Τη σειρά Μαύρη Χρυσαλλίδα είχαμε αρχίσει να τη βλέπουμε οικογενειακώς όταν πρωτοπροβλήθηκε στην κρατική τηλεόραση (αρχές δεκαετίας του '90), αλλά ύστερα από μερικά επεισόδια την εγκαταλείψαμε. Τον ακριβή λόγο δεν τον θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αν και η κατασκοπεία ως πυρηνικό συστατικό πλοκής είναι συνήθως αβανταδόρικη, συναρπαστική χάρη στη λογοτεχνική και κινηματογραφική "μυθολογία" που την περιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στάθηκε ικανή να μας κρατήσει το ενδιαφέρον ως το τέλος.
Με την ευκαιρία της επαναπροβολής της στο ERTFlix, έκανα μια απόπειρα να την παρακολουθήσω ολόκληρη - μήπως και εντοπίσω τα στοιχεία εκείνα που απέτυχαν να μας καθηλώσουν την πρώτη φορά. Η σειρά (1990) είναι δημιουργία της σεναριογράφου Ηρώς Μάνεση και του σκηνοθέτη Πολ Σκλάβου (Μαντάμ Σουσού, Η Ετυμηγορία), με πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη (Δεσποινίς Διευθυντής, Μαντώ Μαυρογένους) και τον Κώστα Καζάκο (Κοινωνία Ώρα Μηδέν, Κοντσέρτο για Πολυβόλα), πλαισιωμένους από μια πλειάδα γνωστών και καταξιωμένων ηθοποιών (Αλέκα Κατσέλη, Τίμο Περλέγκα, Γιώργο Κυρίτση, Έφη Ροδίτη, Σοφοκλή Πέππα, Δημήτρη Τζουμάκη, Νίκο Βανδώρο, Σοφία Ολυμπίου, Βασίλη Τσάγκλο, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Θόδωρο Κατσαφάδο), αλλά και νεότερων, πολλοί από τους οποίους έμελλε να εξελιχθούν στους τηλεοπτικούς, κυρίως, αστέρες της επόμενης δεκαετίας (Βάσια Παναγοπούλου, Αίαντα Μανθόπουλο, Μπάμπη Χατζηδάκη, Αρτό Απαρτιάν, Στέλιο Μάινα, Νίκο Παπαδόπουλο, Ιωάννα Τσιριγκούλη).
Πρόκειται για την ιστορία της Ναταλίας φον Κράουζε (Τζένη Καρέζη), μιας Ελληνίδας από τζάκι, που οι απαρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η επικείμενη εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα τη βρίσκουν να ζει μόνιμα στο Βερολίνο ως χήρα Γερμανού βαρόνου, "επίσημη" ερωμένη του στρατηγού Φον Κρούγκε (Κώστας Καζάκος) και μητέρα ενός αγοριού, του Βέρνερ (Μπάμπης Χατζηδάκης), ενώ έχει αφήσει πίσω στην Ελλάδα έναν άλλο γιο από τον πρώτο της γάμο, τον Δημήτρη (Αίας Μανθόπουλος), ο οποίος μεγαλώνει με τη φροντίδα της γιαγιάς (Αλέκα Κατσέλη) και των θείων του (Τίμος Περλέγκας & Έφη Ροδίτη). Η Ναταλία είναι διπλή κατάσκοπος με το ψευδώνυμο "Μαύρη Χρυσαλλίδα", δουλεύοντας για λογαριασμό των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και συγχρόνως βοηθώντας το ελληνικό αντιστασιακό κίνημα. Νομίζοντάς την για δωσίλογο, ο πρωτότοκος γιος της Δημήτρης που έχει προσχωρήσει στην Αντίσταση δεν θέλει ούτε να την ξέρει, ενώ ο γερμανοθρεμμένος Βέρνερ ακολουθεί πιστά τις αρχές του ναζιστικού δόγματος. Όταν η Ναταλία στέλνεται στην Ελλάδα με σκοπό να εκτελέσει μια αποστολή κρίσιμης σημασίας για την έκβαση του πολέμου, ξεκινά ένα ντόμινο από υποψίες, ίντριγκες και βαθμιαίες αποκαλύψεις που θα οδηγήσουν σ' ένα άκρως συνταρακτικό φινάλε.
Στη δεύτερη αυτή θέαση, τα τριάμισι πρώτα επεισόδια μου άφησαν, σε γενικές γραμμές, θετική εντύπωση. Μπορώ μάλιστα να πω ότι είναι αρκετά έως πολύ καλά: ικανοποιητική ανασύσταση της εποχής με σκηνικά του Πέτρου Καπουράλη (Η κυρία Ντορεμί, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται) και κοστούμια της Νίκης Πέρδικα (αν και με κάτι πραγματολογικές ψιλοασυνέπειες που όμως τις παραβλέπει κανείς μέσα στο σύνολο), φωτογραφία (Αλέκος Μάνεσης) μάλλον εντυπωσιακή στην εποχή της, την οποία αδικούν οι σύγχρονες οθόνες υψηλής ανάλυσης, όμορφη μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου (Η Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη, Μυστικοί Αρραβώνες) και (αναμενόμενα) θαυμάσιες ερμηνείες από τους επιβλητικούς Καζάκο, Κυρίτση (ο οποίος φυσιογνωμικά "φέρνει" κάπως στον Sir Christopher Lee) και Περλέγκα (Άγνωστος Πόλεμος, Πορφύρα & Αίμα), καθώς και τον Αντώνη Κατσαρή (Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια, Παραμύθι Χωρίς Όνομα) ως γλοιώδη και αδίστακτο συνεργάτη των Γερμανών. Παρόλο που ήδη δίνει κάποια δείγματα για το πώς πρόκειται να προχωρήσει, το σενάριο στη φάση αυτή είναι ως επί το πλείστον καλογραμμένο και η σκηνοθεσία εύρυθμη, χωρίς "κοιλιές".
Από το δεύτερο μισό του τέταρτου επεισοδίου, το πράγμα δυστυχώς αρχίζει να χωλαίνει. Ιδίως στους πιο προσωπικούς διαλόγους μεταξύ των χαρακτήρων, το σενάριο ολισθαίνει όλο και πιο επικίνδυνα προς έναν "ποιητικό" μελοδραματισμό απ' τον οποίο συχνά δεν λείπει και μια κραυγαλέα ηθικοδιδακτική νότα - σε βαθμό ώστε νομίζεις ότι παρακολουθείς μελό του '30 - ξεπερασμένο ακόμα και για τον καιρό στον οποίο αναφέρεται. Στην (υπερ)προσπάθεια να αποδοθεί η πολύπλευρη εσωτερική πάλη της κεντρικής ηρωίδας, οι συζητήσεις της με τα άλλα πρόσωπα όσο και οι μύχιες σκέψεις της αναλώνονται σε σχοινοτενείς στιχομυθίες και μονολόγους διανθισμένους με βαρύγδουπες πατριωτικές δηλώσεις και φιλοσοφικά αποφθέγματα, σαν να δίνει μονίμως διάλεξη.
Εκεί όμως που το σενάριο διαπρέπει στο δακρύβρεχτο δράμα είναι οι σκηνές που αφορούν την ιδιωτική ζωή και τις οικογένειες των αντιστασιακών. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα αβάσταχτα ψυχικά και σωματικά μαρτύρια που τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι στην ιστορική πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τις φρικτές θηριωδίες των κατακτητών. Το να εμμένεις όμως σ' αυτά με μακρόσυρτα πλάνα ακατάπαυστου θρήνου, βασανιστηρίων "χορογραφημένων" σε αργή κίνηση ή βουβής πένθιμης απραξίας που διαρκούν κοντά μισό επεισόδιο, λοξοδρομώντας κατά βούληση από τον κυρίως άξονα της δράσης, ενώ ταυτόχρονα περνάς στα ψιλά γράμματα ή αποσιωπάς γεγονότα καίρια για τη ραχοκοκαλιά της υπόθεσης, δημιουργεί δραματουργικά χάσματα που μπερδεύουν και αποπροσανατολίζουν το θεατή. Τα δώδεκα πενηντάλεπτα επεισόδια της σειράς θα κέρδιζαν σημαντικά σε σκηνοθετική στιβαρότητα και νοηματική συνοχή εάν είχαν μειωθεί σε τέσσερα ή πέντε, ή τουλάχιστον στα μισά. Η σεναριογράφος δεν είχε, προφανώς, αποφασίσει αν θα εστίαζε περισσότερο στο κατασκοπικό/ιστορικό μυστήριο ή στο κοινωνικό/ψυχολογικό δράμα, με αποτέλεσμα η πλοκή να παραπαίει διαρκώς ανάμεσα στα δύο, χωρίς ποτέ να βρίσκει τη χρυσή τομή τους.
"Ο πιο αδύναμος κρίκος", ωστόσο, της σειράς - και ειλικρινά, λυπάμαι πολύ που θα το πω - δεν είναι άλλος από το ρόλος όσο και την ερμηνεία της αείμνηστης Καρέζη. Πανέμορφη γυναίκα και έξοχη κωμική ηθοποιός, στους δραματικούς ρόλους βγάζει μια πομπώδη θεατρικότητα, τόσο έντονη ώστε "βαραίνει" παραπάνω απ' όσο χρειάζεται τις σκηνές που έτσι κι αλλιώς μονοπωλεί η συνθλιπτικά απαστράπτουσα παρουσία της. Στο θέατρο (την είχα δει πολύ παλιά στον Βυσσινόκηπο του Chekhov και στο Πρόσωπο με Πρόσωπο του Gelman, όπου πρωταγωνιστούσε μαζί με τον Καζάκο) και ενίοτε στον κινηματογράφο, η "βαρύτητα" αυτή λειτουργεί εντελώς διαφορετικά απ' ό,τι στη μικρή οθόνη, όπου η επίδρασή της είναι μάλλον επιζήμια για τη γενικότερη ισορροπία.
Εδώ, πιθανότατα δεν έφταιγε η ίδια, αλλά η σεναριακή ή/και σκηνοθετική γραμμή που είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν έλαβε όσο έπρεπε υπόψη το ότι η Ναταλία είναι κατάσκοπος - και μάλιστα διπλή υπερκατάσκοπος, θεωρούμενη ως άσος στο μανίκι της Abwehr (γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών) όπως και της ελληνικής Αντίστασης. Οι μυστικοί πράκτορες της κλάσης στην οποία υποτίθεται ότι ανήκει η Ναταλία είναι η crème de la crème της κατασκοπείας, η ελίτ μεταξύ των επίλεκτων, άνθρωποι που έχουν περάσει από σκληρότατη στρατιωτική εκπαίδευση και εντατικό ψυχολογικό "προγραμματισμό" (ουσιαστικά πλύση εγκεφάλου) ώστε να αντέχουν σε κάθε είδους και έντασης ψυχολογική πίεση, απόπειρα έντεχνης απόσπασης πληροφοριών ή σωματική καταπόνηση. Η δουλειά τους είναι να κινούνται με απόλυτη διακριτικότητα, ευελιξία και προσαρμοστικότητα, δίχως να δίνουν στόχο φανερώνοντας συναισθήματα ή αφήνοντας να τους ξεφύγουν λόγια που μπορεί να τους ξεσκεπάσουν. Επίσης προτιμώνται άτομα με όσο γίνεται λιγότερες οικογενειακές και άλλες υποχρεώσεις, ώστε να είναι εύκαιρα σε συχνές μετακινήσεις και αλλαγές ταυτότητας. Απορεί λοιπόν κανείς πώς μια γυναίκα με στενούς οικογενειακούς δεσμούς στην Ελλάδα όπως και στη Γερμανία, με πρόσωπο και γλώσσα σώματος τόσο εκφραστικά ώστε να προδίδουν την παραμικρή της ψυχική μεταβολή, η οποία πέφτει συνεχώς απ' τη μια λεκτική γκάφα στην άλλη και παρουσιάζεται σε συνάντηση με ελληνικές αντιατασιακές ομάδες της εργατικής τάξης καταστόλιστη και ντυμένη σαν χολιγουντιανή ντίβα, κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη (έως αναντικατάστατη) για να διαδραματίσει νευραλγικό "υπόγειο" ρόλο στην πορεία ενός παγκόσμιου πολέμου.
Πολύ πιο στέρεα και με συνέπεια δομημένοι είναι οι ρόλοι των Γερμανών αξιωματικών, καθώς και του νεαρού Βέρνερ που παίρνει επώδυνο βάπτισμα πυρός όταν έρχεται αντιμέτωπος με το πιο τραγικό απ' όλα τα διλήμματα και υποχρεώνεται να αναθεωρήσει ριζικά τις ιδέες με τις οποίες έχει γαλουχηθεί. Ο πιτσιρικάς, τότε, Μπάμπης Χατζηδάκης (Οι Φρουροί της Αχαΐας, Το Μπουλούκι) δίνει κανονικό ρεσιτάλ παίζοντας δεξιοτεχνικά με το βλέμμα και μικρο-εκφράσεις του προσώπου, οι οποίες διακρίνονται "τόσο όσο" πίσω απ' την ακίνητη μάσκα του πειθήνιου στρατιώτη.
Πέρα, πάντως, απ' το επάξια κερδισμένο "παράσημο" της vintage καλτίλας, η Μαύρη Χρυσαλλίδα έχει αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία, αφού είναι η τρίτη, μόλις, και τελευταία τηλεοπτική σειρά στην οποία εμφανίζεται η Καρέζη - η πρώτη, με τον τίτλο Μαρίνα Αυγέρη (1973), σεναριογράφο την ίδια και σκηνοθέτη τον Καζάκο, και η δεύτερη, Η Μεγάλη Περιπέτεια (1976), σε σκηνοθεσία επίσης του Καζάκου και σενάριο του Κώστα Μουρσελά (Εκείνος & Εκείνος, Σιγά... Η Πατρίδα Κοιμάται), δεν σώζονται στο αρχείο της ΕΡΤ - γυρισμένη δυο χρόνια πριν τον πρόωρο, άδικο χαμό της από την επάρατη νόσο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου