Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μαύρη Χρυσαλλίδα (1990)

Φιλόδοξο, συμπαθητικό αλλά "λίγο"

Τη σειρά Μαύρη Χρυσαλλίδα είχαμε αρχίσει να τη βλέπουμε οικογενειακώς όταν πρωτοπροβλήθηκε στην κρατική τηλεόραση (αρχές δεκαετίας του '90), αλλά ύστερα από μερικά επεισόδια την εγκαταλείψαμε. Τον ακριβή λόγο δεν τον θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αν και η κατασκοπεία ως πυρηνικό συστατικό πλοκής είναι συνήθως αβανταδόρικη, συναρπαστική χάρη στη λογοτεχνική και κινηματογραφική "μυθολογία" που την περιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως δεν στάθηκε ικανή να μας κρατήσει το ενδιαφέρον ως το τέλος.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Athens Dark (2018)

Η πόλη & η νύχτα

Μια κοπέλα περνά αμέριμνη από υπόγεια διάβαση, όταν γίνεται μάρτυρας της βίαιης αναμέτρησης δυο αλλόκοτων τύπων, ο ένας από τους οποίους αποδεικνύεται ότι είναι βαμπίρ. Λίγο αργότερα, ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Ορφέας Αρσενίου (Σπύρος Χατζηαγγελάκης), στέλνεται από το μέσο όπου εργάζεται για να καλύψει τη συναυλία της goth μπάντας Empusa (Έμπουσα), της οποίας αρχηγός είναι ο Μάξιμος (Αντώνης Τανισκίδης) - το βαμπίρ της υπόγειας διάβασης. Ο Ορφέας συνοδεύεται στη συναυλία από τον κολλητό του φίλο Νίκο (Δημήτρης Κίτσος), τον βλέπουμε όμως να επιστρέφει στο σπίτι του αιμόφυρτος, κουβαλώντας λιπόθυμο... τον Μάξιμο και χωρίς να θυμάται τι συνέβη. Μέσα από απανωτά flash backs που εναλλάσσονται άναρχα με τα στιγμιότυπα της "τωρινής" γραμμής δράσης, μαθαίνουμε ότι η συναυλία των Empusa υπήρξε σκηνή αιματηρής συμπλοκής μεταξύ μιας σύναξης βαμπίρ και των ορκισμένων τους προαιώνιων εχθρών, μιας επίλεκτης ομάδας από κυνηγούς βρικολάκων, τους οποίους στρατολογεί από παιδιά και εκπαιδεύει με απάνθρωπες μεθόδους ο ιερέας Ουριήλ (Νίκος Παντελίδης). Στο σπίτι του Ορφέα, ο Μάξιμος συνέρχεται και τον πληροφορεί ότι ο Νίκος έχει σκοτωθεί, προσφέροντάς του "αιώνια ζωή" ώστε να ενισχύσει τις τάξεις των βαμπίρ εναντίον των κυνηγών τους και να εκδικηθεί για το θάνατο του φίλου του. Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η υπόθεση της σειράς 8 δεκάλεπτων, κατά μέσο όρο, επεισοδίων που προβλήθηκε από την τηλεόραση του ANT1 και βασίζεται στο ομότιτλο κόμικ φαντασίας και τρόμου του ηθοποιού Ζήση Ρούμπου (μαζί με τον σχεδιαστή Χρήστο Μαρτίνη), σε σενάριο μάλιστα του ίδιου. Φαντάζομαι ότι η σειρά λειτουργεί κυρίως σαν teaser για το κόμικ - το οποίο δεν έχω, δυστυχώς, διαβάσει - καθώς τα μικρής διάρκειας επεισόδια μοιάζουν με trailers "κανονικών" επεισοδίων, μόλις αγγίζοντας ένα ενδιαφέρον κράμα στοιχείων από την ελληνική μυθολογία και παράδοση με τη δυτικόφερτη εικόνα μας για τα βαμπίρ και δίνοντάς μας μια ελάχιστη ιδέα τού τι θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με αυτό το μυθοπλαστικό υλικό σε συνδυασμό με την εικαστική (Στέφανος Αλιπράντης) και σκηνοθετική (Βασίλης Αντωνιάδης) άποψη, εάν υπήρχαν τα μέσα για την πληρέστερη αξιοποίησή τους. Bonus οι ωραία χορογραφημένες σκηνές μάχης και οι cameo εμφανίσεις του Δημήτρη Πιατά (Σωκράτης) και της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους (Εκάτη) στο τελευταίο επεισόδιο, το οποίο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχειας.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Κάνε ότι Κοιμάσαι (I-II, 2022-2024)

Μια εικόνα, όλες οι λέξεις

Να πω την αμαρτία μου; Να την πω. Ορισμένες τηλεοπτικές σειρές κάθομαι και τις βλέπω για να γελάω - και όχι επειδή είναι ηθελημένα αστείες. Εδώ, ας πούμε, τα περισσότερα απ' τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή δεν έχουν καμιά χαρακτηρολογική συνέπεια. Σκέφτονται και δρουν αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά, με μόνη εξήγηση ό,τι εξωγήινη δικαιολογία σκαρφιστεί κάθε φορά ο σεναριογράφος για να στηρίξει όπως όπως την επόμενη "ανατρεπτική" τους κίνηση.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Η Ιστορία της Lisey (Lisey's Story, 2021)

Ελεγειακό οπτικό μετα-ποίημα

Η Ιστορία της Lisey (Lisey's Story, 2006) γράφτηκε από τον Stephen King με αφορμή την προσωπική του εμπειρία ύστερα από μια παραλίγο μοιραία περιπέτεια της υγείας του. Όσο ο ίδιος ήταν στο νοσοκομείο, η σύζυγός του Tabitha βρήκε την ευκαιρία να τακτοποιήσει το γραφείο του και να ξεκαθαρίσει τα ανέκδοτα κείμενά του. Όταν ο Stephen επέστρεψε, βρήκε τα χαρτιά του στοιβαγμένα μέσα σε κούτες - πράγμα το οποίο εξέλαβε ως προεικόνιση του τι θα απογίνονταν τα χειρόγραφά του όταν εκείνος θα έφευγε απ' τη ζωή. Πληροφοριακά, η Tabitha είναι επίσης συγγραφέας και είχε εκδώσει βιβλία νωρίτερα απ' τον Stephen, αλλά η δική του δόξα την καταδίκασε στην αφάνεια (η περίπτωσή της, μάλιστα, έδωσε όνομα στο "σύνδρομο Tabitha King", δηλαδή την "εκμηδένιση" του ενός συζύγου - είτε γυναίκας, είτε άντρα - από τη φήμη του άλλου, ενώ και οι δυο ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο). Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 2021, σε σενάριο του ίδιου του King και σκηνοθεσία του Pablo Larraín (Post Mortem, Η Μυστική Λέσχη). Κεντρική ηρωίδα είναι η Lisey (Julianne Moore), χήρα του διάσημου συγγραφέα Scott Landon (Clive Owen), η οποία αφενός παλεύει να διαχειριστεί το πένθος για τον πρόωρο χαμό του αγαπημένου της συζύγου και αφετέρου έρχεται αντιμέτωπη με τον Jim Dooley (Dane DeHaan), τρελαμένο και αδίστακτο θαυμαστή του, που θεωρεί ότι η Lisey δεν έχει δικαίωμα να στερεί από το αναγνωστικό κοινό τα ανέκδοτα γραπτά του Scott και επιχειρεί να την απομακρύνει με κάθε τρόπο (ακόμα και διά της ακραίας βίας) απ' ό,τι σχετίζεται με τη μνήμη και την κληρονομιά του - λογαριάζοντας, φυσικά, χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Scott, η Lisey και η μεγαλύτερη αδελφή της, Amanda (Joan Allen) μοιράζονταν ένα μυστικό σύμπαν απροσπέλαστο για τους αμύητους, έναν κόσμο μαγευτικό όσο και τρομακτικό, ζωογόνο αλλά και θανάσιμα επικίνδυνο, όπου η Lisey θα καταφύγει για να λύσει μια σειρά γρίφων που της άφησε ο Scott σαν μεταθανάτιο δώρο και να ανακαλύψει την πεμπτουσία της συγγραφικής του έμπνευσης, νικώντας μεταφορικούς και κυριολεκτικούς δαίμονες με τη βοήθεια της συζυγικής και της αδελφικής αγάπης - του μοναδικού, ιερού δεσμού που ενώνει ένα ζευγάρι ή μια οικογένεια, ενάντια στις κοντόφθαλμες αντιλήψεις, τις παράλογες απαιτήσεις και τις αγενείς παρεμβάσεις των "απέξω". Τα δυο πρώτα επεισόδια (από οχτώ συνολικά των 50 περίπου λεπτών) κυλούν με ρυθμούς κάπως αγχωτικά αργούς, από κει κι έπειτα όμως η πλοκή παίρνει τα πάνω της, αποζημιώνοντάς μας με τόκο. Οι ερμηνείες "τα σπάνε" όπως ήταν αναμενόμενο, ενώ ειδική μνεία αξίζουν η εξαίσια ποιητική φωτογραφία του Darius Khondji (Delicatessen, Se7en) και το επίσης θαυμάσιο soundtrack του Christopher Clark (The Last Panthers, Daniel Isn't Real). Σε κόντρα ρόλο-έκπληξη, εντελώς αγνώριστος ο Michael Pitt (Οι Ονειροπόλοι, Hannibal).

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

Σώσε με (2022)

"Σκανδιναβούμεν" μετ' ευτελείας

Αν και η μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στην οθόνη αποβαίνει συνήθως εις βάρος του, δεν λείπουν και οι (πολύ σπανιότερες, ωστόσο) περιπτώσεις όπου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Και εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: ωραιότατα, άρτια από κάθε άποψη και δοκιμασμένα στο χρόνο μυθιστορήματα να μετατρέπονται σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μετριότητες - ενίοτε, μάλιστα, και εκτρώματα - ενώ βιβλία επικαιρικά, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, να βγάζουν από απλώς ανεκτές έως καθόλου άσχημες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές.

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

The Musketeer (2001)

Απ' το κακό στο χειρότερο - και μη χειρότερα

Η κλασική, πασίγνωστη και κοσμαγάπητη μυθιστορηματική τριλογία - Οι Τρεις Σωματοφύλακες (1844), Μετά Είκοσι Έτη (1845) και Ο Υποκόμης της Βραζελόνης (1847) - του Alexandre Dumas (πατρός) με ήρωα τον ατίθασο νεαρό Γασκόνο Charles d'Artagnan (στηριγμένο σε πραγματικό πρόσωπο), ο οποίος φεύγει απ' το χωριό του με τη φιλοδοξία να καταταγεί στη βασιλική φρουρά των Βερσαλιών, έχει άπειρες φορές μεταφερθεί στην οθόνη, σε επίσης πάμπολλες χώρες, γλώσσες και μορφές (ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μιούζικαλ, κινούμενα σχέδια, βιντεοπαιχνίδια). Παρά τις αναμενόμενες διακυμάνσεις στο βαθμό πιστότητας προς το πηγαίο υλικό, οι περισσότερες ως τώρα διασκευές διατηρούν ακέραιο το συστατικό που δίνει στα βιβλία αυτά την εμβληματική τους, λαοφιλή ταυτότητα: τον συγκινητικά άρρηκτο δεσμό αδελφικής φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ονειροπόλο πιτσιρικά D'Artagnan και τους τρεις "μπαρουτοκαπνισμένους" επίλεκτους σωματοφύλακες με τα συνθηματικά ψευδώνυμα Athos, Porthos και Aramis - οι οποίοι, ενώ αρχικά τον υποτιμούν και τον ειρωνεύονται, καταλήγουν να τον πάρουν υπό την προστασία τους και να τον βοηθήσουν να τελειοποιήσει τις ικανότητές του, ενώ παράλληλα ενηλικιώνεται μέσω μιας καίριας και πολυδιάστατης γκάμας εμπειριών. Το ότι η υπόθεση των βιβλίων πλέκει ιστορικά και μυθοπλαστικά στοιχεία με τρόπο αριστοτεχνικό, συμβάλλει τα μέγιστα στη διαχρονικά άφθαρτη γοητεία τους. Έλα, όμως, που όλο και κάποιος θα βρεθεί να μετατρέψει το χρυσάφι σε κάρβουνο. Και γι' άλλη μια φορά, απορώ και εξίσταμαι: Για ποιο λόγο γυρίζονται ορισμένες ταινίες; Με ποιον απώτερο σκοπό σπαταλιούνται ένα σωρό χρήματα για την παραγωγή τους, τόσες ώρες και μόχθος απ' τη ζωή των συντελεστών τους, σ' ένα εγχείρημα που είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε, δεν θα έκανε καμιά απολύτως διαφορά; Διότι το συγκεκριμένο "φιλμ" όχι μόνο δεν έχει ούτε στοιχειωδώς σχέση με τα μυθιστορήματα στα οποία δηλώνει με θράσος ότι "βασίζεται", όχι μόνο έχει καταντήσει τον κεντρικό ήρωα νευρόσπαστη καρικατούρα παντελώς άσχετη με τον πρωτότυπο χαρακτήρα, αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝ ΠΛΟΚH. Το "σενάριο" (Gene Quintano) είναι κυριολεκτικά ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ. Μια παντελώς ασυνάρτητη συρραφή από σκηνές δράσης με άχρηστα και κομπογιαννίτικα, στην πλειονότητά τους, ειδικά εφέ, ατέρμονη παρέλαση προσώπων που είναι αδύνατον να καταλάβεις τι δουλειά έχουν εκεί μέσα και γιατί, "διαλόγους" μπροστά στους οποίους τα έργα του Ionesco φαντάζουν σαν δείγματα γνήσιου νεορεαλισμού, εμμονή στα σκοτεινιασμένα πλάνα και την "ψαγμένη" χρήση χρωματικών και παραμορφωτικών φίλτρων που δεν προσθέτουν το παραμικρό στην (και καλά) "ατμόσφαιρα", και για κράχτες δυο τρία βαρύγδουπα ονόματα (Catherine Deneuve, Stephen Rea, Tim Roth) χωρίς, ουσιαστικά, ρόλο, τα οποία απλώς περιφέρονται πετώντας ακατανόητες ατάκες και κάνοντας ακόμα πιο ακατανόητα πράγματα. Και τελευταίος και φαρμακερός, ο πρωταγωνιστής Justin Chambers (πρώην μοντέλο και γνωστός από το μακροβιότατο σίριαλ Grey's Anatomy) ενσαρκώνει μια ασυγχώρητα βέβηλη κατά λάθος παρωδία του D'Artagnan σε διασταύρωση με μια εξίσου ιερόσυλη γελοιογραφία υπερήρωα της Marvel, επιδιδόμενος σε νταηλίκια αντάξια των πιο κωλοπετσωμένων ρεμαλιών και επιδεικνύοντας τους κοιλιακούς, τις ακροβατικές ικανότητες και τις πρόσθετες τρέσες του, με τους υπόλοιπους τρεις σωματοφύλακες (Jan-Gregor Kremp, Steve Speirs & Nick Moran) να εμφανίζονται αραιά και πού ως υποτυπωδώς ομιλούντες κομπάρσοι-χαλκομανίες και υποτίθεται κωμικές νότες, με μανιέρα οριακά παλιάτσου. Το κερασάκι, δε, στην τούρτα είναι ο άκρως παραπλανητικός τίτλος με τον οποίο κυκλοφόρησε το παρόν ανοσιούργημα στη χώρα μας (και άλλες ταλαίπωρες): D'Artagnan, λέει. Μπας και το πιστέψει κιόλας.

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Ο Συγγραφέας (Un Homme Idéal, 2015)

Ο κλέψας, του κλέψαντος, τω κλέψαντι

Αγανακτισμένος από την απαξιωτική στάση των εκδοτών απέναντι στο χειρόγραφο του πρώτου του βιβλίου, ο Matthieu Vasseur (Pierre Niney), επίδοξος και υπερφιλόδοξος νεαρός συγγραφέας, ο οποίος βγάζει μεροκάματο ως υπάλληλος μεταφορικής εταιρείας, βρίσκει τη "χρυσή" ευκαιρία να πάρει το αίμα του πίσω όταν το αφεντικό του τον στέλνει να ξεκαθαρίσει τα υπάρχοντα ενός ηλικιωμένου που απεβίωσε. Ανάμεσα στις παλιατζούρες, ανακαλύπτει ένα μουχλιασμένο ημερολόγιο όπου ιστορούνται γλαφυρά οι προσωπικές εμπειρίες του μακαρίτη από τον πόλεμο στην Αλγερία. Αποφασίζει λοιπόν να το αντιγράψει και να το υποβάλει σ' έναν εκδοτικό οίκο, με τη δική του υπογραφή. Το κείμενο γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και σημειώνει τεράστια επιτυχία, χαρίζοντας στον Matthieu τη φήμη και τη ζωή που ονειρευόταν, στο πλευρό της όμορφης και ευκατάστατης καθηγήτριας Alice (Ana Girardot). Ο καιρός όμως περνά και ο Matthieu δεν έχει να παρουσιάσει νέο μυθιστόρημα, προς μεγάλη απογοήτευση του εκδότη του (Laurent Grévill), ενώ η φήμη και τα χρήματα που απέκτησε αρχίζουν να στερεύουν. Μια απόπειρα να προωθήσει το δικό του πρωτότυπο κείμενο με ψευδώνυμο, αποτυγχάνει παταγωδώς. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η σχέση του με την Alice απειλείται από την άφιξη του Stan (Thibault Vinçon), βαφτισιμιού του πατέρα της (André Marcon), ο οποίος δείχνει εξαρχής επιφυλακτικότητα απέναντι στον Matthieu. Συγχρόνως, καταφθάνουν φάκελοι χωρίς όνομα αποστολέα και με υλικό που υπαινίσσεται ότι και κάποιος άλλος γνωρίζει για τη συγγραφική απάτη: σε μια εκδήλωση μάλιστα όπου ο Matthieu υπογράφει βιβλία του, εμφανίζεται ένας τύπος (Marc Barbé) που του αναφέρει το όνομα του νεκρού ηλικιωμένου, προειδοποιώντας τον ότι η ύβρις που διέπραξε δεν θα μείνει ατιμώρητη και απαιτώντας υπέρογκο χρηματικό ποσό προκειμένου να μην αποκαλύψει την αλήθεια. Καθώς ο εκβιαστής γίνεται ολοένα και πιο φορτικός, οδηγώντας τον Matthieu στην απόγνωση, βάζοντας ψύλλους στα αυτιά της Alice και εντείνοντας την καχυποψία του Stan, η μόνη λύση είναι μια απονενοημένη κίνηση, η οποία κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα... Με εμφανείς αναφορές στο ιδιότυπο thriller Match Point, γυρισμένο από τον Woody Allen μια δεκαετία νωρίτερα, καθώς και στη συγγραφέα Patricia Highsmith - κοινή τους πηγή έμπνευσης με τον εμβληματικό της ήρωα Tom Ripley και το διήγημά της Ο Κατά Φαντασίαν Συγγραφέας - ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Yann Gozlan (Χωρίς Όρια, Το Μαύρο Κουτί) και ο συν-σεναριογράφος του, Guillaume Lemans (Λάθος στο Λάθος, Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο - κριτική της Βερίνας ΕΔΩ) φτιάχνουν ένα ενδιαφέρον φιλμ με καλοκουρδισμένους ρυθμούς και πειστικές ερμηνείες (ιδίως από τον πρωταγωνιστή), χτίζοντας επιδέξια έναν κλοιό συγκυριών που ενώ αρχικά μοιάζει να ευνοεί τον κεντρικό χαρακτήρα, βαθμιαία σφίγγει αγχωτικά, αφόρητα γύρω του ώσπου να τον φέρει στο χείλος του γκρεμού - και αντιμέτωπο με την υπέρτατη τραγική/υπαρξιακή ειρωνεία. Απ' την άλλη, δεν λείπουν και οι αιχμές προς όσους τείνουν να υποτιμούν την εφευρετικότητα ενός συγγραφέα και στην "πραγματική" ζωή, θεωρώντας τον ακίνδυνα γραφικό "ψώνιο" χαμένο στον κόσμο του, ιδανικό στόχο χειραγώγησης ή/και εκμετάλλευσης. Τι ακριβώς συνιστά "βεβήλωση" της μνήμης νεκρού; Πόσο "δίκαιη" είναι η αυτοδικία; Τι γίνεται όταν ο αυτόκλητος τιμωρός αποδεικνύεται χειρότερος από τον "απατεώνα"; Μπορεί να υπάρξει "παρθενογένεση" στην τέχνη, και κατά πόσο ο (κάθε) συγγραφέας έχει όντως την πατρότητα και την κυριότητα του έργου του; Μιμείται η τέχνη τη ζωή, ή μήπως η ζωή όχι μόνο μιμείται, αλλά και ξεπερνά την τέχνη; Μερικά μονάχα απ' τα ερωτήματα που ανεπιτήδευτα, σχεδόν υπόγεια, τίθενται μέσα απ' τις πράξεις των προσώπων και την πορεία της πλοκής. Λέγοντας πολύ λίγα, η ταινία κατορθώνει να δείξει και να πει πάρα πολλά, κρατώντας την αγωνία αμείωτη απ' το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Holding (2022)

Μικρό χωριό, μεγάλα μυστικά

Σ' ένα ειδυλλιακό ιρλανδικό χωριό όπου (εκ πρώτης όψεως) τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει, απ' τα θεμέλια μιας οικοδομής ξεθάβονται τυχαία δυο ανθρώπινοι σκελετοί - ενός ενήλικα και ενός μωρού. Το οικόπεδο που χτίζεται ήταν κάποτε ιδιοκτησία μιας ξεκληρισμένης πια οικογένειας, της οποίας ο γιος (Felix Brown) είχε πριν χρόνια παρατήσει την αρραβωνιαστικιά του (Siobhán McSweeney) σύξυλη στην εκκλησία την ημέρα του γάμου τους, και από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Στο μεταξύ εκείνη παντρεύτηκε άλλον (Gary Shelford), με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, ενώ φροντίζει τη δύστροπη αλκοολική μητέρα της (Olwen Fouéré) και έχει και η ίδια πρόβλημα με το ποτό. Καθώς αποδεικνύεται ότι ο σκελετός του ενήλικα ανήκει σε θύμα εγκληματικής ενέργειας και συγκεκριμένα στον "λιποτάκτη" γαμπρό, οι υποψίες στρέφονται τόσο εναντίον της εγκαταλελειμμένης νύφης όσο και της παλιάς της αντιζήλου για την καρδιά του δολοφονημένου, μιας εύθραυστης και ιδιόρρυθμης κοπέλας (Charlene McKenna) που μικρή ακόμα, είχε γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα της. Αμάθητος σε τέτοιας εμβέλειας υποθέσεις, ο ντόπιος συμπαθέστατος χωροφύλακας (Conleth Hill) που κατατρύχεται από τους δικούς του δαίμονες, αναγκάζεται - εξαιρετικά απρόθυμα - να συνεργαστεί μ' έναν λιγάκι ξιπασμένο νεαρό αστυνομικό από το Δουβλίνο (Clinton Liberty), του οποίου η υπερβολική τυπολατρία και αυτοπεποίθηση δεν βοηθούν στην εξομάλυνση των σχέσεών του με τον καχύποπτα εχθρικό περίγυρο. Παράλληλα, τα πρωτοφανή γεγονότα δημιουργούν εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ολόκληρο πλέγμα επικίνδυνων μυστικών και απωθημένων... Βασισμένη στο ομότιτλο πρώτο (2016) μυθιστόρημα μυστηρίου του πολυβραβευμένου τηλεοπτικού παρουσιαστή και οικοδεσπότη ψυχαγωγικών εκπομπών Graham Norton, η σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων (σε σκηνοθεσία της Kathy Burke) κατορθώνει να αποδώσει αρκετά πειστικά το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου, εναποθέτοντας το μεγαλύτερο βάρος στις πράγματι εκπληκτικές, γεμάτες φυσικότητα ερμηνείες και εξισορροπώντας το τραγικό στοιχείο με χιούμορ που πηγάζει αβίαστα από τις καταστάσεις και τις αλληλεπιδράσεις των προσώπων. Ο τίτλος, Holding, σημαίνει "οικόπεδο" αλλά και "ομηρία" και αυτό ακριβώς καταδεικνύει: ο κάθε χαρακτήρας είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων μυστικών, παθών, προσωπικών δραμάτων και κληρονομημένων προκαταλήψεων, όπως επίσης και του περιβάλλοντός του, της ασφυκτικής επαρχιώτικης νοοτροπίας που προτιμά να "θάβει" παρά να αντιμετωπίζει στα ίσια ό,τι δεν τη βολεύει ή δεν τη συμφέρει. Αν και όχι ριζοσπαστικά πρωτότυπη, η σειρά βλέπεται με ενδιαφέρον και χάρη στη μικρή της διάρκεια, δεν προλαβαίνει να κουράσει πλατειάζοντας. Κυκλοφορεί σε DVD από την Amazon.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000)

Περί λογοτεχνικών βραβείων & λοιπών (σύγχρονων & διαχρονικών) δαιμονίων

Στην ιδιότυπη κινηματογραφική βιογραφία Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000) του Julien Temple, ο Άγγλος ποιητής Samuel Taylor Coleridge (Linus Roache) μετατρέπεται, άθελά του, στον μεγαλύτερο λογοτεχνικό "αντίζηλο" του γείτονα και πολύ στενού του φίλου William Wordsworth (John Hannah), όταν και οι δυο βρίσκονται υποψήφιοι - μαζί με τον κοινό τους φίλο Robert Southey (Samuel West) - για το Βασιλικό Βραβείο Ποίησης, στη θέση του Sir Walter Scott που το αποποιήθηκε λόγω της αναξιοκρατίας στους πνευματικούς κύκλους της εποχής.

Αποφασισμένος να κερδίσει που να χαλάσει ο κόσμος, ξεχνώντας και φιλίες και όλα, ο Wordsworth βάζει λυτούς και δεμένους ώστε να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Coleridge (τον Southey προφανώς δεν τον λογάριαζε για αξιόλογο ανταγωνιστή) - ο οποίος, ως αγνός και "φευγάτος" οραματιστής αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην τέχνη του, δεν θα μπορούσε να αδιαφορεί περισσότερο για το βραβείο, ούτε υποψιάζεται καν τη δολιότητα του άλλου.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κτήνος (Beast, 2017)

Στην από κει πλευρά του καθρέφτη

Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Michael Pearce (Madrugada, Rite), το Κτήνος αντλεί τη βασική έμπνευση και τη θεματολογία του από πραγματικά γεγονότα, και συγκεκριμένα τη δράση του βιαστή και δολοφόνου Edward Paisnel, επονομαζόμενου "The Beast of Jersey" (Κτήνος του Τζέρσεϊ) μεταξύ τέλους της δεκαετίας του '50 και αρχών του '70. Αρχικά, για τα εγκλήματα του Paisnel είχε κατηγορηθεί ο νορμανδικής καταγωγής αγρότης και ψαράς Alphonse Le Gastelois, του οποίου η ζωή καταστράφηκε εξαιτίας του κοινωνικού στιγματισμού του (ήταν ήσυχος, μοναχικός άνθρωπος που αγαπούσε τις βραδινές πεζοπορίες, πράγμα το οποίο τον ενοχοποίησε άδικα - βρέθηκε σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή), παρά την οριστική του αθώωση το 1975.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

Χωρίς Ίχνος (Vivre sans Eux, 2018)

Μια σύγχρονη τραγωδία καθημερινών ανθρώπων

Ο μεσήλικας Gabriel Terrazoni (Xavier Boulanger) και ο νεαρός Aurelien Calbert (Nicolas Casar-Umbdenstock), ζευγάρι και ιδιοκτήτες πολυτελούς βίλας, ετοιμάζονται να την πουλήσουν στο φιλόδοξο επιχειρηματία Olivier Mauclair (Gregory Montel) πριν φύγουν για ταξίδι στην Ταϊλάνδη. Με το που εισπράττουν όμως την προκαταβολή και αποχαιρετούν τον αγοραστή, εκείνος ξαναμπαίνει κρυφά στο σπίτι με ένα δίκαννο και τους πυροβολεί και τους δυο. Μήνες αργότερα, η ατίθαση φοιτήτρια Adele (Esther Garrel), κόρη του πρώτου και ο πεισματάρης συνταξιούχος Martin (Bernard Le Coq), πατέρας του δεύτερου, αρχίζουν να τους αναζητούν - ο Martin, που πάσχει από ανίατη ασθένεια, ελπίζοντας να λύσει παλιές διαφορές με το γιο του και η Adele, της οποίας η μητέρα έχει μόλις πεθάνει, επειδή χρειάζεται την υπογραφή του πατέρα της για θέματα κληρονομιάς. Όμως στην έπαυλη των δικών τους βρίσκουν τώρα εγκατεστημένο τον Mauclair με την ψυχρή, αυταρχική σύζυγό του Solene (Lilou Fogli), που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ιδέα για το τι απέγιναν οι πρώην κάτοικοι και επιχειρούν με κάθε τρόπο να απομακρύνουν την Adele και τον Martin, αποφεύγοντας με ύποπτη επιμονή να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους και απειλώντας τους με καταγγελίες για καταπάτηση και παρενόχληση. Αν και εξαρχής ο Martin είναι κατηγορηματικά βέβαιος για την ενοχή των Mauclair, η Adele αποδέχεται πιο πρόθυμα τη δική τους εκδοχή των γεγονότων - ώσπου τυχαία πέφτει πάνω σε στοιχεία που τους "καίνε". Αποφασίζει λοιπόν να συνεργαστεί με τον Martin, προκειμένου να πείσουν την αστυνομία να αντιμετωπίσει την υπόθεση ως εγκληματική ενέργεια, ενώ μεταξύ τους βαθμιαία αναπτύσσεται μια ζεστή σχέση πατέρα-κόρης που αναπληρώνει την απώλεια του καθενός τους. Εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία, η καλογυρισμένη γαλλική ταινία του μέχρι πρότινος μικρομηκά Jacques Maillot (Cold as Summer, Δεσμοί Αίματος) στηρίζεται εξίσου στις πειστικές ερμηνείες και το σφιχτό σκηνοθετικό ρυθμό, δίχως ωστόσο να γλιτώνει από κάποιες "τρύπες" πλοκής ή ένα ξώφαλτσο φλερτ με το μελόδραμα προς το τέλος. Βλέπεται πάντως πολύ άνετα και με ενδιαφέρον, παρ' όλο που ο θεατής γνωρίζει απ' τα πρώτα λεπτά τι έχει συμβεί (δεν θα του ήταν, εξάλλου, δύσκολο να το μαντέψει) και το μυστήριο κυρίως συνίσταται στο να το ανακαλύψουν και οι πρωταγωνιστές: βασική αρχή του κλασικού θεάτρου - η τραγική ειρωνεία - η οποία λειτουργεί εδώ και αξιοποιείται με αρκετή αποτελεσματικότητα.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Το Μυστήριο του κ. Pick (Le Mystère Henri Pick, 2019)

Αναζητώντας το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος"

Συμπαθέστατο όσο και απροσδόκητο γαλλικό ταινιάκι βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του David Foenkinos, το οποίο ξεδιπλώνει έναν περίπλοκο λογοτεχνικό γρίφο με φόντο τα σαλόνια της παριζιάνικης διανόησης και μια μικρή, "χαμένη στο χάρτη" επαρχιακή κωμόπολη της Βρετάνης - όπου, σε μια "Βιβλιοθήκη Απορριφθέντων Χειρογράφων", η υπερφιλόδοξη επιμελήτρια εκδόσεων Daphne Despero (Alice Isaaz) ανακαλύπτει ένα αριστουργηματικό κείμενο που πραγματεύεται τον πρόωρο, βίαιο θάνατο του Ρώσου ποιητή Pushkin, με τον τίτλο Οι Τελευταίες Ώρες μιας Ιστορίας Αγάπης και την υπογραφή του Henri Pick, ιδιοκτήτη της τοπικής πρώην πιτσαρίας (νυν κρεπερί). Έλα όμως που σύμφωνα με τη χήρα του (Josiane Stoleru), ο μακαρίτης κ. Pick (Jean-Claude Tagand) αγνοούσε παντελώς τον Pushkin και δεν... το είχε καθόλου με τη συγγραφή! Το βιβλίο, ωστόσο, κυκλοφορεί τελικά από μεγάλο εκδοτικό οίκο, σημειώνοντας σαρωτική επιτυχία. Ο μόνος που αμφιβάλλει ανοιχτά για την "πατρότητά" του είναι ο κριτικός λογοτεχνίας και παρουσιαστής βιβλιοφιλικής εκπομπής Jean-Michel Rouche (Fabrice Luchini), ο οποίος ξεκινά έναν μαραθώνιο αγώνα προκειμένου να αποδείξει το δίκιο του. Με την απρόθυμη βοήθεια της δασκάλας και βιβλιοφάγου κόρης του Pick, Josephine (Camille Cottin), που παραπαίει μεταξύ της αφοσίωσης στη μνήμη του πατέρα της και το συντριπτικό βάρος των ενδείξεων εναντίον του, εμμονικά πλέον ο Rouche κυνηγά τη λύση του μυστηρίου - το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος" - βλέποντας στην πορεία την επαγγελματική και προσωπική του ζωή να καταστρέφονται. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο νεαρός συγγραφέας Fred Koskas (Bastien Bouillon), που "κατά τύχη" είναι και άντρας της Daphne, δεν αφήνει τον Rouche σε χλωρό κλαρί, απαιτώντας μια "γνώμη ειδικού" για το πρώτο του βιβλίο, το παραλίγο best seller Η Μπανιέρα... Ως τη στιγμή που με τρόπο αιφνιδιαστικά ανεπιτήδευτο θα ξεσκεπαστεί η αλήθεια, ο Foenkinos διά μέσου του σκηνοθέτη και σεναριογράφου (μαζί με τη Vanessa Portal) Remi Bezancon (Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου, Το Μεγάλο Ταξίδι της Zarafa), μας έχει μέσα σε κάτι παραπάνω από μιάμιση ώρα παραπλανήσει σε βαθμό... κακουργήματος, ταυτόχρονα κάνοντας φύλλο και φτερό εκδότες, συγγραφείς, επιμελητές εκδόσεων, τηλεοπτικές εκπομπές "τέχνης και λόγου", κοινό, μέσα ενημέρωσης, λέσχες φιλαναγνωσίας και δανειστικές βιβλιοθήκες, μ' ένα χιούμορ υπόγεια οξύ όσο και ευθύβολο, δίχως στιγμή να γίνεται κακεντρεχής ή να ξεπέφτει στο φαρσικό στοιχείο όπου - από παράδοση, κιόλας - είναι συνήθως επιρρεπείς οι Γάλλοι (όποτε δηλαδή δεν φτάνουν στο άλλο άκρο, την οριακά ακατανόητη φιλοσοφική/υπαρξιακή εμβάθυνση στα θέματά τους). Παρά το εξειδικευμένο της αντικείμενο, η ταινία δεν απευθύνεται μονάχα στους γνώστες του εκδοτικού χώρου, επανειλημμένα όμως θα τους φέρει μπροστά σε (όχι πάντα ευπρόσδεκτα) οικείες τους καταστάσεις. Το μόνο που με "χάλασε" λίγο - ελάχιστα - ήταν η ωμή, απερίφραστη αποκάλυψη στο τέλος: θα προτιμούσα ένα φινάλε πιο "φλου", πιο παιχνιδιάρικο, περισσότερο συμβατό με το καλόκαρδα πειραχτικό πνεύμα του υπόλοιπου φιλμ. Συγκινητική η συμμετοχή του κινηματογραφικού "μνημείου" Hanna Schygulla (Ο Γάμος της Maria Braun, Η Γη της Επαγγελίας) σ' έναν τιμητικό ρόλο έκπληξη.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Hightown (Seasons 1-2, 2020-2021)

Τρικυμία εν κρανίω, κυματάκια εν αιθρία

Είχα αρχίσει από πέρσι να βλέπω το Hightown (παραγωγής του διάσημου Αμερικανού βετεράνου Jerry Bruckheimer, για το δεδηλωμένα εκσυγχρονισμένων αντιλήψεων συνδρομητικό κανάλι Starz), με κάθε καλή πρόθεση μια και επρόκειτο για αστυνομικό thriller, που διαδραματιζόταν σ' ένα παραθαλάσσιο θέρετρο με ξέφρενη νυχτερινή ζωή και άκρως αυξημένη εγκληματικότητα. Κεντρικοί του ήρωες η Jackie Quinones (Monica Raymund), νεαρή αστυνομικός ειδικευμένη στην πάταξη της λαθραλιείας, και ο Ray Abruzzo (James Badge Dale), "ψημένος" εκπεσών συνάδελφός της από τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αν και δεν συνεργάζονται εξαρχής ούτε και συμπαθιούνται ιδιαίτερα, στην πορεία (φυσικά) αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Δομηνικανό αρχιμαφιόζο Frankie Cuevas (Amaury Nolasco) και τα τσιράκια του, που σπέρνουν το θάνατο με νοθευμένες ουσίες στα νεανικά στέκια της περιοχής. Παρά τους τραβηγμένους απ' τα μαλλιά (αντι)ήρωες - η Jackie είναι λεσβία, με παραδοσιακά "αντρική" συμπεριφορά απέναντι στις κατά καιρούς κοπέλες της (αυτό κρατήστε το για αργότερα), αλκοολική και τοξικομανής, ενώ ο Ray έχει αχαλίνωτο εθισμό στο σεξ - η πρώτη σεζόν είχε κάποιο ενδιαφέρον χάρη στην πλοκή της και τους καλογραμμένους σχετικά χαρακτήρες του τυπολάτρη αστυνόμου Alan Saintille (Dohn Norwood), του παχύσαρκου πληρωμένου φονιά Osito (Atkins Estimond) και του ταλαίπωρου μικροαπατεώνα Junior McCarthy (Shane Harper), οι οποίοι ενσαρκώνονται από εξίσου επαρκείς ηθοποιούς. Μια επίμονη αίσθηση που μου γεννήθηκε όσο η ιστορία προχωρούσε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη δεύτερη σεζόν, η οποία βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη: ο ρόλος της Jackie είχε γραφτεί για άντρα. Gay άντρα. Διότι μ' όλη την ελκυστική θηλυκότητα του παρουσιαστικού της, αυτό το πράγμα που έβαλαν τη Raymund (Αστυνομικό Τμήμα Σικάγου, Chicago Fire) να υποδυθεί, δεν είναι γυναίκα που να χτυπιέται κάτω. Μόνο εξωγήινη δεν την έκαναν. Αφήστε δε που τα σενάρια των νέων επεισοδίων μοιάζουν ύποπτα με fan fiction και δη σαχλό, γραμμένο από δεκαπεντάχρονα - όποιος παρακολουθεί τη σειρά έχοντας έστω και αμυδρή ιδέα από fan fiction, θα καταλάβει τι ακριβώς εννοώ. Επίσης το ότι η σεξουαλικότητα της πρωταγωνίστριας, όπως και οι εξαρτήσεις της, γίνεται αβίαστα αποδεκτή από τον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο (πιο πολύ τη στραβοκοιτάνε επειδή είναι Λατίνα) σε μια κατά βάση πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, συνιστά περισσότερο πολιτικά ορθό ευσεβή πόθο παρά απόπειρα αντανάκλασης της οποιασδήποτε πραγματικότητας. Πολύ θα ήθελα απ' την ομάδα των σεναριογράφων να είχε δείξει αληθινή πυγμή αναθέτοντας όντως σε άντρα το ρόλο της Jackie, όπως προφανέστατα ήταν η αρχική πρόθεση. Εκεί να τους δω, αντί να "χαϊδεύουν" εντέχνως τα κλισέ των αντρικών φαντασιώσεων με πιο ανώδυνη (κατά τη γνώμη τους) "τόλμη" soft τσόντας, παρουσιάζοντας κάθε λογής χιλιοαναμασημένο στερεότυπο σαν απαύγασμα ριζοσπαστικής έμπνευσης. Κάπως έτσι έχει καταντήσει κι ένα άλλο, αρκετά υποσχόμενο (θεωρητικά τουλάχιστον) εγχείρημα, το In the Dark (2019), με ηρωίδα μια τυφλή κοπέλα (Perry Mattfeld) που μπλέκει με το οργανωμένο έγκλημα στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει έναν φόνο - το οποίο διανύει την τέταρτη σεζόν του, μα δεν το άντεξα πέρα απ' τα μισά της δεύτερης. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, για να δουν ως πού είναι ικανή να φτάσει η ανοχή των θεατών στη μετά βίας συγκαλυμμένη ηθικολογία, στην κοινοτοπία και τη μετριότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λίαν προσφάτως και κατόπιν εορτής, υπέπεσε στην αντίληψή μου η προγενέστερη (2017) ισλανδική σειρά Stella Blomkvist, την οποία το Hightown έχει - ας το πούμε ευγενικά - ως πηγή έμπνευσης. Επιφυλάσσομαι για συγκρίσεις.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Happily (2021)

Η ατυχής κατάληξη ενός ελπιδοφόρου εγχειρήματος

Η Janet (Kerry Bishe) και ο Tom (Joel McHale) είναι ένα αγαπημένο αστικό ζευγάρι που εξακολουθεί, ύστερα από 14 χρόνια γάμου, να συμπεριφέρεται σαν νεόνυμφο και μονίμως ερωτευμένο, προξενώντας απορία και φθόνο σε φίλους, συναδέλφους και γνωστούς του, οι προσωπικές σχέσεις των οποίων παρουσιάζουν τα συνήθη συμπτώματα κόπωσης. Ένα πρωί, εμφανίζεται στην πόρτα τους ένας μυστηριώδης κύριος (Stephen Root), ο οποίος, ισχυριζόμενος ότι ανήκει σε μια "ανώτερη αρχή", προσφέρεται να τους εμβολιάσει με μια ουσία που θα τους επαναφέρει σε "φυσιολογική" κατάσταση, μειώνοντας την ασυγκράτητη επιθυμία του καθενός τους για τον άλλον και δημιουργώντας μεταξύ τους τις αναμενόμενες συγκρούσεις μιας μακρόχρονης συμβίωσης. Όταν εκείνοι αρνούνται, ο επισκέπτης επιμένει με τρόπο απειλητικά φορτικό, αναγκάζοντας την Janet να τον σκοτώσει σε αυτοάμυνα. Πανικόβλητοι, η ίδια και ο σύζυγός της ξεφορτώνονται το πτώμα θάβοντάς το στο γειτονικό δάσος. Προκειμένου να γλιτώσουν τα μπλεξίματα με το νόμο, επωφελούνται από την πρόσκληση ενός φιλικού τους ζευγαριού (Natalie Morales & Jon Daly) να περάσουν μαζί τους και με άλλους φίλους ένα Σαββατοκύριακο σε νοικιασμένη εξοχική βίλα: μια ευκαιρία που παραείναι "εξυπηρετική" για να μην εγκυμονεί κινδύνους... Ως τα μισά και λίγο παρακάτω, η παρθενική αυτή σκηνοθετική απόπειρα του νεαρού σεναριογράφου BenDavid Grabinski (Οι Σαματατζήδες, Are You Afraid of the Dark?) κρατά το ενδιαφέρον και - γιατί όχι - την περιέργειά μας με απανωτές, κλιμακούμενες υποσχέσεις μιας συναρπαστικής ανατροπής, τις οποίες όμως δεν καταφέρνει να τηρήσει. Από ένα σημείο κι έπειτα, η εξέλιξη της ιστορίας δίνει την εντύπωση ότι ο δημιουργός της κατέβασε μια ιδέα λίγο πολύ ιδιοφυή, την οποία δεν είχε, ωστόσο, την τόλμη ή τη "μαγκιά" να υποστηρίξει με ανάλογο σθένος. Σχεδόν τη βλέπεις να του φεύγει μέσα απ' τα χέρια και να "ξεκουρντίζεται" ανεπανόρθωτα, χάνοντας με ραγδαίους ρυθμούς την όποια κεκτημένη της ταχύτητα ως το μάλλον αμήχανο, απογοητευτικά προβλέψιμο φινάλε. Κι είναι κρίμα. Τόσο για τη σπιρτόζα χημεία και το κέφι των πρωταγωνιστών, όσο και για ορισμένα ευφάνταστα ευρήματα σε επίπεδο κινηματογράφησης, που δυστυχώς αφήνονται να πάνε στράφι. Ίσως αν εμπλέκονταν λιγότεροι χαρακτήρες, η θεατρικότητα που εξαρχής διακρίνει το σενάριο θα ήταν πιο σταθερά αισθητή και το αποτέλεσμα συνεπέστερο στις προσδοκίες μας. Επίσης δεν με εντυπωσίασε καθόλου η πολυπράγμων και παραδόξως αγαπητή στους κριτικούς Charlyne Yi (γνωστή περισσότερο ως θεατρική και φωνητική ηθοποιός), η οποία, στον υπερβάλλοντα ζήλο της να πείσει ως σεμνή και ανασφαλής κορασίδα, παίζει σαν να πάσχει από κάποιο είδος νοητικής υστέρησης: οπτικά και ερμηνευτικά παράταιρη, ασυντόνιστη με το υπόλοιπο cast σε βαθμό ώστε να διασπά τον προσεγμένο γενικά ρυθμό, με φωνή και άρθρωση τόσο αλλοιωμένη - επίτηδες, άραγε; - που χωρίς υποτίτλους είναι αδύνατον να καταλάβεις τι λέει. Μπορεί βέβαια να φταίει και ο ρόλος της, τουλάχιστον ακατανόητος από δραματουργική άποψη, σαν "εγκάθετος" (που δεν αποκλείεται κιόλας να ήταν) μέσα στο έργο. Όμορφη νοσταλγική πινελιά τα εμβληματικά τραγούδια της δεκαετίας του '80 και του '90 που διανθίζουν το soundtrack (Joseph Trapanese), ενώ η φωτογραφία (Adam Bricker), φροντισμένη και ατμοσφαιρική, στήνει αλλεπάλληλους "ζωντανούς πίνακες", αξιοποιώντας την αρχιτεκτονική των εσωτερικών (κυρίως) χώρων.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Πίσω από τα Μάτια της (Behind Her Eyes, 2017)

Εδώ παπάς, εκεί παπάς... κι αλλού τα ράσα του

Υπάρχουν βιβλία "σοβαρά", ταγμένα στο να υπηρετήσουν με συνέπεια ένα λογοτεχνικό είδος ή το προσωπικό όραμα του συγγραφέα τους, χαρίζοντάς μας μια στέρεη, ελκυστική, περιεκτική πλοκή ή μια ιδιαίτερη/απροσδόκητη αναγνωστική εμπειρία. Υπάρχουν κι άλλα που γράφονται με εσκεμμένη και ασυγκάλυπτη σατιρική διάθεση. Υπάρχουν, ακόμα, βιβλία που παρωδούν "υπόγεια" τον εαυτό τους και το είδος τους, με μια επίφαση σοβαρότητας που αφήνει, ωστόσο, ξεκάθαρες χιουμοριστικές αιχμές. Και τέλος, εκείνα που ακούσια προξενούν το γέλιο, αν και υποτίθεται ότι ανήκουν στην κατηγορία των "σοβαρών".

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

The Drowning (2021)

Το χαμένο παιδί & η χαμένη πλοκή

Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάθισα και παρακολούθησα τη μίνι αυτή σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων του βρετανικού Channel 5, ήταν η περιέργειά μου βλέποντας ανάμεσα στους συντελεστές το πολύ χαρακτηριστικό επίθετο του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου πρωταγωνιστή της. Λοιπόν, ο μόλις δεκαεξάχρονος Cody Molko τυχαίνει όντως να είναι γιος του θρυλικού εναλλακτικού ροκά Brian Molko (Velvet Goldmine), αρχηγού της μπάντας Placebo - η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μουσικής "ιδεολογίας" της δεκαετίας του '90 - και της φωτογράφου Helena Berg. Η υπόθεση της σειράς φαινόταν επίσης ενδιαφέρουσα: η Jodie Walsh (Jill Halfpenny), μια κάπως "φευγάτη" γεωπόνος και χαροκαμένη μάνα, που δέκα χρόνια πριν έχασε το μικρούλη, τότε, μοναχογιό της Tom (Aaron Kane) από πνιγμό στη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής, έχει μια μέρα την εντύπωση ότι τον βλέπει, μαθητή γυμνασίου πια, σ' ένα σχολικό λεωφορείο. Απο κείνη την ώρα η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω, καθώς πασχίζει με κάθε λογικό και παράλογο (με έμφαση στο "παράλογο") τρόπο να τον πλησιάσει, να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του και να τον σώσει από τον "απαγωγέα" (Rupert Penry-Jones) που εκείνη θεωρεί ότι παριστάνει τον πατέρα του. Το σενάριο "κλέβει" εν πολλοίς την ιδέα από μια παλιότερη (2007) τηλεοπτική παραγωγή, βασισμένη, μάλιστα, σε πραγματικά γεγονότα. Από υπερβάλλοντα, προφανώς, ζήλο να απομακρυνθούν απ' την πηγή έμπνευσής τους, οι τρεις σεναριογράφοι της σειράς σκαρφίζονται και συρράπτουν τη μια σουρεαλιστική απιθανότητα πάνω στην άλλη, στέλνοντας στον αγύριστο τους στοιχειωδέστερους κανόνες λογικής και πλάθοντας μια ηρωίδα τόσο σπασμωδικά ασυνάρτητη και παρορμητική που αντί να συμπάσχεις μαζί της, σου 'ρχεται να τη δέσεις και να την κλειδώσεις κάπου - μπας και πάψει επιτέλους να διαπράττει ασύλληπτες κατά συρροήν παλαβομάρες KAI παρανομίες, βάζοντας σε δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο φίλους και συνεργάτες της και ιδίως τραβολογώντας έναν σχεδόν σπαραξικάρδια άβγαλτο κι απονήρευτο πιτσιρικά σε καταγώγια αδίστακτων μαφιόζων, πρεζάκηδων και προαγωγών που τον κοιτάνε σαν ξερολούκουμο (πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνει να θορυβεί κανέναν απολύτως από το περιβάλλον της αλλά ούτε και του μικρού), προκειμένου να του εξασφαλίσει πλαστά χαρτιά ώστε να διαφύγουν μαζί στο εξωτερικό. Η λύση, δε, του δράματος κορυφώνει με τον πιο απίστευτ(α προβλέψιμ)ο τρόπο την εξωφρενικότητα του όλου εγχειρήματος, το οποίο μετά βίας σώζεται από τη φιλοτιμία των ηθοποιών, τη χαριτωμένη φατσούλα του ερμηνευτικά αμήχανου, κατά τα άλλα, Molko Jr. και την αντισυμβατική γοητεία του Ιρλανδού Dara Devaney (ο οποίος, δυστυχώς, ίσα που "κάθεται στο δόντι" σ' έναν ρόλο στα όρια της καρικατούρας) ως - δικαιολογημένα (και αυτό δεν αποτελεί καν spoiler, αφού η υποτιθέμενη τελική ανατροπή δεν είναι παρά ό,τι πιο αναμενόμενο) - δύσπιστου πρώην συζύγου της Jodie. Η μοναδική χρησιμότητα σεναρίων σαν το συγκεκριμένο είναι ότι δίνουν ένα ακόμα "λαμπρό" παράδειγμα για το πώς να ΜΗ γράφουμε.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ασφαλείς (Safe, 2018)

Κεκλεισμένων των (αυλο)θυρών

Συνεχίζοντας την άγρα μίνι (κατά προτίμηση) σειρών για ολονύκτιους μαραθώνιους ελέω καραντίνας, έπεσα πάνω σ' ένα ακόμα τηλεοπτικό thriller οχτώ επεισοδίων βασισμένο σε ιδέα του Harlan Coben (και σε παραγωγή του ίδιου, πάλι με κυρίως σεναριογράφο τον Daniel Brocklehurst). Ο λόγος για το προπέρσινο Safe, με πρωταγωνιστή τον Michael C. Hall (γνωστό και αγαπητό από το μακάβριο πλην μακρόβιο Six Feet Under και τον εμβληματικό Dexter) ως χαροκαμένο χειρουργό που σαν να μην του έφταναν τα υπόλοιπα βάσανά του, πρώτα η μεγάλη (Amy James-Kelly) και μετά η μικρή (Isabelle Allen) του κόρη εξαφανίζονται, ενώ ο παιδιόθεν κολλητός του (Marc Warren), ο οποίος, μάλιστα, τρέφει παραπάνω από φιλικά συναισθήματα γι' αυτόν, αρχίζει να συμπεριφέρεται μάλλον ύποπτα. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με την άφιξη μιας λιγόλογης νεόκοπης αστυνομικού (Hannah Arterton) που δεν φροντίζει ιδιαίτερα να γίνει αρεστή στους καινούργιους συναδέλφους της, ενώ στην αγωνιώδη του προσπάθεια να βρει τις κόρες του, ο ήρωας κάνει, ως είθισται, μαντάρα την επίσημη έρευνα, εκμεταλλευόμενος στυγνά την αφοσίωση του ερωτοχτυπημένου κολλητού και ανακαλύπτοντας έναν λαβύρινθο από σκιαχτερά αινίγματα που θα του γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στην περιφραγμένη κοινότητα που έχουν σχηματίσει ορισμένες οικογένειες, με σκοπό να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την τάξη στην καθημερινότητά τους. Ως γνωστόν, όμως - και όπως δυσοίωνα αποφαίνεται ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος γείτονας (Ben Onwukwe) - κλειδώνεις, αμπαρώνεις κι ο "κλέφτης" (ή ο "μπαμπούλας") είναι μέσα... Δεν ξέρω τι έχει κάνει εδώ στη φάτσα του ο Hall και σχεδόν δεν γνωρίζεται - υποπτεύομαι Botox, το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν χρειαζόταν. Εκτός του ότι είναι ακόμα νέος άνθρωπος, ήταν πολύ γοητευτικός με τις χαρακτηριστικές γραμμές έκφρασης και τις έντονες γωνίες του προσώπου του. Οι ηθοποιοί που αλλάζουν τόσο δραστικά τη φυσιογνωμία τους δίχως να το απαιτεί κάποιος ρόλος, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξενίζουν τους θεατές και να μονοπωλούν την προσοχή με λάθος τρόπο. Τέλος πάντων. Οι αρκετά προγενέστεροι Πέντε (2016) που παρουσίασα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση με είχαν προϊδεάσει θετικά για το Safe, το οποίο δεν θα έλεγα, βέβαια, πως με απογοήτευσε ακριβώς, αλλά στο σύνολο είναι σαν κάτι να του φταίει, κάτι να του λείπει. Παρ' ότι δίνονται (σχετικά) πειστικές λύσεις και εξηγήσεις για όλα, το φινάλε αφήνει πίσω του μια διάχυτη αίσθηση εκκρεμότητας, η οποία ίσως είναι και ηθελημένη. Οι ερμηνείες κυμαίνονται από το απλώς αξιοπρεπές ως το ελαφρώς άνω του μετρίου, με έναν ευσυνείδητα διεκπεραιωτικό Hall να εντυπωσιάζει λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς (μπορεί εξαιτίας του Botox, που του έχει "παγώσει" το πρόσωπο σ' ένα μόνιμο ύφος θιγμένης απορίας). Υπέροχα, πάντως, τα τραγούδια των τίτλων στην αρχή και το τέλος κάθε επεισοδίου (Glitter & Gold και Fire αντίστοιχα), από το άλμπουμ The Attractions of Youth του νεαρού Βρετανού τραγουδοποιού Barns Courtney, πρώην μέλους της βραχύβιας ανεξάρτητης μπάντας Dive Bella Dive.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Πέντε (The Five, 2016)

The one that got away

Η κεντρική ιδέα των Πέντε προοριζόταν αρχικά για υλικό βιβλίου του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα Harlan Coben, αλλά εξαιτίας των πολλών προσώπων και των περίπλοκων παράλληλων και τεμνόμενων πλοκών, δεν βρήκε τελικά το δρόμο της με μυθιστορηματική μορφή. Ευτύχησε όμως να μετατραπεί σε σενάριο τηλεοπτικής μίνι σειράς, από τον ίδιο το συγγραφέα και ένα εκλεκτό επιτελείο σεναριογράφων, με επικεφαλής τον πολυβραβευμένο Daniel Brocklehurst (Shameless, Ασφαλείς). Μια άλλοτε αχώριστη παρέα εφήβων έχει πια μεγαλώσει και σχεδόν αποξενωθεί, στοιχειωμένη απ' το τραύμα της εξαφάνισης του μικρότερου αδελφού (Alfie Bloor) ενός από τα μέλη της (Tom Cullen). Ο φερόμενος ως δράστης (Rade Serbedzija), σεσημασμένος δολοφόνος αγοριών - ένας σύγχρονος Gilles de Rais - βρίσκεται ισόβια στη φυλακή, έχοντας ομολογήσει με υπερβολική προθυμία και περιγράψει με κάθε φρικτή λεπτομέρεια το φόνο του παιδιού. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα, το DNA του χαμένου Jesse εντοπίζεται σε δωμάτιο ξενοδοχείου όπου βρέθηκε νεκρή μια συνοδός πολυτελείας. Γεγονός το οποίο αναμοχλεύει καταχωνιασμένες αναμνήσεις και επικίνδυνα μυστικά, επανασυνδέοντας με τρόπο άκρως επώδυνο και επισφαλή τους υπόλοιπους τέσσερις φίλους, ο καθένας απ' τους οποίους έχει δικούς του ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν... Αντί για μια ενιαία σεζόν δέκα επεισοδίων, η αστυνομική σειρά μυστηρίου που σκηνοθέτησε ο ειδικευμένος στο είδος Mark Tonderai (Το Σπίτι στο Τέλος του Δρόμου, Παράνοια) θα μπορούσε να χωρίζεται σε δύο των πέντε, με τα ίδια πρόσωπα να πρωταγωνιστούν σε δυο ξεχωριστές, αμυδρά αλληλένδετες ιστορίες. Γύρω στα μισά χάνει ελαφρώς η μάνα το παιδί (στην κυριολεξία), αλλά προς το τέλος η αφήγηση ξαναβρίσκει το ρυθμό της και μας αποζημιώνει με μια εκπληκτικά αναπάντεχη, απίθανη όσο και παραδόξως αληθοφανή ανατροπή. Το εικαστικό/αισθητικό μέρος - η υπέροχη φωτογραφία (Tico Poulakakis) και το ιδιαίτερα φωτογενές cast, με τον προαναφερθέντα Tom Cullen (Downton Abbey, Knightfall) και τους O-T Fagbenle (Material Girl, The Interceptor), Hannah Arterton (Atlantis, Βερσαλλίες), Martin McCreadie (The Alienist, The Angel of Darkness), Tom Brittney (Outlander, Grantchester) και Sophia La Porta (Into the Mirror, On the Edge) να λάμπουν με την ομορφιά τους στην οθόνη - αποτελεί επιπλέον δέλεαρ για να παρακολουθήσει κανείς τους Πέντε σε μια καθισιά. Διατίθεται σε κασετίνα τριών DVD από την Amazon.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Ισχυρή Έλξη (Little Ashes, 2008)

Μικρές στάχτες, μεγάλες φωτιές

"Μικρές στάχτες" (κατά λέξη μετάφραση του αγγλικού τίτλου της ταινίας, Little Ashes) είναι η απόδοση της ισπανικής ονομασίας - Cenicitas - ενός από τους πρώτους (1928) πίνακες όπου ο ζωγράφος Salvador Dali άρχιζε να πειραματίζεται με τον υπερρεαλισμό σε συνδυασμό με τον κυβισμό και τις αναγεννησιακές τεχνικές, ανακαλύπτοντας - και αποκαλύπτοντας - την εμβρυϊκή φάση του χαρακτηριστικού του ύφους. Ο πίνακας αυτός (που ο Dali τον είχε αρχικά ονομάσει Η Γέννηση της Αφροδίτης, ενώ αργότερα τον παρουσίασε σε συλλογική έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο Οι Άκαρπες Απόπειρες) έγινε η αφορμή να γνωριστεί ο ζωγράφος με άλλες δυο εμβληματικές μορφές της Ισπανίας, το μελλοντικά διάσημο σκηνοθέτη Luis Bunuel (Η Ωραία της Ημέρας, Το Φάντασμα της Ελευθερίας) και τον ήδη γνωστό και αγαπητό στους πνευματικούς κύκλους της Γρανάδα, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Federico Garcia Lorca.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Vienna Blood (Season 1, 2019)

Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Reinhardt

Βασισμένη στα μυθιστορήματα του Άγγλου κλινικού ψυχολόγου Frank Tallis με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Oskar Reinhardt και τον ψυχίατρο Max Liebermann, η νέα αστυνομική σειρά εποχής του BBC Two διαδραματίζεται στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η νεοφανής επιστήμη της εγκληματολογίας αγωνίζεται να επικρατήσει και να εξελιχθεί σε πείσμα των κοντόφθαλμων, οπισθοδρομικών κατεστημένων ιδεών για το ρόλο και τις μεθόδους της αστυνομίας, όπως και της ιατρικής. Συγγενές στο πνεύμα και τη θεματολογία με μια άλλη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου, την περσινή αμερικανική The Alienist (την οποία παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση), το Βιεννέζικο Αίμα δανείζεται τον τίτλο του από το περίφημο βαλς του Johann Strauss, τοποθετώντας τη δράση του στο υποβλητικό περιβάλλον της πενέμορφης αυτής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με την πυρετώδη καλλιτεχνική κίνηση, τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και την αναπόφευκτη, υπόγεια είτε εμφανή εγκληματικότητα. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Steve Thompson (Sherlock, Doctor Who) αντιστρέφουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εμβληματική σχέση του διδύμου Holmes/Watson, αντικαθιστώντας τον πρώτο με έναν παραδοσιακό, "ψημένο" μεσήλικα αστυνομικό (Jurgen Maurer) και βάζοντας έναν παγερά όμορφο, ιδιοφυώς διορατικό και λίγο "φευγάτο" νεαρό επιστήμονα (Matthew Beard) στη θέση του δεύτερου. Παρά το χάσμα στην ηλικία, την κοινωνική θέση, το χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, ο Βιεννέζος μεσοαστός Reinhardt και ο αριστοκρατικός Βρετανός Liebermann καταφέρνουν να έρθουν κοντά, παραμερίζοντας τις διαφορές τους και ενώνοντας τις δυνάμεις τους για να λύσουν τα πιο περίπλοκα μυστήρια. Η... μέχρι παρεξηγήσεως στενή φιλία τους γίνεται, μάλιστα, αιτία (μεταξύ άλλων) να ματαιωθεί ο αρραβώνας του Liebermann με τη χαριτωμένη, μα κάπως ελαφρόμυαλη Clara (Luise von Finckh), ενώ η εμμονή του για την απόμακρη, αινιγματική βιολόγο Amelia Lydgate (Jessica De Gouw), την οποία θεράπευσε από το σοκ μιας τραυματικής εμπειρίας, τον ωθεί σε παράτολμες αποφάσεις. Τα τρία ενενηντάλεπτα επεισόδια της πρώτης σεζόν σκιαγραφούν αποτελεσματικά τις προσωπικότητες των δυο ηρώων, απογειώνοντας την απολαυστική τους χημεία καθώς, παράλληλα, μας ξεναγούν στις πιο απόκρυφες, σκοτεινές και επικίνδυνες πτυχές της ζωής πίσω απ' τη "βιτρίνα" της "αυτοκρατορικής πόλης". Χάρη στις καλές ερμηνείες, την υπέροχη φωτογραφία (Xiaosu Han & Andreas Thalhammer), την ατμοσφαιρική μουσική (Roman Kariolou) και το δεξιοτεχνικό μοντάζ (Peter Christelis), δικαιούμαστε να κάνουμε τα στραβά μάτια στους όποιους αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου και να συγχωρήσουμε τις ενίοτε "κοιλιές" της σκηνοθεσίας από το διακεκριμένο Ρουμάνο Robert Dornhelm (Σπάρτακος, Πόλεμος & Ειρήνη) και τον ολιγογράφο Τούρκο Umut Dag (CopStories, Tatort).