονηρά το μάτι στους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες της πατρίδας του, δίνοντάς τους σάρκα και οστά με μοχθηρά ρεαλιστική μαστοριά. Οι ερμηνείες είναι - όλες ανεξαιρέτως - ασυναγώνιστες, το σενάριο διαστροφικά ευφυές, ο σκηνοθετικός ρυθμός αεροστεγής και καθηλωτικός. Δίκαια τα Παράσιτα τιμήθηκαν με Χρυσό Φοίνικα και κέρδισαν πολλά άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ. Ειδική μνεία στην υπέροχη, εμβυθιστική μουσική του νεότατου σε ηλικία συνθέτη και τραγουδιστή Jaeil Jung (Okja, Take Point).

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Θέλημα Θεού (Grâce à Dieu, 2018)

Το σκοτεινό προφίλ της ιεροσύνης

Ο Alexandre Guerin (Melvil Poupaud) είναι επιτυχημένος επαγγελματίας και αξιοζήλευτος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε υποδειγματικών παιδιών και άψογος σύζυγος. Πίσω όμως απ' την ειδυλλιακή - ή, μάλλον, υπερβολικά ειδυλλιακή - αυτή εικόνα, κρύβεται ένα τραγικό μυστικό: όταν ήταν παιδί, ο Alexandre είχε υποστεί συστηματική σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση από τον Bernard Preynat (Bernard Verley, ο οποίος, κατά ειρωνική σύμπτωση, είχε υποδυθεί τον Ιησού στη δραματική κωμωδία του 1969 Ο Γαλαξίας), τον κοσμαγάπητο ιερέα της ενορίας του. Η είδηση ότι χρόνια αργότερα, ο εν λόγω κληρικός όχι μόνο δεν έχει αποσχηματιστεί, αλλά και εξακολουθεί να εργάζεται κοντά σε παιδιά, χωρίς ουδέποτε να του έχει ζητηθεί επίσημα λόγος για τις πράξεις του, δίνει στον Alexandre το έναυσμα να κινηθεί εναντίον του με κάθε έννομο τρόπο. Οι προσδοκίες του δεν αργούν να δεχτούν πλήγμα, καθώς το μεγαλύτερο - και εξοργιστικά αμετακίνητο - εμπόδιο που βρίσκει συνεχώς μπροστά του είναι η απροθυμία των εκκλησιαστικών αρχών να εξετάσουν και να αντιμετωπίσουν δραστικά το πρόβλημα: αν και εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να το αγνοήσουν, προτιμούν να το κουκουλώνουν επ' αόριστον ώστε να μη διακινδυνεύσουν την υπόληψή τους.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Τα Δάκρυα του Βουνού (2018)

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας

Με τον εξόχως ποιητικό τίτλο Τα Δάκρυα του Βουνού, ο πολυβραβευμένος ντοκιμαντερίστας και πρώην εκδότης του περιοδικού τέχνης Γραφή, Στέλιος Χαραλαμπόπουλος (Είδαν τα Μάτια μας Γιορτές, Τη Νύχτα που ο Fernando Pessoa Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη), επιχειρεί μια κινηματογραφική μεταφορά της ομηρικής Οδύσσειας στις αρχές του 20ού αιώνα, ιστορούμενη σε flash back από έναν τυφλό βάρδο της εποχής του Εμφυλίου. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας είχε ήδη καταπιαστεί με τη σύζευξη αρχαίων μύθων και σύγχρονης πραγματικότητας σε προηγούμενο έργο του - με τον τίτλο Άδης (1996) και θέμα βασισμένο στο μύθο του Ορφέα - το οποίο είχε, μάλιστα, αποσπάσει πολλαπλές διακρίσεις στο διαγωνιστικό μέρος του κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και προβληθεί σε πλήθος άλλων, διεθνών καλλιτεχνικών διοργανώσεων. Στα Δάκρυα του Βουνού, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του γίνονται ομάδα μαρμαράδων και το περιπετειώδες θαλασσινό ταξίδι τους μετατρέπεται σε μια ατέρμονη, μαρτυρική οδοιπορία στην κακοτράχαλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

The Alienist (2018)

Vintage εγκληματολογία και "πλατωνικό τρίγωνο"

"Alienists" ονομάζονταν πριν τα μισά του 20ού αιώνα οι ψυχίατροι και συγκεκριμένα, όσοι συνεργάζονταν με την αστυνομία για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών σε εγκληματίες. Ο όρος, δανεισμένος από τον προγενέστερο γαλλικό "alieniste", προέρχεται από τη λατινική λέξη "alienus" (ξένος), λόγω της τότε επικρατούσας πεποίθησης ότι η ψυχασθένεια αποξενώνει τον πάσχοντα από την ανθρώπινη φύση του. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1994) του Νεοϋορκέζου συγγραφέα και μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας Caleb Carr, η φετινή τηλεοπτική σειρά του καλωδιακού καναλιού TNT εξερευνά το εμβρυϊκό στάδιο της επιστήμης του forensic profiling (ανάλυσης χαρακτηριστικών) στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις απαιτούσαν όλο και πιο πιεστικά την επανεξέταση των αντιλήψεων για την εγκληματικότητα, τους αυτουργούς, καθώς και την αντιμετώπισή της. Συνδυάζοντας με επιτυχία ιστορικά και φανταστικά στοιχεία, τόσο το βιβλίο όσο και η (αρκετά πιστή) οπτικοποίησή του - σε παραγωγή και σενάριο, μάλιστα (μεταξύ άλλων), του γνωστού από την πρώτη σεζόν του πολυσυζητημένου True Detective, Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre) - αναπλάθουν με ευσυνειδησία και ζωντάνια την εποχή και τα ήθη της, χωρίς να φοβούνται την αληθοφανή περιγραφή των ακραίων δυσμενών συνθηκών της και περιορίζοντας τον (αναγκαστικό, πλέον, για τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας) πολιτικά ορθό αναθεωρητισμό στο ελάχιστο δυνατόν, ώστε να μη διακυβεύεται η πραγματολογική ακρίβεια. Κύρια πρόσωπα του δράματος, ο ιδιοφυής Γερμανός ψυχαναλυτής Laszlo Kreizler (Daniel Bruhl), του οποίου οι ριζοσπαστικές θεωρίες και μέθοδοι προσελκύουν το θαυμασμό και το φθόνο των συναδέλφων του αλλά και την έχθρα του κατεστημένου, ο ευαίσθητος και γοητευτικός εικονογράφος εφημερίδων - το αντίστοιχο ενός σημερινού φωτορεπόρτερ - John Moore (Luke Evans) και η πρώτη γυναίκα γραμματέας του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της Νέας Υόρκης, πεισματάρα και φιλόδοξη Sara Howard (Dakota Fanning), οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο με πεδίο δράσης έναν "ειδικό" οίκο ανοχής που απασχολεί νεαρούς άντρες και ανήλικα αγόρια. Στο πλευρό τους, οι δαιμόνιοι και προοδευτικοί ιατροδικαστές Marcus (Douglas Smith) & Lucius (Matthew Shear) Isaacson, όπως και ο νέος αστυνομικός διοικητής και μέλλων λαμπρός πολιτικός Theodore Roosevelt (Brian Geraghty), ενώ ο διεφθαρμένος πυρήνας της αστυνομίας και ο υπόκοσμος, που εξακολουθούν να ωφελούνται από την κοινωνική σήψη, εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον άξεστο, μέθυσο υπαστυνόμο Connor (David Wilmot), τον άπληστο και συμπλεγματικό τέως αστυνομικό υποδιευθυντή Thomas Byrnes (Ted Levine) και τους συνεταίρους γκάνγκστερ και μαστροπούς Paul Kelly (Antonio Magro) & Biff Ellison (Falk Hentschel). Όσο και αν αποφεύγεται επιμελώς η εύκολη λύση ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στους όμορφους και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, οι μεταξύ τους συναισθηματικές εντάσεις αποδίδονται με μαεστρία και πάθος, οδηγώντας σε κορυφώσεις και συγκρούσεις των οποίων τη σκόνη θα έτρωγε και η πιο τολμηρή αισθησιακή σκηνή. Αν η αρχή του πρώτου επεισοδίου φαίνεται κάπως αργή ή αμήχανη, μην αποθαρρυνθείτε - η συνέχεια θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Προσέξτε επίσης τα cameos έκπληξη βετεράνων ηθοποιών σε βοηθητικούς ρόλους.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Apple Tree Yard (2017)

Η αποκτήνωση του φόβου

Αρκετά καλοφτιαγμένο υβρίδιο ψυχολογικού thriller και δικαστικού δράματος σε παραγωγή του BBC, βασισμένο στο ομότιτλο πολυσέλιδο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας (καταγωγής Ρομά) δημοσιογράφου Louise Doughty. Τα τέσσερα ωριαία επεισόδια της μίνι σειράς (σε σενάριο της συγγραφέα μαζί με την Amanda Coe και σκηνοθεσία της Jessica Hobbs) κυλούν με μάλλον άστατο ρυθμό, πότε στριμώχνοντας πεντακόσια πράγματα μέσα σε λίγα λεπτά δράσης και πότε δοκιμάζοντας την αντίσταση του θεατή στα θέλγητρα του... Μορφέα με μακρόσυρτα πλάνα άδειων διαδρόμων και βουβών βλεμμάτων χαμένων στο κενό. Έχει ωστόσο το ενδιαφέρον της και δεν σε αφήνει να την παρατήσεις στη μέση, εν μέρει επίσης χάρη στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Emily Watson (Κόκκινος Δράκος, Πορτοκάλια στον Ήλιο), Ben Chaplin (Dorian Gray, Mad Dogs) και Mark Bonnar (Jeckyl & Hyde, Shetland). Διακεκριμένη μεσήλιξ πανεπιστημιακός ονόματι Yvonne Carmichael (Watson) με καλοπροαίρετο, πλην επιρρεπή στα εκτός γάμου "ξινά" σύζυγο (Bonnar) συνάπτει ευκαιριακή σχέση με ωραίο αινιγματικό άγνωστο (Chaplin), η οποία όμως παίρνει συνταρακτική τροπή όταν η Yvonne πέφτει θύμα βιασμού και συστηματικής παρενόχλησης από λιγούρη κρυπτοψυχάκια συνάδελφό της (Steven Elder) και ο μυστικοπαθής εραστής της, που ως τα μισά του τρίτου επεισοδίου εκείνη και εμείς τον ξέρουμε μονάχα ως "X", αναλαμβάνει να "καθαρίσει"... Το ότι οι κακοποιημένες γυναίκες συχνά τυχαίνει να αντιμετωπίζονται απάνθρωπα από την κοινωνία και (ειρωνικά) τη δικαιοσύνη δεν παύει βέβαια να είναι μια θλιβερά επαίσχυντη αλήθεια, όπως και το ότι οι δικηγόροι καταφεύγουν στα πιο ποταπά μέσα προκειμένου να κερδίσουν μια υπόθεση. Από κει και πέρα όμως, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε όντως να γίνει δεκτή στο δικαστήριο μια αφελέστατη έως εξωφρενική σειρά ισχυρισμών υπέρ ή εναντίον ενός προσώπου. Φτάνεις μάλιστα στο σημείο να αγανακτείς όχι τόσο με την αδικία εις βάρος της ηρωίδας, όσο με τις ασύστολες μπαρούφες που αμολάνε αβέρτα οι εκπρόσωποι της κάθε πλευράς - και να απορείς πώς οι έρμοι οι ένορκοι δεν κατέληξαν ομαδικά στο τρελάδικο. Το εσκεμμένα (φαντάζομαι) "ανοιχτό" φινάλε δείχνει κάπως αδύναμο αμέσως μετά τις γεμάτες ένταση σκηνές της δίκης, επισφραγίζοντας με τη διφορούμενη ανατροπή (;) του τη γενική αίσθηση "ξενερώματος". Ίσως ένα επεισόδιο λιγότερο θα βοηθούσε την πλοκή να βρει εξαρχής τις ισορροπίες και το δρόμο της, δίχως να παραπαίει αδιάκοπα μεταξύ αμήχανου σασπένς και μιας ελαφρώς εξυπνακίστικης αυτοϋπονομευτικής διάθεσης. Ο ρόλος του Ben Chaplin, το "κλειδί" όλης της ιστορίας, τελικά αποδεικνύεται ο πιο προχειρογραμμένος και αδύναμος (αν όχι αθέλητα κωμικός), σχεδόν χαραμίζοντας τον πολύ καλό ηθοποιό αντί να προβάλλει και να αξιοποιεί το φανερά "ψαγμένο" παίξιμο και τη σκοτεινά αντισυμβατική γοητεία του.

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

The Durrells (Season 1, 2016)

Ο κοινωνικός βιότοπος ενός γεννημένου επιστήμονα

Φρέσκια, χαριτωμένη στο σύνολό της, αν και όχι αυστηρά πιστή τηλεοπτική μεταφορά της λεγόμενης Τριλογίας της Κέρκυρας, δηλαδή των τριών αυτοβιογραφικών μυθιστορημάτων (Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, Birds, Beasts & Relatives και The Garden of the Gods) του Άγγλου φυσιολάτρη και φυσιοδίφη Gerald Durrell (μικρότερου αδελφού του φιλέλληνα συγγραφέα Lawrence Durrell) που αφηγούνται την πενταετή παραμονή της πολυμελούς οικογένειάς του στη μεσοπολεμική Κέρκυρα. Μιας οικογένειας που παρά τις συχνά εξωφρενικές εκκεντρικότητες των μελών της - του παθιασμένου με τα ζώα δεκάχρονου Gerry (Milo Parker), της ανασφαλούς και υποχόνδριας έφηβης Margo (Daisy Waterstone), του μανιώδους κυνηγού Leslie (Callum Woodhouse) και του επίδοξου, τότε, συγγραφέα και σαρκαστή των πάντων Larry (Josh O'Connor) - κατόρθωσε να παραμείνει αγαπημένη και ενωμένη χάρη στην ιώβεια υπομονή, το προοδευτικό πνεύμα και τη διπλωματία της ακόμα νέας και ωραίας χήρας κ. Durrell (Keeley Hawes). Απαστράπτουσα φωτογραφία (James Aspinall & Julian Court), γλυκιά μουσική (Ruth Barrett) και αβίαστα κεφάτες ερμηνείες, με ιδιαίτερα όμορφη έκπληξη την παρουσία, σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, των "δικών" μας Αλέξη Γεωργούλη (κοσμογυρισμένος ταξιτζής Σπύρος Χαλικιόπουλος) και Γιώργου Καραμίχου (Δρ. Θεόδωρος Στεφανίδης, φίλος και μέντορας του μικρού Gerry) - οι οποίοι συμπορεύονται άψογα με το αγγλικό cast, μην έχοντας να του ζηλέψουν το παραμικρό. Οι επίσης εξαιρετικοί καρατερίστες Anna Savva (Lugaretzia), James Cosmo (καπετάνιος Creech), Ulric von der Esch (Sven) και η παλαίμαχη ντίβα Leslie Caron (κοντέσα Μαυρουδάκη), μητέρα ενός από τους παραγωγούς (Christopher Hall), υπογραμμίζουν το γραφικό όσο και κοσμοπολίτικο χρώμα του ελληνικού νησιού, όπως και του ίδιου του σίριαλ. Γνώστης ήδη του θέματος, καθότι υπεύθυνος και για το σενάριο της εξίσου ευχάριστης, βασισμένης στο ομότιτλο βιβλίο ταινίας του 2005 Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, ο σεναριογράφος Simon Nye (Hardware, Doctor Who) ελίσσεται δεξιοτεχνικά μέσα κι έξω απ' το πρωτότυπο κείμενο, επανορθώνοντας για τις όποιες του "απιστίες" με την άνεση της εμπειρίας και την ειλικρίνεια της αγάπης του προς το κλασικό αυτό έργο. Ένα καλόδεχτα δροσερό διάλειμμα από την καθημερινή μαυρίλα, ό,τι πρέπει για μια νοερή, αναζωογονητική καλοκαιρινή "απόδραση".

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Among Ravens (2014)

Μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια

Υπέροχα κινηματογραφημένη (από τον τηλεοπτικό Darren Genet) οικογενειακή τραγικωμωδία με αφηγήτρια τη μικρή Joey (Johnny Sequoyah), η οποία ετοιμάζεται να περάσει τις καλοκαιρινές της διακοπές στο παραθαλάσσιο εξοχικό του πατριού της, μαζί με τα χιαστί ζευγάρια των βιολογικών (Russell Friedenberg και Amy Smart) και θετών (Joshua Leonard και Natalie Imbruglia) της γονιών και διάφορους συγγενείς και φίλους της προσκολλήσεως. Όταν ο νεαρός θείος της Jay (Christopher Pinkalla) καταφθάνει απροειδοποίητα και τους "παρκάρει" τον όμορφο, ιδιόρρυθμο ντοκιμαντερίστα φίλο του, Chad (Will McCormack), η Joey βρίσκει έναν "ουρανοκατέβατο" σύμμαχο και όλοι οι υπόλοιποι... τον μπελά τους. Πανταχού παρών με τη φορητή του κάμερα, ο Chad μαγνητοσκοπεί ανελλιπώς όχι μόνο τη φύση (κυρίως τα πουλιά, με τα οποία έχει εμμονή, όπως άλλωστε και η Joey), αλλά - συχνά εν αγνοία τους - και τα μέλη της ετερόκλητης παρέας που συνυπάρχουν μόνο κατά συνθήκην, μόλις και μετά βίας κρατώντας τις ραγισμένες ισορροπίες των σχέσεών τους... Αν ο σεναριογράφος (μαζί με τον "εναλλακτικό" μικρομηκά Randy Redroad), σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής του φιλμ Russell Friedenberg (Ibid, Wind Walkers) δεν αμφιταλαντευόταν τόσο απροκάλυπτα ανάμεσα σε ένα εκσυγχρονισμένο remake του Birdy, μια κάθετη αντιστροφή του παζολινικού Θεωρήματος και τη σχεδόν μεταφυσική εκδοχή ενός υβριδίου Μεγάλης Ανατριχίλας και Οικογενειακής Γιορτής, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ίσως τόσο χαώδες και μετέωρο δραματουργικά - με τις θαυμάσιες ερμηνείες να το υποβαστάζουν το κατά δύναμιν, χωρίς όμως να το διασώζουν. Η εικονογράφηση της κατανόησης και της αγνής τρυφερότητας μεταξύ του πρόωρα ωριμασμένου παιδιού και του αφοπλιστικά απροσάρμοστου και αθώου ενήλικα μέσα σ' ένα κοπάδι από ανθρωπόμορφα "κοράκια", αιμοσταγή και αλλοτριωμένα από τη διαρκή υποκρισία της κοινωνικά αποδεκτής τους υπόστασης, δίνει καλοδεχούμενες ανάσες ποίησης και ευαισθησίας στην πλοκή, που προς το τέλος δυστυχώς καταρρέει όπως και κάθε "πολιτισμένη" μάσκα, επίφαση και (αυτ)απάτη των προσώπων της. Το Μικρό Μεγάλο Βιβλίο των Πουλιών που χαρίζει στην Joey ο Chad υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά δεν ξέρω αν τα αποσπάσματα που ακούγονται στην ταινία προέρχονται όντως από αυτό.