Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Στα Ίχνη του Μυστηρίου (Clue, 1985)

Μια all-star "ζωντανή" παρτίδα επιτραπέζιου παιχνιδιού

Όπως εμφανώς προϊδεάζει ο τίτλος, καθώς και η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία όσο και στις αφίσες της, το Clue (για τη χώρα μας - πιο περιφραστικά - Στα Ίχνη του Μυστηρίου) του Jonathan Lynn (Το Ξαδελφάκι μου ο Vinny, Ο Μαφιόζος της Διπλανής Πόρτας) δανείζεται την κεντρική ιδέα και την όλη του διεκπεραίωση από το διάσημο επιτραπέζιο παιχνίδι Cluedo: έναν αστυνομικό γρίφο που ζητά απ' τους παίκτες να εντοπίσουν το δράστη μιας δολοφονίας και να τον συνδέσουν με το όπλο και τον τόπο του εγκλήματος, ανάμεσα από έξι (δηλαδή δεκαοχτώ στο σύνολό τους) αντίστοιχες επιλογές. Η αυστηρά καθορισμένη διαδρομή και οι σχηματικά τυποποιημένοι χαρακτήρες του παιχνιδιού αποτελούν αφενός έτοιμο υλικό "θεατρικής" υφής και δομής και αφετέρου ενδιαφέρουσα πρόκληση για έναν σεναριογράφο (τον ίδιο τον Lynn, σε συνεργασία με τον John Landis). Έξι άγνωστα μεταξύ τους άτομα προσκαλούνται σε δείπνο από έναν μυστηριώδη οικοδεσπότη, ο οποίος δεν τους αποκαλύπτει την ταυτότητα ούτε τους σκοπούς του και απαιτεί να κρατήσουν και οι ίδιοι κρυφά τα στοιχεία τους. Η ήδη αμήχανη και δυσοίωνη βραδιά δεν αργεί να πάρει αιματηρή τροπή, ενώ οι ενοχλητικές/επικίνδυνες για τα (ως τότε) "ευυπόληπτα" πρόσωπα αποκαλύψεις, τα παράδοξα γεγονότα και... τα πτώματα συσσωρεύονται. Κεφάτη και έξυπνη παρωδία των "παραδοσιακών" αστυνομικών ταινιών και των λεγόμενων μυστηρίων κλειστού χώρου, με φλεγματικό χιούμορ που παίζει ασύστολα και ταχυδακτυλουργικά με τα κλισέ του είδους, θυμίζοντας (όπως και το παρόμοιο, αρκετά μεταγενέστερό της Έγκλημα στο Gosford Park του Robert Altman) τα θεατρικά έργα του Oscar Wilde, σε συνδυασμό με τη φαρσική παράνοια μιας άλλης κλασικής αστυνομικής παρωδίας, της Πρόσκλησης σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976). Πέρα απ' τις υπέροχες, σπιρτόζες ερμηνείες όλου ανεξαιρέτως του cast, ο άψογα "κουρδισμένος" ρυθμός του φιλμ οφείλεται πρωτίστως στον Βρετανό ηθοποιό, τραγουδιστή και χορευτή Tim Curry (The Rocky Horror Picture Show, Δυο Γυναίκες, Τρεις Βαλίτσες & Εγώ), ο οποίος δίνει ρέστα ως ο αινιγματικός μπάτλερ που κινεί υπογείως τα νήματα της πλοκής. Η ταινία προσφέρει άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές, απανωτές σκηνές ανθολογίας και τρία διαφορετικά φινάλε, υπο/αποδεικνύοντας ότι με απόλυτα λογικούς συσχετισμούς μπορεί κανείς να φτάσει σε εντελώς αντιφατικά, αλλά και εξίσου θεμιτά συμπεράσματα.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000)

Περί λογοτεχνικών βραβείων & λοιπών (σύγχρονων & διαχρονικών) δαιμονίων

Στην ιδιότυπη κινηματογραφική βιογραφία Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000) του Julien Temple, ο Άγγλος ποιητής Samuel Taylor Coleridge (Linus Roache) μετατρέπεται, άθελά του, στον μεγαλύτερο λογοτεχνικό "αντίζηλο" του γείτονα και πολύ στενού του φίλου William Wordsworth (John Hannah), όταν και οι δυο βρίσκονται υποψήφιοι - μαζί με τον κοινό τους φίλο Robert Southey (Samuel West) - για το Βασιλικό Βραβείο Ποίησης, στη θέση του Sir Walter Scott που το αποποιήθηκε λόγω της αναξιοκρατίας στους πνευματικούς κύκλους της εποχής.

Αποφασισμένος να κερδίσει που να χαλάσει ο κόσμος, ξεχνώντας και φιλίες και όλα, ο Wordsworth βάζει λυτούς και δεμένους ώστε να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Coleridge (τον Southey προφανώς δεν τον λογάριαζε για αξιόλογο ανταγωνιστή) - ο οποίος, ως αγνός και "φευγάτος" οραματιστής αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην τέχνη του, δεν θα μπορούσε να αδιαφορεί περισσότερο για το βραβείο, ούτε υποψιάζεται καν τη δολιότητα του άλλου.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κτήνος (Beast, 2017)

Στην από κει πλευρά του καθρέφτη

Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Michael Pearce (Madrugada, Rite), το Κτήνος αντλεί τη βασική έμπνευση και τη θεματολογία του από πραγματικά γεγονότα, και συγκεκριμένα τη δράση του βιαστή και δολοφόνου Edward Paisnel, επονομαζόμενου "The Beast of Jersey" (Κτήνος του Τζέρσεϊ) μεταξύ τέλους της δεκαετίας του '50 και αρχών του '70. Αρχικά, για τα εγκλήματα του Paisnel είχε κατηγορηθεί ο νορμανδικής καταγωγής αγρότης και ψαράς Alphonse Le Gastelois, του οποίου η ζωή καταστράφηκε εξαιτίας του κοινωνικού στιγματισμού του (ήταν ήσυχος, μοναχικός άνθρωπος που αγαπούσε τις βραδινές πεζοπορίες, πράγμα το οποίο τον ενοχοποίησε άδικα - βρέθηκε σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή), παρά την οριστική του αθώωση το 1975.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Το Μυστήριο του κ. Pick (Le Mystère Henri Pick, 2019)

Αναζητώντας το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος"

Συμπαθέστατο όσο και απροσδόκητο γαλλικό ταινιάκι βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του David Foenkinos, το οποίο ξεδιπλώνει έναν περίπλοκο λογοτεχνικό γρίφο με φόντο τα σαλόνια της παριζιάνικης διανόησης και μια μικρή, "χαμένη στο χάρτη" επαρχιακή κωμόπολη της Βρετάνης - όπου, σε μια "Βιβλιοθήκη Απορριφθέντων Χειρογράφων", η υπερφιλόδοξη επιμελήτρια εκδόσεων Daphne Despero (Alice Isaaz) ανακαλύπτει ένα αριστουργηματικό κείμενο που πραγματεύεται τον πρόωρο, βίαιο θάνατο του Ρώσου ποιητή Pushkin, με τον τίτλο Οι Τελευταίες Ώρες μιας Ιστορίας Αγάπης και την υπογραφή του Henri Pick, ιδιοκτήτη της τοπικής πρώην πιτσαρίας (νυν κρεπερί). Έλα όμως που σύμφωνα με τη χήρα του (Josiane Stoleru), ο μακαρίτης κ. Pick (Jean-Claude Tagand) αγνοούσε παντελώς τον Pushkin και δεν... το είχε καθόλου με τη συγγραφή! Το βιβλίο, ωστόσο, κυκλοφορεί τελικά από μεγάλο εκδοτικό οίκο, σημειώνοντας σαρωτική επιτυχία. Ο μόνος που αμφιβάλλει ανοιχτά για την "πατρότητά" του είναι ο κριτικός λογοτεχνίας και παρουσιαστής βιβλιοφιλικής εκπομπής Jean-Michel Rouche (Fabrice Luchini), ο οποίος ξεκινά έναν μαραθώνιο αγώνα προκειμένου να αποδείξει το δίκιο του. Με την απρόθυμη βοήθεια της δασκάλας και βιβλιοφάγου κόρης του Pick, Josephine (Camille Cottin), που παραπαίει μεταξύ της αφοσίωσης στη μνήμη του πατέρα της και το συντριπτικό βάρος των ενδείξεων εναντίον του, εμμονικά πλέον ο Rouche κυνηγά τη λύση του μυστηρίου - το "μυθιστόρημα του μυθιστορήματος" - βλέποντας στην πορεία την επαγγελματική και προσωπική του ζωή να καταστρέφονται. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο νεαρός συγγραφέας Fred Koskas (Bastien Bouillon), που "κατά τύχη" είναι και άντρας της Daphne, δεν αφήνει τον Rouche σε χλωρό κλαρί, απαιτώντας μια "γνώμη ειδικού" για το πρώτο του βιβλίο, το παραλίγο best seller Η Μπανιέρα... Ως τη στιγμή που με τρόπο αιφνιδιαστικά ανεπιτήδευτο θα ξεσκεπαστεί η αλήθεια, ο Foenkinos διά μέσου του σκηνοθέτη και σεναριογράφου (μαζί με τη Vanessa Portal) Remi Bezancon (Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου, Το Μεγάλο Ταξίδι της Zarafa), μας έχει μέσα σε κάτι παραπάνω από μιάμιση ώρα παραπλανήσει σε βαθμό... κακουργήματος, ταυτόχρονα κάνοντας φύλλο και φτερό εκδότες, συγγραφείς, επιμελητές εκδόσεων, τηλεοπτικές εκπομπές "τέχνης και λόγου", κοινό, μέσα ενημέρωσης, λέσχες φιλαναγνωσίας και δανειστικές βιβλιοθήκες, μ' ένα χιούμορ υπόγεια οξύ όσο και ευθύβολο, δίχως στιγμή να γίνεται κακεντρεχής ή να ξεπέφτει στο φαρσικό στοιχείο όπου - από παράδοση, κιόλας - είναι συνήθως επιρρεπείς οι Γάλλοι (όποτε δηλαδή δεν φτάνουν στο άλλο άκρο, την οριακά ακατανόητη φιλοσοφική/υπαρξιακή εμβάθυνση στα θέματά τους). Παρά το εξειδικευμένο της αντικείμενο, η ταινία δεν απευθύνεται μονάχα στους γνώστες του εκδοτικού χώρου, επανειλημμένα όμως θα τους φέρει μπροστά σε (όχι πάντα ευπρόσδεκτα) οικείες τους καταστάσεις. Το μόνο που με "χάλασε" λίγο - ελάχιστα - ήταν η ωμή, απερίφραστη αποκάλυψη στο τέλος: θα προτιμούσα ένα φινάλε πιο "φλου", πιο παιχνιδιάρικο, περισσότερο συμβατό με το καλόκαρδα πειραχτικό πνεύμα του υπόλοιπου φιλμ. Συγκινητική η συμμετοχή του κινηματογραφικού "μνημείου" Hanna Schygulla (Ο Γάμος της Maria Braun, Η Γη της Επαγγελίας) σ' έναν τιμητικό ρόλο έκπληξη.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Τρώγοντας τον Raoul (Eating Raoul, 1982)

Ο Paul, η Mary, ο Raoul και το... τηγάνι

Ένα φιλήσυχο μεσοαστικό ζευγάρι, ο συλλέκτης κρασιών Paul (Paul Bartel) και η κλινική διατροφολόγος Mary (Mary Woronov), προσπαθούν να μαζέψουν χρήματα για να ανοίξουν το εστιατόριο των ονείρων τους. Μια σειρά από κακοτυχίες, με αποκορύφωμα το θάνατο ενός βιτσιόζου γείτονα στο σαλόνι τους, δίνει στον Paul και τη Mary μια φαεινή όσο και... φονική ιδέα, που σύντομα αρχίζει να αποδίδει οικονομικά. Ώσπου εμφανίζεται (σχεδόν) απρόσκλητος στη ζωή τους ο Raoul (Robert Beltran), ένας όμορφος, θερμόαιμος νεαρός διαρρήκτης, ο οποίος ανακαλύπτει τη μηχανή που έχουν στήσει και τους εκβιάζει προκειμένου να εξυπηρετήσει τους δικούς του σκοπούς: να βγάλει απ' τη μέση τον Paul και να διεκδικήσει τα ηνία της "επιχείρησης" αλλά και τη Mary, την οποία έχει ερωτευτεί. Και φυσικά, απ' τη στιγμή που θα μπει στη μέση το συναίσθημα, είναι θέμα χρόνου να επέλθει το χάος. Πόσο μάλλον όταν οι "ερασιτέχνες" εγκληματίες αποδεικνύονται πιο αδίστακτοι και αποφασισμένοι απ' τον "επαγγελματία", διατεθειμένοι να τα παίξουν όλα για όλα ώστε να υλοποιήσουν το όραμά τους...

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Paradise Hills (2019)

Εκθαμβωτικός εφιάλτης ενηλικίωσης

Από τη μόλις 29χρονη Ισπανίδα Alice Waddington (ψευδώνυμο της πρώην διαφημίστριας και φωτογράφου μόδας Irene Lago Clavero) ένα θεσπέσιο οπτικά, ζοφερό παραμύθι με απροκάλυπτες παραπομπές στο Suspiria, το Blade Runner και το Παιχνίδι της Αποπλάνησης, καθώς και στον Tim Burton και τον Guillermo del Toro. Συνδυασμός Σταχτοπούτας και Χιονάτης μέσα σε υφολογικά και δραματουργικά συμφραζόμενα που διόλου τυχαία, θυμίζουν American Horror Story (από όπου έγινε ευρύτερα γνωστή και η πρωταγωνίστρια της ταινίας, Emma Roberts), το Paradise Hills από τη μια φανερώνει ξεκάθαρα τις σκηνοθετικές δυνατότητες της σχεδόν πρωτάρας Waddington (Disco Inferno) και απ' την άλλη προδίδει τη σχετική απειρία της, ιδίως στο χειρισμό της αλληγορίας ως μέσου αποδόμησης των πάσης φύσεως στερεοτύπων. Εξακολουθεί, ωστόσο, να είναι χάρμα οφθαλμών, με την αρκετά ενδιαφέρουσα (αν και όχι εντελώς πρωτότυπη) κεντρική ιδέα ενός δυστοπικού παραδείσου με στοιχεία αστικών μύθων και θεωριών συνωμοσίας, τυλιγμένη σ' ένα "χρυσόχαρτο" με εκθαμβωτικά μοτίβα δανεισμένα απ' το steampunk και τον Escher, ενώ η εξωπραγματικά όμορφη Milla Jovovich (Το Πέμπτο Στοιχείο, Cirque du Soleil - Solstrom) δίνει ρέστα σε μια εφιαλτική εξομοίωση της Elizabeth Bathory, αποζημιώνοντας για την... κατά συρροήν ιεροσυλία των ταινιών (και καλά) Resident Evil. Το φιλμ παρουσιάστηκε σε δεκάδες φεστιβάλ και απέσπασε ανάμεικτες κριτικές - με τις πιο άδικα αρνητικές να προέρχονται από τους συνήθεις υπερατλαντικούς υπόπτους, οι οποίοι αδυνατούν να συλλάβουν οτιδήποτε πέρα απ' την αυστηρή κυριολεξία και τους (προσβλητικούς για τη νοημοσύνη του υπόλοιπου κόσμου) ευφημισμούς της πολιτικής ορθότητας. Βλέπεται, πάντως, ευχάριστα παρά τα επιμέρους ελαττωματάκια του και η μικρή του διάρκεια (γύρω στα 90 λεπτά) το σώζει από τον κίνδυνο του πλατειασμού. Οι ερμηνείες των Danielle Macdonald (The Valley, Με τα Μάτια Κλειστά) και Eiza Gonzalez (From Dusk Till Dawn - The Series, Fast & Furious - Hobbs & Shaw), όπως και της φωνητικής ηθοποιού Awkwafina (Η Συμμορία των 8, Weird City), βάζουν τα γυαλιά στη χαριτωμένη, πλην μάλλον υποτονική Roberts (Ακατάλληλο για Ανηλίκους, Scream Queens), στην οποία για κάποιο λόγο δεν δείχνει να "έκατσε" καλά ο συγκεκριμένος ρόλος.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (Parasites, 2019)

Μια απολαυστικά "μαύρη" ταξική αλληγορία

Το φετινό εγχείρημα του πρωτοπόρου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Bong Joon Ho (γνωστού από το φημισμένο Snowpiercer, την πικρή - εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα - αστυνομική σάτιρα Μνήμες Εγκλήματος και το ιδιότυπα ευφάνταστο, σκοτεινά παραμυθένιο Okja) είναι μια μαύρη κι άραχνη κωμωδία, της οποίας η υπόθεση εκτυλίσσεται σε δυο διαμετρικά αντίθετα περιβάλλοντα: το ελεεινό υπόγειο της άπορης, άνεργης οικογένειας Kim σε υποβαθμισμένη αστική γειτονιά και την πολυτελέστατη έπαυλη του επιχειρηματία Park (Sun-Kyun Lee), έργο, μάλιστα - και πρώην κατοικία - διάσημου αρχιτέκτονα. Όλα ξεκινούν από την απροσδόκητη επίσκεψη του φοιτητή Min (Seo-Joon Park), ο οποίος πρόκειται να λείψει στο εξωτερικό και αναθέτει στο φίλο του, γιο των Kim (Woo-Sik Choi) να τον αντικαταστήσει προσωρινά ως ιδιωτικός δάσκαλος αγγλικών της χαριτωμένης έφηβης κόρης του Park (Ji-So Jung), που έχει την τάση να ερωτεύεται τους νεαρούς καθηγητές της. Έτσι, η εξαθλιωμένη οικογένεια Kim αποκτά αίφνης πρόσβαση σ' έναν τρόπο ζωής που ούτε να ονειρευτεί δεν τολμούσε ως τότε και βάζει μπρος μια καταχθόνια μηχανή, ώστε να "κατσικωθεί" σύσσωμη στο προκλητικά φανταχτερό πλουσιόσπιτο. Δεν είναι όμως οι μόνοι που διεκδικούν με κάθε δυνατό (και αδύνατο) μέσο μια παρόμοια θέση... Με εντυπωσιακές, τολμηρά ποιητικές όσο και σκληρές εικόνες και ανελέητο σαρκασμό, ο Bong Joon Ho βγάζει απαράκαμπτα στην επιφάνεια τη θαμμένη - κυριολεκτικά και μεταφορικά - βρώμα και δυσωδία των καπιταλιστικών μεγαλουπόλεων, που φυτοζωεί κάτω απ' την επίφαση της ευνομίας και της ευωχίας των μακάρια ανίδεων (ή εθελοτυφλούντων) για την ύπαρξή της. Συγχρόνως, κλείνει πονηρά το μάτι στους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες της πατρίδας του, δίνοντάς τους σάρκα και οστά με μοχθηρά ρεαλιστική μαστοριά. Οι ερμηνείες είναι - όλες ανεξαιρέτως - ασυναγώνιστες, το σενάριο διαστροφικά ευφυές, ο σκηνοθετικός ρυθμός αεροστεγής και καθηλωτικός. Δίκαια τα Παράσιτα τιμήθηκαν με Χρυσό Φοίνικα και κέρδισαν πολλά άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ. Ειδική μνεία στην υπέροχη, εμβυθιστική μουσική του νεότατου σε ηλικία συνθέτη και τραγουδιστή Jaeil Jung (Okja, Take Point).

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Θέλημα Θεού (Grâce à Dieu, 2018)

Το σκοτεινό προφίλ της ιεροσύνης

Ο Alexandre Guerin (Melvil Poupaud) είναι επιτυχημένος επαγγελματίας και αξιοζήλευτος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε υποδειγματικών παιδιών και άψογος σύζυγος. Πίσω όμως απ' την ειδυλλιακή - ή, μάλλον, υπερβολικά ειδυλλιακή - αυτή εικόνα, κρύβεται ένα τραγικό μυστικό: όταν ήταν παιδί, ο Alexandre είχε υποστεί συστηματική σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση από τον Bernard Preynat (Bernard Verley, ο οποίος, κατά ειρωνική σύμπτωση, είχε υποδυθεί τον Ιησού στη δραματική κωμωδία του 1969 Ο Γαλαξίας), τον κοσμαγάπητο ιερέα της ενορίας του. Η είδηση ότι χρόνια αργότερα, ο εν λόγω κληρικός όχι μόνο δεν έχει αποσχηματιστεί, αλλά και εξακολουθεί να εργάζεται κοντά σε παιδιά, χωρίς ουδέποτε να του έχει ζητηθεί επίσημα λόγος για τις πράξεις του, δίνει στον Alexandre το έναυσμα να κινηθεί εναντίον του με κάθε έννομο τρόπο. Οι προσδοκίες του δεν αργούν να δεχτούν πλήγμα, καθώς το μεγαλύτερο - και εξοργιστικά αμετακίνητο - εμπόδιο που βρίσκει συνεχώς μπροστά του είναι η απροθυμία των εκκλησιαστικών αρχών να εξετάσουν και να αντιμετωπίσουν δραστικά το πρόβλημα: αν και εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να το αγνοήσουν, προτιμούν να το κουκουλώνουν επ' αόριστον ώστε να μη διακινδυνεύσουν την υπόληψή τους.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Τα Δάκρυα του Βουνού (2018)

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας

Με τον εξόχως ποιητικό τίτλο Τα Δάκρυα του Βουνού, ο πολυβραβευμένος ντοκιμαντερίστας και πρώην εκδότης του περιοδικού τέχνης Γραφή, Στέλιος Χαραλαμπόπουλος (Είδαν τα Μάτια μας Γιορτές, Τη Νύχτα που ο Fernando Pessoa Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη), επιχειρεί μια κινηματογραφική μεταφορά της ομηρικής Οδύσσειας στις αρχές του 20ού αιώνα, ιστορούμενη σε flash back από έναν τυφλό βάρδο της εποχής του Εμφυλίου. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας είχε ήδη καταπιαστεί με τη σύζευξη αρχαίων μύθων και σύγχρονης πραγματικότητας σε προηγούμενο έργο του - με τον τίτλο Άδης (1996) και θέμα βασισμένο στο μύθο του Ορφέα - το οποίο είχε, μάλιστα, αποσπάσει πολλαπλές διακρίσεις στο διαγωνιστικό μέρος του κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και προβληθεί σε πλήθος άλλων, διεθνών καλλιτεχνικών διοργανώσεων. Στα Δάκρυα του Βουνού, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του γίνονται ομάδα μαρμαράδων και το περιπετειώδες θαλασσινό ταξίδι τους μετατρέπεται σε μια ατέρμονη, μαρτυρική οδοιπορία στην κακοτράχαλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

The Suicide Theory (2014)

Απέθαντοι αυτόχειρες & ιδανικοί δολοφόνοι

"Είστε πολύ τυχερός που ζείτε". Φράση την οποία έχει βαρεθεί να ακούει ο Percival Wells (Leon Cain) ύστερα από κάθε του προσπάθεια να εγκαταλείψει το μάταιο τούτο κόσμο, καθώς ξυπνά μπανταρισμένος και διασωληνωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Μαρτύριο δίχως τέλος για τον έναν από τους δυο (αντι)ήρωες της Θεωρίας Αυτοκτονίας και ίσως η ενδόμυχη ελπίδα του ή φαντασίωση - η μη επίγνωση και αποδοχή, στο βάθος, του τελεσίδικου της επικείμενης πράξης του (ως και ο δικός μας εμβληματικός Ιδανικός Αυτόχειρ, σε σημείο της "αποχαιρετιστήριας" επιστολής του που προφανώς έχει περάσει ως τώρα απαρατήρητο - ή τουλάχιστον ασχολίαστο - από τους μελετητές, αναφέρει πως θα 'θελε να περιγράψει κάποτε την εμπειρία της πρώτης του αποτυχημένης απόπειρας). Ο άλλος, ο Steven Ray (ο εργατικότατος Ελληνοαυστραλός Steve Mouzakis), που με εντολή του ίδιου του Wells αναλαμβάνει να τον απαλλάξει απ' την ανένδοτη ζωή του, έκπληκτος συνειδητοποιεί πως ακόμα και τρεις σφαίρες εξ επαφής στον κρόταφο είναι εντελώς ανίσχυρες μπροστά στο μακάβρια ειρωνικό πείσμα της μοίρας. Ασχημούλης ζωγράφος ανίκανος να πειράξει μυρμήγκι ο πρώτος, σκοτεινά ελκυστικός πληρωμένος φονιάς χωρίς συνείδηση ο δεύτερος: και οι δυο έχουν στερηθεί αγαπημένα πρόσωπα με τρόπο βίαιο όσο και άδικο και κατατρύχονται από το χαίνον τραύμα της απώλειας. Αν και εύκολα υποψιάζεται κανείς τον κοινό παρονομαστή των δραμάτων τους, χάρη στο φιλοσοφικό υπόβαθρο της πλοκής το κατά βάση χιτσκοκικό τέχνασμα αποκτά διάσταση γνήσια τραγική, με την αριστοτελική έννοια του όρου. "Αθώοι" και απροκατάληπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον ως τη στιγμή της αποτρόπαιης αλήθειας, ο Wells και ο Ray καταδικάζονται να αλληλοεξοντωθούν πάνω που ξαναρχίζουν να νιώθουν κάτι παραπέρα απ' το πένθος, να βρίσκουν νόημα στην ύπαρξή τους μέσα από μια αναπάντεχη συμπάθεια, αν όχι φιλία - ακούσιοι θύτες των πεπρωμένων τους είτε έρμαια μιας αδέκαστης νέμεσης, απ' την οποία δεν τους μέλλεται να λυτρωθούν εάν δεν εκπληρώσουν τις επιταγές της κατά γράμμα. Το εντυπωσιακά φροντισμένο "παρθενικό" σενάριο του Michael J. Kospiah υπηρετείται μαστορικά από τη σφύζουσα, αεροστεγή σκηνοθεσία του Dru Brown (Side Effects, Sleeper) και τα εξπρεσιονιστικά πλάνα του Dan Macarthur (Η Μεγαλύτερη Πλημμύρα της Αυστραλίας, Θύμα Απάτης), που με τα απύθμενα μπλε και τα "εξωγήινα" φωσφορικά τους μοβ θολώνουν τα όρια εφιάλτη και πραγματικότητας, ενώ το πρωταγωνιστικό δίδυμο "τα σπάει" με την ιδιοσυγκρασιακή και φυσιογνωμική του αντίθεση, το συγκλονιστικά αβίαστο παίξιμο και την ευχάριστα αλλόκοτη χημεία του. Το soundtrack του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου Rolf Meyer και του Σουηδού παραγωγού και συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής Johan Bengtsson (γνωστότερου ως Mitch Murder) είναι ακριβώς όσο πρέπει "λακωνικό" και νευρώδες.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Οι Διεστραμμένοι (Twisted Nerve, 1968)

Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω

Παραχαϊδεμένος από την άβουλη και φιλάσθενη μητέρα του (Phyllis Calvert), ανεπιθύμητος για τον πλούσιο πατριό του (Frank Finlay), με λανθάνουσες τάσεις σχιζοφρένειας κι έναν έγκλειστο σε ίδρυμα αδελφό που πάσχει από σύνδρομο Down, ο νεαρός Martin Durnley (Hywel Bennett) παριστάνει τον πνευματικά καθυστερημένο προκειμένου να εξευμενίσει την αιθέρια βιβλιοθηκάριο Susan Harper (Hayley Mills), όταν εκείνη ανακαλύπτει την κλεπτομανία του. Βρίσκει μάλιστα τρόπο να εγκατασταθεί στο σπίτι της, ώστε να παρακολουθεί στενά κάθε της κίνηση. Όσο η Susan κρατά αποστάσεις, τόσο ο Martin κυριεύεται από την όλο και πιο βίαιη εμμονή του γι' αυτήν και το τυφλό του μίσος εναντίον όσων ηθελημένα ή ακούσια μπαίνουν ανάμεσά τους... Cult βρετανικό thriller του βετεράνου ντοκιμαντερίστα Roy Boulting (Η Εποποιΐα της Μπούρμας, Η Πρώτη Νύχτα του Γάμου) - μετέπειτα συζύγου της πολύ νεότερής του Mills (Η Αδελφή μου κι Εγώ, H Ασημένια Γάτα) - σε σενάριο του ίδιου μαζί με τους Leo Marks (υπεύθυνο επίσης για τον ρηξικέλευθο στον καιρό του Ηδονοβλεψία του Powell), Roger Marshall (Η Μυστική Υπηρεσία Σιωπά, Ομάδα Κρούσης Ζ) και Jeremy Scott (The Avengers, The Wednesday Play), εμπνευσμένο από μια ιδέα του τελευταίου. Ο διπλός, στην ουσία, ρόλος του επικίνδυνου ψυχοπαθούς που υποκρίνεται τον άκακο χαζούλη δίνει στον τότε ζεν πρεμιέ Hywel Bennett (Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Neverwhere) την ευκαιρία να ξεδιπλώσει μια αξιοπρόσεκτη γκάμα ταλέντου, από κει και πέρα όμως η πλοκή χάνει δυστυχώς την μπάλα. Η παντελώς αβάσιμη επιστημονικά θεωρία ότι η ψυχασθένεια του ήρωα συνδέεται γενετικά - άρα κληρονομικά - με την πάθηση του μεγαλύτερου αδελφού του δίκαια ξεσήκωσε διαμαρτυρίες, σε βαθμό ώστε οι παραγωγοί του φιλμ υποχρεώθηκαν να ανασκευάσουν όπως όπως, προλογίζοντας την έκδοσή του σε βιντεοταινία με τη σχετική αποποίηση ευθύνης. Όσο για τους αυτάρεσκους ισχυρισμούς της προωθητικής καμπάνιας πως "θα κοψοχολιάσει ως και ο Hitchcock", ο μετρ δεν φαίνεται να εντυπωσιάστηκε παρά μονάχα απ' τη χαρακτηριστική φάτσα του Barry Foster (τον οποίο και έβαλε πάραυτα να πρωταγωνιστήσει στη Φρενίτιδα, μια από τις τελευταίες ταινίες του). Αν το έργο αυτό άφησε εποχή, το χρωστά μάλλον στις ψυχεδελικές του αφίσες και κυρίως στο... διαβολικό σφυριχτό μοτίβο των τίτλων (που αργότερα χρησιμοποιήθηκε αυτούσιο στην ταινία Kill Bill Vol. 1 και στην τηλεοπτική σειρά American Horror Story), με τις διάσπαρτες στο υπόλοιπο soundtrack σκοτεινές jazz παραλλαγές του από το "μεγαθήριο" Bernard Hermann (Πολίτης Kane, Ψυχώ).

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Ταξιδιώτης στο Χρόνο (Predestination, 2014)

Καθρέφτης μέσα σε καθρέφτη

Φιλοσοφικό thriller βασισμένο στο διήγημα επιστημονικής φαντασίας All You Zombies (1958) του Αμερικανού Robert A. Heinlein, σε σενάριο και σκηνοθεσία των πολυτάλαντων δίδυμων Γερμανών Michael & Peter Spierig (Οι Απέθαντοι, Νέα Φυλή) - ο δεύτερος μάλιστα υπογράφει και το soundtrack. Ο προαιώνιος γρίφος του... αυγού και της κότας γίνεται αφορμή μιας υπαρξιακής παραβολής όπου κάθε φαινόμενο απατά και όλα ανατρέπονται συνεχώς, μόνο και μόνο για να ταυτιστούν με το αντεστραμμένο τους είδωλο σε πολλαπλές εκφάνσεις τόπου και χρόνου. Σύλληψη σχεδόν αποκαρδιωτικά λαβυρινθώδης, που όμως κατά παράδοξο τρόπο βγάζει νόημα. Η ευσυνείδητη προσήλωση στο πνεύμα όσο και στο γράμμα του πρωτότυπου υλικού και η αυστραλιανή παραγωγή εγγυώνται μια εμπειρία θέασης μακριά απ' τις χολιγουντιανές πεπατημένες, με την τηλεοπτική Sarah Snook (Spirited, Redfern Now) κι έναν Ethan Hawke (Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών, Hamlet) που η ωριμότητα του πάει πολύ να σηκώνουν στις πλάτες τους όλο το έργο, υπηρετώντας χαμαιλεοντικά (στην κυριολεξία) τις υψηλότατες απαιτήσεις των ρόλων τους. Εξαιρετική φωτογραφία και μοντάζ από τους Ben Nott (Ζωντανοί Εφιάλτες, Chinese Zodiac) και Matt Villa (The Final Winter, Ο Υπέροχος Gatsby) αντίστοιχα, ήδη συνεργάτες των αδελφών Spierig στη δυστοπικά φουτουριστική Νέα Φυλή. Ο υπεραπλουστευτικός ελληνικός τίτλος αδικεί ίσως το φιλμ, προδιαθέτοντας για διαφορετικού ενδιαφέροντος θεματολογία (όπως άλλωστε και ο μάλλον επεξηγηματικός αγγλικός). Πάντως οι θεατές που δεν αποφεύγουν τα "βαθιά νερά" και είναι διατεθειμένοι για κάποια υπέρβαση της δυσπιστίας θα αποζημιωθούν με το παραπάνω. Η ταινία παρουσιάζει επίσης ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους φίλους της σειράς βιντεοπαιχνιδιών Bioshock, με την οποία μάλλον σίγουρα μοιράζεται την αρχική πηγή έμπνευσης.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Ο Ανθρωποκυνηγός (Manhunter, 1986)

Αγνοημένο (παραλίγο) αριστούργημα

Πέντε χρόνια πριν ο Jonathan Demme (Κύκλος Αγωνίας, Φιλαδέλφεια) λανσάρει τον Hannibal Lecter ως επιτομή της σατανικής γοητείας (στο πρόσωπο του γεννημένου για το ρόλο Sir Anthony Hopkins), το μυθιστόρημα του Thomas Harris Κόκκινος Δράκος - πρώτο μιας τετραλογίας αφιερωμένης στον ιδιοφυή ψυχίατρο και... επαγγελματία κανίβαλο - είχε ήδη γυριστεί σε ταινία από τον Michael Mann (Ένταση, Οι Σκληροί του Μαϊάμι), με τίτλο Ο Ανθρωποκυνηγός και το επώνυμο του ήρωα αλλαγμένο σε Lecktor. Πιστό κατά τα άλλα στο βιβλίο (σε σενάριο του σκηνοθέτη με τη συνεργασία του Harris), το φιλμ εξιστορεί τον αγώνα του νεαρού εγκληματολόγου Will Graham (William Petersen) να πιάσει έναν μανιακό δολοφόνο με τη βοήθεια του έγκλειστου στη φυλακή Lecktor (Brian Cox). Ανεπιτήδευτα όμορφος, υπερευαίσθητος και προικισμένος με την ικανότητα να "μπαίνει" στο μυαλό του θύτη ώστε να κατανοεί τα κίνητρα και τις μεθόδους του, ο Graham προσελκύει τον ιδεοληπτικό θαυμασμό του Lecktor (ο οποίος έχει βαλθεί να τον "προσηλυτίσει" στο δικό του αδίστακτο αμοραλισμό, ενώ απ' την άλλη δεν του συγχωρεί το ότι ευθύνεται για τη σύλληψή του) και βρίσκεται στο μάτι ενός κυκλώνα υπόγειων συμπαιγνιών και εξαντλητικού πολέμου νεύρων, να δίνει μάχη με το χρόνο τόσο για τη λύση της υπόθεσης όσο και για τη ζωή της οικογένειάς του... Αποκάλυψη ο τότε νεότατος Petersen (γνωστότερος από την πολυετή θητεία του στην τηλεοπτική σειρά CSI) που πολιορκεί την οθόνη με το μονίμως "στοιχειωμένο" μελαγχολικό του βλέμμα, απέναντι στην επιβλητική παρουσία και τον υποχθόνιο μαγνητισμό του Cox (Grushko, Χωρίς Ταυτότητα), ενώ ο Tom Noonan (The Alphabet Killer, Damages) με την άκρως ιδιαίτερη φυσιογνωμία δίνει ρέστα ως παραμορφωμένος ψυχοπαθής Francis Dolarhyde. Blake, Joyce, πληθώρα βιβλικών συμβόλων και ιστορικών αναφορών, στοιχεία ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, υπαινικτική χρήση των χρωμάτων, της φωτοσκίασης και της γεωμετρίας των χώρων και ενδιαφέρον πολυσυλλεκτικό soundtrack: αν και μας τα χαλάει λίγο στο τέλος με μια σκηνή που λες και παρεισέφρησε κατά λάθος στο μοντάζ, Ο Ανθρωποκυνηγός είναι ίσως η πιο "γενναία" και εμβριθής από τις υπάρχουσες οπτικοποιήσεις της τετραλογίας (με εξαίρεση το πρόσφατο σίριαλ του NBC, όπου οι πρωταγωνιστές Mads Mikkelsen και Hugh Dancy σίγουρα εμπνεύστηκαν από τις ερμηνείες των Cox και Petersen αντίστοιχα - έχοντας πιθανώς επιλεγεί για την εμφανισιακή ομοιότητα αλλά και την ιδιοσυγκρασιακή τους συγγένεια με τους "πρώτους διδάξαντες") και κλάσεις ανώτερη από τη βασισμένη στο ίδιο βιβλίο (και ομότιτλή του) ταινία του 2002, παρά την all-star διανομή της τελευταίας (Anthony Hopkins και Edward Norton ως Lecter και Graham, ένας "φιλότιμος" - αν μη τι άλλο - Dolarhyde από τον αναμενόμενα επαρκή Ralph Fiennes και οι Harvey Keitel, Philip Seymour Hoffman, Mary Louise Parker και Emily Watson στους υπόλοιπους ρόλους).

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Ο Δράκουλας των Εξαρχείων (1983)

Απ' τα Καρπάθια στα Εξάρχεια

Οργιώδης σπονδυλωτή παρωδία τρόμου αλλά και σάτιρα των ελληνικών μεταπολιτευτικών ηθών από τον (αποκαλούμενο και John Waters της Ελλάδας) ιδιότυπο σκηνοθέτη Νίκο Ζερβό (Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο, Γυναίκες Δηλητήριο). Οι κινηματογραφικές μυθολογίες του Δράκουλα και του Frankenstein τραβούν των παθών τους τον τάραχο από τον αναρχικό εστέτ του kitsch σε ένα παραληρηματικό εκτεταμένο βιντεοκλίπ, ουσιαστικά, για τα τραγούδια του Τζίμη Πανούση με τις Μουσικές Ταξιαρχίες που πλημμυρίζουν το φιλμ. Στον κεντρικό ρόλο ο Κωνσταντίνος Τζούμας (Πέτρος και Παύλος, Γλυκιά Συμμορία) ως σχιζοφρενής χειρουργός εκ Καρπαθίων (και νυν κάτοικος Εξαρχείων) που φιλοδοξεί να πλουτίσει κατασκευάζοντας το ιδανικό rock συγκρότημα από... μέλη νεκρών μουσικοσυνθετών (μεταξύ των οποίων και του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος τότε ήταν, φυσικά, εν ζωή - αλλά ο Ζερβός δεν του συγχωρούσε το ότι δεν εκτιμούσε ως καλλιτέχνη τον Νικόλα Άσιμο). Το βέβηλο αυτό project ξεσηκώνει την οργή του Κάτω Κόσμου και οι δρόμοι της Αθήνας γεμίζουν από περιφερόμενα ζόμπι, των οποίων ηγείται ο Χαμένος Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας (Αντώνης Καφετζόπουλος). Στο μεταξύ, ο αρχηγός της υβριδικής μπάντας (Τζίμης Πανούσης) διεκδικείται ερωτικά τόσο από την όμορφη κόρη (Ισαβέλλα Μαυράκη) όσο και από το τσιράκι (Βαγγέλης Κοτρώνης - ο αδικοχαμένος παραγωγός και συν-σεναριογράφος της ταινίας) του Δράκουλα... Άκρατος σουρεαλισμός και αμεταμέλητη καφρίλα με στόχο τους πάντες και τα πάντα, από τις τάσεις του κοινωνικού και ιδεολογικού γίγνεσθαι στην Ελλάδα της εποχής ως το διεθνές κατεστημένο της βιομηχανίας του θεάματος. Αν ο επιθεωρησιακής χροιάς σχολιασμός των πολιτικών πραγμάτων φαντάζει σήμερα επικαιρικός και ίσως ξεπερασμένος, το επικερδές "κυνήγι ταλέντων" δίχως τον παραμικρό ηθικό φραγμό απεικονίζεται με τρόπο προφητικά καίριο μέσα απ' το μαύρο (πίσσα) χιούμορ της κυριολεξίας. Οι απανωτές σκηνές ανθολογίας (με αποκορύφωμα το πανσεξουαλικό όργιο υπό τους "ιερόσυλους" ήχους του Ερωτικού, τα φιλόμουσα ζόμπι στα διαζώματα του Λυκαβηττού και την αρσενική γοργόνα - ο Θεός να την κάνει - που δίνει οδηγίες πλοήγησης στον αγγελοπουλικό παλιννοστούντα εξόριστο της Τασκένδης) δεν θα αφήσουν παραπονεμένο κανέναν οπαδό του cult σινεμά.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Σοκολατένια Πάθη (Consuming Passions, 1988)

Καταναλωτισμός των άκρων

Κατάμαυρη σουρεαλιστική κωμωδία βασισμένη στο χαμένο θεατρικό μονόπρακτο Secrets των Michael Palin & Terry Jones (από τους θρυλικούς Monty Python), με τον άγνωστο εκτός γηραιάς Αλβιόνος Tyler Butterworth (The Darling Buds of May, Ένας Ιδανικός Σύζυγος) στο ρόλο του άπειρου και γκαφατζή υπαλλήλου σοκολατοβιομηχανίας Ian Littleton, ο οποίος άθελά του προξενεί ένα μακάβριο εργατικό ατύχημα με απρόβλεπτες παρενέργειες. Ανάμεσα στις στυγνές πιέσεις του προϊσταμένου του (Jonathan Pryce) για εμπορική εκμετάλλευση του γεγονότος, την έλξη του προς μια ωραία χημικό (Sammi Davis) και τις ακόρεστες ορέξεις της σπιτονοικοκυράς του (Vanessa Redgrave), ο Ian αναγκάζεται να επανεξετάσει τις αντιλήψεις του περί ηθικής και ταμπού και να κοιτάξει πώς θα τη βγάλει καθαρή... Το ανενδοίαστα κανιβαλιστικό (στην κυριολεξία) χιούμορ του Καταστήματος των Εγκλημάτων (1960) και η φουτουριστική δυστοπία του Νέα Υόρκη, Έτος 2022 μ.Χ. (1973) βρίσκουν το κατεξοχήν cult σημείο τομής τους σε μια φλεγματική αλληγορία του σύγχρονου καταναλωτισμού - του φαύλου κύκλου εξάρτησης από τις υλικές απολαύσεις και διευκόλυνσης του εθισμού σ' αυτές, όπου κανείς δεν είναι αμέτοχος ούτε άμοιρος ευθυνών. Την ηθελημένα άχρωμη παρουσία του Littleton σχεδόν "συνθλίβουν" ο τρομακτικά ύπουλος κ. Farris του Pryce (Carrington, Η Ερωμένη του Ανέμου) και η εκρηκτική Μαλτέζα κ. Garza της Redgrave (σε μια κεφάτη μίμηση/παρωδία της Μελίνας Μερκούρη), ενώ τη σιγοντάρει εύσχημα η χαριτωμένη Felicia της Davis (Καμιά Προσευχή για τους Πεθαμένους, Τέσσερα Δωμάτια), υπό την καθοδήγηση του ειδικευμένου σε τηλεοπτικές διασκευές κλασικής λογοτεχνίας Giles Foster (Roald Dahl's Tales of the Unexpected, Silas Marner - The Weaver of Raveloe). Δυστυχώς όμως η σκηνοθεσία δεν "αποχαλινώνεται" όσο θα σήκωνε η υπόθεση, επιμένοντας στην ασφάλεια του φαρσικού στοιχείου που μαζί με την κακογερασμένη αισθητική της δεκαετίας του '80, υπονομεύει αντί να ενισχύει τις εν τέλει εφιαλτικές προεκτάσεις του έργου. Με ένα τέτοιο θέμα στα χέρια του και ένα τόσο αβανταδόρικο cast στη διάθεσή του, ο Terry Gilliam (Οι Ιππότες της Ελεεινής Τραπέζης, Brazil) π.χ. ή ακόμα και ο Martin Donovan (Διαμέρισμα Μηδέν, Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ) θα είχε πιθανότατα μεγαλουργήσει.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Το Επαχθές Κόστος της Αναγέννησης - Δυο Cult Ταινίες για τη "Ζωή Μετά"

I. ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ (SECONDS, 1966)

Αγωνιώδες αλληγορικό thriller του John Frankenheimer (Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο, Το Τέρας της Αποκαλύψεως) βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του David Ely (1963).

Τελευταίο μέρος της λεγόμενης "Τριλογίας της Παράνοιας" (με τα Κάτω από Έναν Άλλον Ήλιο και Επτά Ημέρες του Μαΐου του ίδιου σκηνοθέτη - επίσης κινηματογραφικές διασκευές βιβλίων - να προηγούνται, ίσως συμπτωματικά, με σταθερή διαφορά δύο χρόνων μεταξύ τους) η Σατανική Επιχείρηση ιστορεί την a la Ζώνη του Λυκόφωτος περιπέτεια του ευκατάστατου μεσόκοπου επιχειρηματία Arthur Hamilton (John Randolph), ο οποίος κάτω από ύποπτα παράδοξες συνθήκες υποχρεώνεται να συνεργαστεί με την "Εταιρία", μια υπόγεια οργάνωση που τον βοηθά να σκηνοθετήσει το θάνατό του και να αποκτήσει νέο πρόσωπο και ταυτότητα, προκειμένου να εγκαταλείψει οριστικά τον ανούσιο τρόπο ζωής του.

Μεταλλαγμένος σε διάσημο νεαρό καλλιτέχνη με το όνομα Tony Wilson (Rock Hudson), αρχίζει να υλοποιεί τα αδιανόητα ως τότε απωθημένα του, ώσπου αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν έχανε και τίποτα και πως το χρέος του στην "Εταιρία" είναι πολύ πιο... αιματηρό απ' όσο φανταζόταν - και φυσικά, δίχως κανένα πια δικαίωμα υπαναχώρησης εκ μέρους του.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

The Death Ship (1959)

Άνθρωποι στη θάλασσα

Πιστή γερμανόφωνη μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του B. (Bruno?) Traven - ψευδεπώνυμου συγγραφέα του φημισμένου (επίσης διασκευασμένου για τη μεγάλη οθόνη από τον John Huston και βραβευμένου με δύο Oscar) Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε - από τον Αυστριακό τηλεοπτικό σκηνοθέτη Georg Tressler (Das Kriminalgericht, Reisedienst Schwalbe), με τον αποκαλούμενο στην εποχή του "Γερμανό James Dean" Horst Buccholz (The Magnificent Seven, Cervantes) σε έναν από τους πρώτους του (και μετρημένους στα δάχτυλα) μεγάλους ρόλους. Κυνηγημένος από την αστυνομία για μικροπαραπτώματα, ο νεαρός Αμερικανός ναύτης Philip Gale γίνεται φίλος με τον Πολωνό θερμαστή Lawski (Mario Adorf) και μπαρκάρει μαζί του στο φορτηγό πλοίο Yorikke, όπου τα μέλη του πληρώματος προσλαμβάνονται χωρίς πιστοποιητικά. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει το πανάκριβο τίμημα μιας τέτοιας "ουρανοκατέβατης" ευκαιρίας... Καταπέλτης ενάντια στην απανθρωπιά των σύγχρονων "κοινωνικών" συστημάτων, όπου ο σεβασμός στην ατομικότητα, την προσωπική αξιοπρέπεια και την ίδια τη ζωή δεν υφίσταται παρά μόνο στα λόγια και αυτόματα μηδενίζεται μπροστά στα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών, το αναρχίζον κείμενο του Traven (ο οποίος διώχθηκε για τις ακροαριστερές του πεποιθήσεις και μάλλον εξαιτίας αυτού κράτησε μυστική την αληθινή του ταυτότητα, διά βίου αλλά και μετά θάνατον) αποδίδεται με απερίφραστο ρεαλισμό από τον Tressler και τους πρωταγωνιστές του, διατηρώντας άθικτη τη σχεδόν αβάσταχτη ειλικρίνεια της αφήγησης και τη διηνεκή ισχύ της καταγγελίας του. Η απότομη "κάθοδος στην κόλαση" του καλόκαρδου, απονήρευτου και καλομαθημένου Philip εικονογραφείται με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια και αιχμηρές φωτοσκιάσεις που δίνουν μια καφκική αίσθηση εγκλωβισμού, τόσο μέσα στα ασφυκτικά έγκατα του καραβιού όσο και στην καρδιά της θαλάσσιας απεραντοσύνης. Η ανεπιτήδευτη και συχνά βίαιη ποιητικότητα των πλάνων του Tressler σίγουρα υπήρξε σημείο αναφοράς για τον Billy Budd του Peter Ustinov (Private Angelo, Lady L.), σε ένα ενδιαφέρον "αντιδάνειο" (το φιλμ του Ustinov βασίστηκε στην κλασική νουβέλα του Herman Melville, από την οποία ο Traven πιθανότατα εμπνεύστηκε το Death Ship - πάντως το όνομα του ήρωά του παραπέμπει ηχητικά και προσωδιακά στο "Billy Budd") και για τον Roman Polanski (Αποστροφή, Ο Ένοικος) στους Πειρατές - αν όχι και για τον Coppola (Ο Νονός, Πέτρινοι Κήποι) στο Αποκάλυψη Τώρα. Ωραίες οι ερμηνείες του φωτογενούς Buchholz και του μετέπειτα "θεσμού" των γερμανικών σίριαλ και B movies Mario Adorf (Der Schattenmann, Die Affare Semmeling), της πρωτοεμφανιζόμενης Elke Sommer (Τα Μυστικά Όπλα των Κατασκόπων, A Nightingale Sang in Berkeley Square) και του Έλληνα Πάνου Παπαδόπουλου (ο οποίος έκανε τριακονταετή καριέρα στη γερμανική τηλεόραση αναλαμβάνοντας χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους). Συγκρατημένο soundtrack από τον τζαζίστα και αρχιμουσικό Roland Kovac (Jonathan, Samanka) και υπέροχη νατουραλιστική φωτογραφία από τον παραγωγικότατο Heinz Pehlke (Αντιγόνη, Der Graf von Luxemburg).

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

The Lives of the Saints (2006)

Άγιοι και αμαρτωλοί, θύτες και θύματα

Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του βόρειου Λονδίνου, ο τρομακτικά γραφικός συνοικιακός γκάνγκστερ κ. Karva (αγνώριστος ο Σκοτσέζος βετεράνος καρατερίστας James Cosmo) προορίζει για διάδοχό του το νεαρό προγονό του Othello (David Leon), τον οποίο υπεραγαπά. Εκείνος όμως σχεδιάζει κρυφά να ξεκόψει από το εγκληματικό περιβάλλον του πατριού του, να εξυγιάνει τις επιχειρήσεις του και να φέρει την ιερόδουλο φίλη του Tina (Emma Pierson) στον ίσιο δρόμο. Η αιφνίδια παρουσία ενός μικρού μουγκού θαυματοποιού (Sam MacLintock) στη ζωή τους θα βγάλει στην επιφάνεια μύχιους πόθους και επαίσχυντα απωθημένα και μυστικά και θα οδηγήσει τα γεγονότα σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, με κωμικοτραγικές και ολέθριες τελικά συνέπειες. Το φιλόδοξο κινηματογραφικό ντεμπούτο του γνωστού φωτογράφου διασημοτήτων Rankin (σε συνεργασία με τον ντοκιμαντερίστα Chris Cottam και τον πολυβραβευμένο σεναριογράφο Tony Grisoni) διακρίνουν στιγμές γνήσιας εικαστικής ποίησης, αν και η ρευστότητα της δραματουργικής διεκπεραίωσης δεν αφήνει το αβανταδόρικο κεντρικό εύρημα να απογειωθεί. Όταν μάλιστα στο τελευταίο ημίωρο του φιλμ η κατάσταση περνά στα χέρια του πιο ασταθούς ψυχικά χαρακτήρα, η έκβαση της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να είναι μονόδρομος, ουσιαστικά αχρηστεύοντας την υποτίθεται σοκαριστική κλιμάκωση και ανατροπή του φινάλε. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για ένα ενδιαφέρον σκηνοθετικό πείραμα που τολμά να "νοθεύσει" τη φλεγματική κοινωνική σάτιρα με έναν ιδιότυπο μαγικό ρεαλισμό, ζωγραφίζοντας με ολοζώντανες όσο και ζοφερές φωτοσκιάσεις έναν προαστιακό μικρόκοσμο στο τέλμα της βασανιστικά αργής του παρακμής και κατορθώνοντας να αποφύγει τις ηθικοδιδακτικές μεγαλοστομίες, ενώ συγχρόνως διατηρεί μια συνεπή ιδεολογική γραμμή. Οι φίλοι του αντισυμβατικού σινεμά (στο ύφος π.χ. του Terry Gilliam ή του Michael Winterbottom) ενδέχεται να το αγαπήσουν.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Haunted Summer (1988)

Το βιογραφικό thriller που έχασε το δρόμο του

Απ' τις λιγότερο γνωστές και πιθανώς η πιο δυσεύρετη από τις κινηματογραφικές αναβιώσεις του καλοκαιριού του 1816, όταν οι νεαροί ποιητές Byron (Philip Anglim) και Shelley (Eric Stoltz), ο προσωπικός γιατρός και εραστής του Byron John Polidori (Alex Winter), η μελλοντική σύζυγος του Shelley, συγγραφέας Mary Wollstonecraft (Alice Krige) και η εξαδέλφη της Claire Clairmont (Laura Dern) μαζεύτηκαν στην εξοχική βίλα του Byron στις όχθες της γαλλοελβετικής λίμνης Λεμάν, για να περάσουν τις διακοπές τους διαβάζοντας και γράφοντας ποίηση και ιστορίες τρόμου και επιδιδόμενοι σε παντός είδους πειραματισμούς και καταχρήσεις (το φημισμένο μυθιστόρημα Frankenstein ή Ο Σύγχρονος Προμηθέας της Mary Shelley και η νουβέλα The Vampyre του Polidori, στην οποία βασίστηκε όλη η μετέπειτα λογοτεχνική μυθολογία περί βρυκολάκων, Θρυλούνται ως αποκυήματα των επεισοδιακών αυτών "συνεδριών"). Σε αντίθεση με τον καθαρά ακαδημαϊκό χειρισμό του θέματος από τον Ισπανό Gonzalo Suarez (La Loba y la Paloma, El Detective y la Muerte) στο Remando al Viento της ίδιας χρονιάς, ο Τσέχος σκηνοθέτης Ivan Passer (Law and Disorder, The Wishing Tree) προτιμά να κλείσει το μάτι στον Ken Russell (ο οποίος δυο χρόνια πριν είχε ταράξει τα νερά με τον άκρατο ερωτισμό και την ξεσαλωμένη φαντασία του Gothic του), διασκευάζοντας το ψευδοϊστορικό μυθιστόρημα Haunted Summer της Αμερικανίδας βιογράφου διασημοτήτων Anne Edwards. Άνισο όπως και οι ευγενώς φιλόδοξες προθέσεις του Passer, το αποτέλεσμα αδυνατεί να ξεφύγει από τον καθωσπρεπισμό ενός ρομάντζου εποχής που δεν τολμά να αγγίξει παρά με το γάντι τις "επικίνδυνες" περιοχές της πλοκής του. Η μάλλον θεατρική υφή των ερμηνειών και της όλης αισθητικής του φιλμ θα μπορούσε ίσως να αξιοποιηθεί ως άποψη αντί να συμβάλλει απλώς στη "σιδερωμένη" χλιαρότητα του συνόλου, που ελάχιστα μετριάζεται από τα φροντισμένα πλάνα της ομαδικής παράκρουσης προς το τέλος. Ωραία, αν και κάπως ψυχρή η μουσική του Christopher Young (Ο Εξορκισμός της Emily Rose, Μεθυσμένο Ημερολόγιο).

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Το Μυστικό του 7ου Δωματίου (Secret Beyond the Door, 1947)

Hitchcock-Lang: 1-0

Μετά τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού της (Paul Cavanagh), η όμορφη Αμερικανίδα κληρονόμος Celia Barrett (Joan Bennett) πολιορκείται από τον καλοπροαίρετο Robert Dwight (James Seay), αλλά ενδίδει στη σκοτεινή γοητεία του αρχιτέκτονα Mark Lamphere (Michael Redgrave), τον οποίο γνωρίζει και παντρεύεται στο Μεξικό. Σύντομα όμως αρχίζει να το ξανασκέφτεται, καθώς ο σύζυγός της γίνεται όλο και πιο επιθετικός και απόμακρος μαζί της και οι σοκαριστικές αποκαλύψεις για τις συνήθειες, τη ζωή και το παρελθόν του διαδέχονται η μια την άλλη... Από μια ιδέα του θεατρικού συγγραφέα Rufus King βασισμένη στο γαλλικό λαϊκό θρύλο του Γαλαζογένη, με το ανατριχιαστικό σασπένς της φωτογραφίας (Stanley Cortez) και του soundtrack (Miklos Rosza) και τη βαριά σκηνοθετική υπογραφή του Fritz Lang (Metropolis, M), το Μυστικό του 7ου Δωματίου όφειλε να είναι ένα αξιοπρεπέστατο ψυχολογικό thriller στην παράδοση του Hitchcok (Rebecca, Έκσταση) ή του Cukor (Το Φως του Γκαζιού, Διπλή Ζωή). Μα έλα που ακόμα και μια σύμπραξη "ιερών τεράτων" δεν εγγυάται υποχρεωτικά την επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος - ιδίως όταν το σενάριο (της τότε φίλης του Lang και πρωτοεμφανιζόμενης Silvia Richards, με την οποία ο σκηνοθέτης ξανασυνεργάστηκε το 1952 στη Σειρήνα του Καμπαρέ) ξεπατικώνει αναίσχυντα τις λογοτεχνικές πηγές του (Charlotte Bronte, Daphne du Maurier), εκχυδαΐζοντας τις φροϊδικές θεωρίες που ήταν προφανώς του συρμού τα χρόνια εκείνα, σε βαθμό ώστε η τελική αιτιολόγηση της ψυχικής διαταραχής του Mark να φαντάζει παράταιρα κωμική (αν πάντως πρόκειται για ηθελημένη παρωδία των αμέτρητων συναφών θεματολογικά ταινιών της εποχής, ως το σημείο αυτό η πλοκή και το γενικό κλίμα του έργου δεν έχουν δώσει κανένα σχετικό στοιχείο). Αδιαμφισβήτητο ωστόσο το εικαστικό ενδιαφέρον του φιλμ, όπως και η ιστορική του αξία, μια και είναι από τα πρώτα που ο Lang γύρισε μεταπολεμικά στην Αμερική.