Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μαύρη Χρυσαλλίδα (1990)

Φιλόδοξο, συμπαθητικό αλλά "λίγο"

Τη σειρά Μαύρη Χρυσαλλίδα είχαμε αρχίσει να τη βλέπουμε οικογενειακώς όταν πρωτοπροβλήθηκε στην κρατική τηλεόραση (αρχές δεκαετίας του '90), αλλά ύστερα από μερικά επεισόδια την εγκαταλείψαμε. Τον ακριβή λόγο δεν τον θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αν και η κατασκοπεία ως πυρηνικό συστατικό πλοκής είναι συνήθως αβανταδόρικη, συναρπαστική χάρη στη λογοτεχνική και κινηματογραφική "μυθολογία" που την περιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως δεν στάθηκε ικανή να μας κρατήσει το ενδιαφέρον ως το τέλος.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Athens Dark (2018)

Η πόλη & η νύχτα

Μια κοπέλα περνά αμέριμνη από υπόγεια διάβαση, όταν γίνεται μάρτυρας της βίαιης αναμέτρησης δυο αλλόκοτων τύπων, ο ένας από τους οποίους αποδεικνύεται ότι είναι βαμπίρ. Λίγο αργότερα, ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Ορφέας Αρσενίου (Σπύρος Χατζηαγγελάκης), στέλνεται από το μέσο όπου εργάζεται για να καλύψει τη συναυλία της goth μπάντας Empusa (Έμπουσα), της οποίας αρχηγός είναι ο Μάξιμος (Αντώνης Τανισκίδης) - το βαμπίρ της υπόγειας διάβασης. Ο Ορφέας συνοδεύεται στη συναυλία από τον κολλητό του φίλο Νίκο (Δημήτρης Κίτσος), τον βλέπουμε όμως να επιστρέφει στο σπίτι του αιμόφυρτος, κουβαλώντας λιπόθυμο... τον Μάξιμο και χωρίς να θυμάται τι συνέβη. Μέσα από απανωτά flash backs που εναλλάσσονται άναρχα με τα στιγμιότυπα της "τωρινής" γραμμής δράσης, μαθαίνουμε ότι η συναυλία των Empusa υπήρξε σκηνή αιματηρής συμπλοκής μεταξύ μιας σύναξης βαμπίρ και των ορκισμένων τους προαιώνιων εχθρών, μιας επίλεκτης ομάδας από κυνηγούς βρικολάκων, τους οποίους στρατολογεί από παιδιά και εκπαιδεύει με απάνθρωπες μεθόδους ο ιερέας Ουριήλ (Νίκος Παντελίδης). Στο σπίτι του Ορφέα, ο Μάξιμος συνέρχεται και τον πληροφορεί ότι ο Νίκος έχει σκοτωθεί, προσφέροντάς του "αιώνια ζωή" ώστε να ενισχύσει τις τάξεις των βαμπίρ εναντίον των κυνηγών τους και να εκδικηθεί για το θάνατο του φίλου του. Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η υπόθεση της σειράς 8 δεκάλεπτων, κατά μέσο όρο, επεισοδίων που προβλήθηκε από την τηλεόραση του ANT1 και βασίζεται στο ομότιτλο κόμικ φαντασίας και τρόμου του ηθοποιού Ζήση Ρούμπου (μαζί με τον σχεδιαστή Χρήστο Μαρτίνη), σε σενάριο μάλιστα του ίδιου. Φαντάζομαι ότι η σειρά λειτουργεί κυρίως σαν teaser για το κόμικ - το οποίο δεν έχω, δυστυχώς, διαβάσει - καθώς τα μικρής διάρκειας επεισόδια μοιάζουν με trailers "κανονικών" επεισοδίων, μόλις αγγίζοντας ένα ενδιαφέρον κράμα στοιχείων από την ελληνική μυθολογία και παράδοση με τη δυτικόφερτη εικόνα μας για τα βαμπίρ και δίνοντάς μας μια ελάχιστη ιδέα τού τι θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με αυτό το μυθοπλαστικό υλικό σε συνδυασμό με την εικαστική (Στέφανος Αλιπράντης) και σκηνοθετική (Βασίλης Αντωνιάδης) άποψη, εάν υπήρχαν τα μέσα για την πληρέστερη αξιοποίησή τους. Bonus οι ωραία χορογραφημένες σκηνές μάχης και οι cameo εμφανίσεις του Δημήτρη Πιατά (Σωκράτης) και της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους (Εκάτη) στο τελευταίο επεισόδιο, το οποίο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχειας.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Κάνε ότι Κοιμάσαι (I-II, 2022-2024)

Μια εικόνα, όλες οι λέξεις

Να πω την αμαρτία μου; Να την πω. Ορισμένες τηλεοπτικές σειρές κάθομαι και τις βλέπω για να γελάω - και όχι επειδή είναι ηθελημένα αστείες. Εδώ, ας πούμε, τα περισσότερα απ' τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή δεν έχουν καμιά χαρακτηρολογική συνέπεια. Σκέφτονται και δρουν αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά, με μόνη εξήγηση ό,τι εξωγήινη δικαιολογία σκαρφιστεί κάθε φορά ο σεναριογράφος για να στηρίξει όπως όπως την επόμενη "ανατρεπτική" τους κίνηση.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

Σώσε με (2022)

"Σκανδιναβούμεν" μετ' ευτελείας

Αν και η μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στην οθόνη αποβαίνει συνήθως εις βάρος του, δεν λείπουν και οι (πολύ σπανιότερες, ωστόσο) περιπτώσεις όπου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Και εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: ωραιότατα, άρτια από κάθε άποψη και δοκιμασμένα στο χρόνο μυθιστορήματα να μετατρέπονται σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μετριότητες - ενίοτε, μάλιστα, και εκτρώματα - ενώ βιβλία επικαιρικά, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, να βγάζουν από απλώς ανεκτές έως καθόλου άσχημες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές.

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

The Musketeer (2001)

Απ' το κακό στο χειρότερο - και μη χειρότερα

Η κλασική, πασίγνωστη και κοσμαγάπητη μυθιστορηματική τριλογία - Οι Τρεις Σωματοφύλακες (1844), Μετά Είκοσι Έτη (1845) και Ο Υποκόμης της Βραζελόνης (1847) - του Alexandre Dumas (πατρός) με ήρωα τον ατίθασο νεαρό Γασκόνο Charles d'Artagnan (στηριγμένο σε πραγματικό πρόσωπο), ο οποίος φεύγει απ' το χωριό του με τη φιλοδοξία να καταταγεί στη βασιλική φρουρά των Βερσαλιών, έχει άπειρες φορές μεταφερθεί στην οθόνη, σε επίσης πάμπολλες χώρες, γλώσσες και μορφές (ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μιούζικαλ, κινούμενα σχέδια, βιντεοπαιχνίδια). Παρά τις αναμενόμενες διακυμάνσεις στο βαθμό πιστότητας προς το πηγαίο υλικό, οι περισσότερες ως τώρα διασκευές διατηρούν ακέραιο το συστατικό που δίνει στα βιβλία αυτά την εμβληματική τους, λαοφιλή ταυτότητα: τον συγκινητικά άρρηκτο δεσμό αδελφικής φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ονειροπόλο πιτσιρικά D'Artagnan και τους τρεις "μπαρουτοκαπνισμένους" επίλεκτους σωματοφύλακες με τα συνθηματικά ψευδώνυμα Athos, Porthos και Aramis - οι οποίοι, ενώ αρχικά τον υποτιμούν και τον ειρωνεύονται, καταλήγουν να τον πάρουν υπό την προστασία τους και να τον βοηθήσουν να τελειοποιήσει τις ικανότητές του, ενώ παράλληλα ενηλικιώνεται μέσω μιας καίριας και πολυδιάστατης γκάμας εμπειριών. Το ότι η υπόθεση των βιβλίων πλέκει ιστορικά και μυθοπλαστικά στοιχεία με τρόπο αριστοτεχνικό, συμβάλλει τα μέγιστα στη διαχρονικά άφθαρτη γοητεία τους. Έλα, όμως, που όλο και κάποιος θα βρεθεί να μετατρέψει το χρυσάφι σε κάρβουνο. Και γι' άλλη μια φορά, απορώ και εξίσταμαι: Για ποιο λόγο γυρίζονται ορισμένες ταινίες; Με ποιον απώτερο σκοπό σπαταλιούνται ένα σωρό χρήματα για την παραγωγή τους, τόσες ώρες και μόχθος απ' τη ζωή των συντελεστών τους, σ' ένα εγχείρημα που είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε, δεν θα έκανε καμιά απολύτως διαφορά; Διότι το συγκεκριμένο "φιλμ" όχι μόνο δεν έχει ούτε στοιχειωδώς σχέση με τα μυθιστορήματα στα οποία δηλώνει με θράσος ότι "βασίζεται", όχι μόνο έχει καταντήσει τον κεντρικό ήρωα νευρόσπαστη καρικατούρα παντελώς άσχετη με τον πρωτότυπο χαρακτήρα, αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝ ΠΛΟΚH. Το "σενάριο" (Gene Quintano) είναι κυριολεκτικά ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ. Μια παντελώς ασυνάρτητη συρραφή από σκηνές δράσης με άχρηστα και κομπογιαννίτικα, στην πλειονότητά τους, ειδικά εφέ, ατέρμονη παρέλαση προσώπων που είναι αδύνατον να καταλάβεις τι δουλειά έχουν εκεί μέσα και γιατί, "διαλόγους" μπροστά στους οποίους τα έργα του Ionesco φαντάζουν σαν δείγματα γνήσιου νεορεαλισμού, εμμονή στα σκοτεινιασμένα πλάνα και την "ψαγμένη" χρήση χρωματικών και παραμορφωτικών φίλτρων που δεν προσθέτουν το παραμικρό στην (και καλά) "ατμόσφαιρα", και για κράχτες δυο τρία βαρύγδουπα ονόματα (Catherine Deneuve, Stephen Rea, Tim Roth) χωρίς, ουσιαστικά, ρόλο, τα οποία απλώς περιφέρονται πετώντας ακατανόητες ατάκες και κάνοντας ακόμα πιο ακατανόητα πράγματα. Και τελευταίος και φαρμακερός, ο πρωταγωνιστής Justin Chambers (πρώην μοντέλο και γνωστός από το μακροβιότατο σίριαλ Grey's Anatomy) ενσαρκώνει μια ασυγχώρητα βέβηλη κατά λάθος παρωδία του D'Artagnan σε διασταύρωση με μια εξίσου ιερόσυλη γελοιογραφία υπερήρωα της Marvel, επιδιδόμενος σε νταηλίκια αντάξια των πιο κωλοπετσωμένων ρεμαλιών και επιδεικνύοντας τους κοιλιακούς, τις ακροβατικές ικανότητες και τις πρόσθετες τρέσες του, με τους υπόλοιπους τρεις σωματοφύλακες (Jan-Gregor Kremp, Steve Speirs & Nick Moran) να εμφανίζονται αραιά και πού ως υποτυπωδώς ομιλούντες κομπάρσοι-χαλκομανίες και υποτίθεται κωμικές νότες, με μανιέρα οριακά παλιάτσου. Το κερασάκι, δε, στην τούρτα είναι ο άκρως παραπλανητικός τίτλος με τον οποίο κυκλοφόρησε το παρόν ανοσιούργημα στη χώρα μας (και άλλες ταλαίπωρες): D'Artagnan, λέει. Μπας και το πιστέψει κιόλας.

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Ο Συγγραφέας (Un Homme Idéal, 2015)

Ο κλέψας, του κλέψαντος, τω κλέψαντι

Αγανακτισμένος από την απαξιωτική στάση των εκδοτών απέναντι στο χειρόγραφο του πρώτου του βιβλίου, ο Matthieu Vasseur (Pierre Niney), επίδοξος και υπερφιλόδοξος νεαρός συγγραφέας, ο οποίος βγάζει μεροκάματο ως υπάλληλος μεταφορικής εταιρείας, βρίσκει τη "χρυσή" ευκαιρία να πάρει το αίμα του πίσω όταν το αφεντικό του τον στέλνει να ξεκαθαρίσει τα υπάρχοντα ενός ηλικιωμένου που απεβίωσε. Ανάμεσα στις παλιατζούρες, ανακαλύπτει ένα μουχλιασμένο ημερολόγιο όπου ιστορούνται γλαφυρά οι προσωπικές εμπειρίες του μακαρίτη από τον πόλεμο στην Αλγερία. Αποφασίζει λοιπόν να το αντιγράψει και να το υποβάλει σ' έναν εκδοτικό οίκο, με τη δική του υπογραφή. Το κείμενο γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και σημειώνει τεράστια επιτυχία, χαρίζοντας στον Matthieu τη φήμη και τη ζωή που ονειρευόταν, στο πλευρό της όμορφης και ευκατάστατης καθηγήτριας Alice (Ana Girardot). Ο καιρός όμως περνά και ο Matthieu δεν έχει να παρουσιάσει νέο μυθιστόρημα, προς μεγάλη απογοήτευση του εκδότη του (Laurent Grévill), ενώ η φήμη και τα χρήματα που απέκτησε αρχίζουν να στερεύουν. Μια απόπειρα να προωθήσει το δικό του πρωτότυπο κείμενο με ψευδώνυμο, αποτυγχάνει παταγωδώς. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η σχέση του με την Alice απειλείται από την άφιξη του Stan (Thibault Vinçon), βαφτισιμιού του πατέρα της (André Marcon), ο οποίος δείχνει εξαρχής επιφυλακτικότητα απέναντι στον Matthieu. Συγχρόνως, καταφθάνουν φάκελοι χωρίς όνομα αποστολέα και με υλικό που υπαινίσσεται ότι και κάποιος άλλος γνωρίζει για τη συγγραφική απάτη: σε μια εκδήλωση μάλιστα όπου ο Matthieu υπογράφει βιβλία του, εμφανίζεται ένας τύπος (Marc Barbé) που του αναφέρει το όνομα του νεκρού ηλικιωμένου, προειδοποιώντας τον ότι η ύβρις που διέπραξε δεν θα μείνει ατιμώρητη και απαιτώντας υπέρογκο χρηματικό ποσό προκειμένου να μην αποκαλύψει την αλήθεια. Καθώς ο εκβιαστής γίνεται ολοένα και πιο φορτικός, οδηγώντας τον Matthieu στην απόγνωση, βάζοντας ψύλλους στα αυτιά της Alice και εντείνοντας την καχυποψία του Stan, η μόνη λύση είναι μια απονενοημένη κίνηση, η οποία κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα... Με εμφανείς αναφορές στο ιδιότυπο thriller Match Point, γυρισμένο από τον Woody Allen μια δεκαετία νωρίτερα, καθώς και στη συγγραφέα Patricia Highsmith - κοινή τους πηγή έμπνευσης με τον εμβληματικό της ήρωα Tom Ripley και το διήγημά της Ο Κατά Φαντασίαν Συγγραφέας - ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Yann Gozlan (Χωρίς Όρια, Το Μαύρο Κουτί) και ο συν-σεναριογράφος του, Guillaume Lemans (Λάθος στο Λάθος, Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο - κριτική της Βερίνας ΕΔΩ) φτιάχνουν ένα ενδιαφέρον φιλμ με καλοκουρδισμένους ρυθμούς και πειστικές ερμηνείες (ιδίως από τον πρωταγωνιστή), χτίζοντας επιδέξια έναν κλοιό συγκυριών που ενώ αρχικά μοιάζει να ευνοεί τον κεντρικό χαρακτήρα, βαθμιαία σφίγγει αγχωτικά, αφόρητα γύρω του ώσπου να τον φέρει στο χείλος του γκρεμού - και αντιμέτωπο με την υπέρτατη τραγική/υπαρξιακή ειρωνεία. Απ' την άλλη, δεν λείπουν και οι αιχμές προς όσους τείνουν να υποτιμούν την εφευρετικότητα ενός συγγραφέα και στην "πραγματική" ζωή, θεωρώντας τον ακίνδυνα γραφικό "ψώνιο" χαμένο στον κόσμο του, ιδανικό στόχο χειραγώγησης ή/και εκμετάλλευσης. Τι ακριβώς συνιστά "βεβήλωση" της μνήμης νεκρού; Πόσο "δίκαιη" είναι η αυτοδικία; Τι γίνεται όταν ο αυτόκλητος τιμωρός αποδεικνύεται χειρότερος από τον "απατεώνα"; Μπορεί να υπάρξει "παρθενογένεση" στην τέχνη, και κατά πόσο ο (κάθε) συγγραφέας έχει όντως την πατρότητα και την κυριότητα του έργου του; Μιμείται η τέχνη τη ζωή, ή μήπως η ζωή όχι μόνο μιμείται, αλλά και ξεπερνά την τέχνη; Μερικά μονάχα απ' τα ερωτήματα που ανεπιτήδευτα, σχεδόν υπόγεια, τίθενται μέσα απ' τις πράξεις των προσώπων και την πορεία της πλοκής. Λέγοντας πολύ λίγα, η ταινία κατορθώνει να δείξει και να πει πάρα πολλά, κρατώντας την αγωνία αμείωτη απ' το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Στα Ίχνη του Μυστηρίου (Clue, 1985)

Μια all-star "ζωντανή" παρτίδα επιτραπέζιου παιχνιδιού

Όπως εμφανώς προϊδεάζει ο τίτλος, καθώς και η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία όσο και στις αφίσες της, το Clue (για τη χώρα μας - πιο περιφραστικά - Στα Ίχνη του Μυστηρίου) του Jonathan Lynn (Το Ξαδελφάκι μου ο Vinny, Ο Μαφιόζος της Διπλανής Πόρτας) δανείζεται την κεντρική ιδέα και την όλη του διεκπεραίωση από το διάσημο επιτραπέζιο παιχνίδι Cluedo: έναν αστυνομικό γρίφο που ζητά απ' τους παίκτες να εντοπίσουν το δράστη μιας δολοφονίας και να τον συνδέσουν με το όπλο και τον τόπο του εγκλήματος, ανάμεσα από έξι (δηλαδή δεκαοχτώ στο σύνολό τους) αντίστοιχες επιλογές. Η αυστηρά καθορισμένη διαδρομή και οι σχηματικά τυποποιημένοι χαρακτήρες του παιχνιδιού αποτελούν αφενός έτοιμο υλικό "θεατρικής" υφής και δομής και αφετέρου ενδιαφέρουσα πρόκληση για έναν σεναριογράφο (τον ίδιο τον Lynn, σε συνεργασία με τον John Landis). Έξι άγνωστα μεταξύ τους άτομα προσκαλούνται σε δείπνο από έναν μυστηριώδη οικοδεσπότη, ο οποίος δεν τους αποκαλύπτει την ταυτότητα ούτε τους σκοπούς του και απαιτεί να κρατήσουν και οι ίδιοι κρυφά τα στοιχεία τους. Η ήδη αμήχανη και δυσοίωνη βραδιά δεν αργεί να πάρει αιματηρή τροπή, ενώ οι ενοχλητικές/επικίνδυνες για τα (ως τότε) "ευυπόληπτα" πρόσωπα αποκαλύψεις, τα παράδοξα γεγονότα και... τα πτώματα συσσωρεύονται. Κεφάτη και έξυπνη παρωδία των "παραδοσιακών" αστυνομικών ταινιών και των λεγόμενων μυστηρίων κλειστού χώρου, με φλεγματικό χιούμορ που παίζει ασύστολα και ταχυδακτυλουργικά με τα κλισέ του είδους, θυμίζοντας (όπως και το παρόμοιο, αρκετά μεταγενέστερό της Έγκλημα στο Gosford Park του Robert Altman) τα θεατρικά έργα του Oscar Wilde, σε συνδυασμό με τη φαρσική παράνοια μιας άλλης κλασικής αστυνομικής παρωδίας, της Πρόσκλησης σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976). Πέρα απ' τις υπέροχες, σπιρτόζες ερμηνείες όλου ανεξαιρέτως του cast, ο άψογα "κουρδισμένος" ρυθμός του φιλμ οφείλεται πρωτίστως στον Βρετανό ηθοποιό, τραγουδιστή και χορευτή Tim Curry (The Rocky Horror Picture Show, Δυο Γυναίκες, Τρεις Βαλίτσες & Εγώ), ο οποίος δίνει ρέστα ως ο αινιγματικός μπάτλερ που κινεί υπογείως τα νήματα της πλοκής. Η ταινία προσφέρει άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές, απανωτές σκηνές ανθολογίας και τρία διαφορετικά φινάλε, υπο/αποδεικνύοντας ότι με απόλυτα λογικούς συσχετισμούς μπορεί κανείς να φτάσει σε εντελώς αντιφατικά, αλλά και εξίσου θεμιτά συμπεράσματα.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Hightown (Seasons 1-2, 2020-2021)

Τρικυμία εν κρανίω, κυματάκια εν αιθρία

Είχα αρχίσει από πέρσι να βλέπω το Hightown (παραγωγής του διάσημου Αμερικανού βετεράνου Jerry Bruckheimer, για το δεδηλωμένα εκσυγχρονισμένων αντιλήψεων συνδρομητικό κανάλι Starz), με κάθε καλή πρόθεση μια και επρόκειτο για αστυνομικό thriller, που διαδραματιζόταν σ' ένα παραθαλάσσιο θέρετρο με ξέφρενη νυχτερινή ζωή και άκρως αυξημένη εγκληματικότητα. Κεντρικοί του ήρωες η Jackie Quinones (Monica Raymund), νεαρή αστυνομικός ειδικευμένη στην πάταξη της λαθραλιείας, και ο Ray Abruzzo (James Badge Dale), "ψημένος" εκπεσών συνάδελφός της από τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αν και δεν συνεργάζονται εξαρχής ούτε και συμπαθιούνται ιδιαίτερα, στην πορεία (φυσικά) αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Δομηνικανό αρχιμαφιόζο Frankie Cuevas (Amaury Nolasco) και τα τσιράκια του, που σπέρνουν το θάνατο με νοθευμένες ουσίες στα νεανικά στέκια της περιοχής. Παρά τους τραβηγμένους απ' τα μαλλιά (αντι)ήρωες - η Jackie είναι λεσβία, με παραδοσιακά "αντρική" συμπεριφορά απέναντι στις κατά καιρούς κοπέλες της (αυτό κρατήστε το για αργότερα), αλκοολική και τοξικομανής, ενώ ο Ray έχει αχαλίνωτο εθισμό στο σεξ - η πρώτη σεζόν είχε κάποιο ενδιαφέρον χάρη στην πλοκή της και τους καλογραμμένους σχετικά χαρακτήρες του τυπολάτρη αστυνόμου Alan Saintille (Dohn Norwood), του παχύσαρκου πληρωμένου φονιά Osito (Atkins Estimond) και του ταλαίπωρου μικροαπατεώνα Junior McCarthy (Shane Harper), οι οποίοι ενσαρκώνονται από εξίσου επαρκείς ηθοποιούς. Μια επίμονη αίσθηση που μου γεννήθηκε όσο η ιστορία προχωρούσε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη δεύτερη σεζόν, η οποία βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη: ο ρόλος της Jackie είχε γραφτεί για άντρα. Gay άντρα. Διότι μ' όλη την ελκυστική θηλυκότητα του παρουσιαστικού της, αυτό το πράγμα που έβαλαν τη Raymund (Αστυνομικό Τμήμα Σικάγου, Chicago Fire) να υποδυθεί, δεν είναι γυναίκα που να χτυπιέται κάτω. Μόνο εξωγήινη δεν την έκαναν. Αφήστε δε που τα σενάρια των νέων επεισοδίων μοιάζουν ύποπτα με fan fiction και δη σαχλό, γραμμένο από δεκαπεντάχρονα - όποιος παρακολουθεί τη σειρά έχοντας έστω και αμυδρή ιδέα από fan fiction, θα καταλάβει τι ακριβώς εννοώ. Επίσης το ότι η σεξουαλικότητα της πρωταγωνίστριας, όπως και οι εξαρτήσεις της, γίνεται αβίαστα αποδεκτή από τον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο (πιο πολύ τη στραβοκοιτάνε επειδή είναι Λατίνα) σε μια κατά βάση πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, συνιστά περισσότερο πολιτικά ορθό ευσεβή πόθο παρά απόπειρα αντανάκλασης της οποιασδήποτε πραγματικότητας. Πολύ θα ήθελα απ' την ομάδα των σεναριογράφων να είχε δείξει αληθινή πυγμή αναθέτοντας όντως σε άντρα το ρόλο της Jackie, όπως προφανέστατα ήταν η αρχική πρόθεση. Εκεί να τους δω, αντί να "χαϊδεύουν" εντέχνως τα κλισέ των αντρικών φαντασιώσεων με πιο ανώδυνη (κατά τη γνώμη τους) "τόλμη" soft τσόντας, παρουσιάζοντας κάθε λογής χιλιοαναμασημένο στερεότυπο σαν απαύγασμα ριζοσπαστικής έμπνευσης. Κάπως έτσι έχει καταντήσει κι ένα άλλο, αρκετά υποσχόμενο (θεωρητικά τουλάχιστον) εγχείρημα, το In the Dark (2019), με ηρωίδα μια τυφλή κοπέλα (Perry Mattfeld) που μπλέκει με το οργανωμένο έγκλημα στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει έναν φόνο - το οποίο διανύει την τέταρτη σεζόν του, μα δεν το άντεξα πέρα απ' τα μισά της δεύτερης. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, για να δουν ως πού είναι ικανή να φτάσει η ανοχή των θεατών στη μετά βίας συγκαλυμμένη ηθικολογία, στην κοινοτοπία και τη μετριότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λίαν προσφάτως και κατόπιν εορτής, υπέπεσε στην αντίληψή μου η προγενέστερη (2017) ισλανδική σειρά Stella Blomkvist, την οποία το Hightown έχει - ας το πούμε ευγενικά - ως πηγή έμπνευσης. Επιφυλάσσομαι για συγκρίσεις.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Oyevitne - Eyewitness (2014)

Μυστικά και ψέματα επί μυστικών και ψεμάτων

Δυο νεαροί φίλοι, ο Philip (Axel Boyum) και ο Henning (Odin Waage) γίνονται μάρτυρες ενός αποτρόπαιου φονικού. Ο φόβος για αντίποινα από τον αδίστακτο δράστη τους εμποδίζει να το καταγγείλουν - αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό μυστικό που πρέπει με κάθε θυσία να φυλάξουν... Καλογυρισμένο τηλεοπτικό thriller έξι ωριαίων επεισοδίων, από τους Νορβηγούς Jarl Emsell Larsen (ιδέα & σενάριο) και Kathrine Valen Zeiner (σκηνοθεσία), του οποίου η φετινή αμερικανική βερσιόν έχει ήδη αρχίσει να προβάλλεται, καθιστώντας τις όποιες συγκρίσεις αναπόφευκτες. Αμόλυντη προς το παρόν απ' την υπερατλαντική μάστιγα της πολιτικής ορθότητας, η σκανδιναβική τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή δεν δειλιάζει μπροστά στην αμείλικτα ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης τραγικωμωδίας σε κάθε πεδίο έκφανσής της. Ο καθημερινός εφιάλτης των δυο παιδιών που έχουν επωμιστεί δυσβάστακτο για την ηλικία τους φορτίο ξεδιπλώνεται με όλη τη μελοδραματική υπερβολή και τα χαώδη σκαμπανεβάσματα της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Ο γλυκός και πολυτάλαντος Boyum (Ingen Grunn til Panikk, Black Widows) ενσαρκώνει σπαρακτικά τον εύθραυστο, "προβληματικό" λόγω συνθηκών και περιθωριοποιημένο Philip - "αγνώστου πατρός" και ναρκομανούς μητρός (Cecilie A. Mosli), πρόσφατα υιοθετημένο από την αδέκαστη αστυνόμο Helen Sikkeland (υπέροχη η Anneke von der Lippe) και τον ψυχοπονιάρη αγρότη σύζυγό της, Sven (Bjorn Skagestad) - απέναντι στον εξωτερικά ψυχρό, αθλητικό και δημοφιλή στους συμμαθητές του Henning του Waage (Hvaler, Svartsjon). Και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί βέβαια είναι ένας κι ένας στους ρόλους τους, ζωντανεύοντας με πάθος και αληθοφάνεια μια πλοκή που αργεί λίγο να πάρει μπρος και συχνά "σκοντάφτει" κάπως άγαρμπα (εδώ οφείλω με μισή καρδιά να παραδεχτώ πως αν δεν είχα παρακολουθήσει τον "πιλότο" της αμερικανικής εκδοχής πριν το νορβηγικό πρωτότυπο, ίσως θα είχα δυσκολευτεί να βγάλω άκρη απ' την υπόθεση: μ' όλη του την αναμενόμενη επεξηγηματικότητα και το πολιτικά ορθό "λουστράρισμα", το remake δείχνει πιο "ξεσκαρταρισμένο" και στέρεα ανεπτυγμένο από δραματουργική άποψη), βαθμιαία ωστόσο κερδίζει και απορροφά το θεατή. Για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσα να μη διαπιστώσω την έντονη έως οργανική παρουσία των μηχανόβιων συμμοριών σε σκανδιναβικό έργο - οι οποίες φαίνεται πως στις χώρες αυτές είναι κράτος εν κράτει, με δικό τους κώδικα δικαιοσύνης και τιμής που αγνοεί, αν όχι υπερβαίνει την έννομη τάξη. Η ελαφρώς... κομπογιαννίτικη ανατροπή του φινάλε σχεδόν συγχωρείται, καθώς το βάρος πέφτει μάλλον στις διαπροσωπικές συνέπειες της εγκληματικής πράξης παρά στην εξιχνίαση και τα κίνητρά της. Ξεχωριστή μνεία για έναν απ' τους πιο ελκυστικούς "κακούς" που έδειξε ποτέ η οθόνη, τον επιβλητικότατο λόγω εμφάνισης όσο και αναστήματος Per Kjerstad (Hotel Caesar, Erobreren), όπως και στην ταιριαστά δύσθυμη, "κλειστοφοβική" φωτογραφία του ειδικευμένου κυρίως σε ντοκιμαντέρ Lars Vestergaard (Unit One, Millionaire Motors).

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Blake Stone - Aliens of Gold (1993)

Η μαζική απόδραση των "πειραμάτων"

Ένα απ' τα πρώτα παιχνίδια του είδους (αν όχι και το πρώτο) που έτυχε να πέσει στα χέρια μου και να μου μεταδώσει τον... ιό του gaming - ας όψεται το δισκάκι με τη συλλογή από demos παιχνιδιών MS-DOS, που συνόδευε έναν απ' τους επίσης πρώτους μας οικογενειακούς υπολογιστές με Windows 98. Φτιαγμένο με τη μηχανή του προγενέστερου (1992) Wolfenstein 3D (το οποίο είχα την ευκαιρία να παίξω λίγο αργότερα) και ήδη "παλιό" για την εποχή, το Blake Stone - Aliens of Gold της JAM Productions και της Apogee Software (μετέπειτα 3D Realms) δικαιωματικά θεωρήθηκε, ωστόσο, το καμάρι των δημιουργών του: πρωτοποριακά ποικιλόμορφες και περίτεχνες υφές περιβάλλοντος, άψογα σχεδιασμένο gameplay, εντυπωσιακοί (αν και ελαφρώς εκνευριστικοί ενίοτε) εχθροί διαφόρων βαθμών επικινδυνότητας και πλήθος μυστικών περιοχών που κρύβουν μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Ας μην ξεχνάμε βεβαίως το ριζοσπαστικό concept των πεδίων τηλεμεταφοράς μεταξύ των ορόφων-επιπέδων (ή περιοχών του ίδιου ορόφου) και τη θαυμάσια, "κολλητική" μουσική του Bobby Prince. Σ' εμάς της παλιάς σχολής (και κοπής), η πρόσφατη διάθεσή του μέσω Steam δεν μπορεί παρά να ξυπνά μια ακατανίκητη νοσταλγία, παρ' όλο που οι φιγούρες και τα γραφικά του ίσως δείχνουν αφελή και "παλαιολιθικά" τώρα πια, ιδίως στις καλομαθημένες νεότερες γενιές. Δεν παύει όμως να αποτελεί λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στο θέμα των απαιτήσεων για απόλυτη συγκέντρωση, ταχύτατα αντανακλαστικά και "στρατιωτικά" χορογραφημένο και χρονομετρημένο συντονισμό κινήσεων εκ μέρους του παίκτη. Όσο για τον final boss, τον τρελό μεγαλομανή επιστήμονα Dr. Pyrus W. Goldfire (ακραίο αρνητικό ενός φουτουριστικού Προμηθέα), δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος "κακός" βιντεοπαιχνιδιού που να συνδυάζει τόσο ωραία τον εμφανισιακό ρεαλισμό (δεν είναι κανένα φρικτά μεταλλαγμένο ον, αλλά ένας ηλικιωμένος φαλακρός τυπάκος που δεν σου γεμίζει και πολύ το μάτι) με την απύθμενη μοχθηρία που γεννά κυριολεκτικά τέρατα. Η θεαματική επιτυχία του Blake Stone έδωσε πάσα για μια συνέχεια, το Blake Stone - Planet Strike (1994) που εισήγαγε μερικές ακόμα τολμηρές καινοτομίες στον προγραμματισμό του παιχνιδιού, αλλά δυστυχώς το επισκίασε η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία της σειράς Doom (από την Id Software).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (12.7.16) και ΕΔΩ.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Εσωτερικές Υποθέσεις (Internal Affairs, 1990)

Ούτε ιπτάμενοι, ούτε gentlemen

Νευρώδες αστυνομικό thriller του Mike Figgis (Ερωτική Καταιγίδα, Το Σκηνικό του Τρόμου) και η πρώτη ταινία που ο Βρετανός σκηνοθέτης γύρισε σε αμερικανικό έδαφος, αμέσως μετά την εμβληματικά ιδιάζουσα Επικίνδυνη Δευτέρα. Ο νεόκοπος ερευνητής των Εσωτερικών Υποθέσεων Raymond Avila (Andy Garcia) και η δυναμική συνάδελφός του, Amy Wallace (Laurie Metcalf) αναλαμβάνουν να ξεσκεπάσουν τον αδίστακτο διεφθαρμένο μπάτσο Dennis Peck (Richard Gere), ο οποίος μαζί με το νεαρό συνεργάτη του και παλιό φίλο του Avila, Van Stretch (William Baldwin), έχει αναγάγει την κατάχρηση εξουσίας σε φονική τέχνη και προσοδοφόρο επιχείρηση. Ανασφαλής και κυκλοθυμικός, εθισμένος στα ναρκωτικά και παθολογικά εξαρτημένος απ' τον Peck, ο Van έχει πειστεί ότι η γυναίκα του (Faye Grant) τον απατά - δίχως όμως να του περνά απ' το νου με ποιον - και την κακοποιεί επανειλημμένα, τρομοκρατώντας τον ανήλικο γιο τους (Elijah Wood). Όταν ο Avila τον καλεί σε απολογία και του υπόσχεται επιείκεια με τον όρο να του παραδώσει τον Peck, ξεσπά ένας ανελέητος πόλεμος ανάμεσα στον τελευταίο και τον Avila. Μπορεί άραγε να υπάρξει νικητής στην αναμέτρηση ενός απύθμενα διεστραμμένου μυαλού με τον επικίνδυνα "εύφλεκτο" και εμμονικό επίδοξο τιμωρό του; Ξεχάστε τον "ιππότη" Gere του Ιπτάμενου και Gentleman και του Pretty Woman και τον καρτερικό, μειλίχιο Garcia του Νεκροί Ξανά και του Όταν ένας Άντρας Αγαπάει μια Γυναίκα. Εδώ η μπουνιά και το σκαμπίλι πάνε σύννεφο (και προς κάθε κατεύθυνση), όπως και οι στοίβες πτώματα που αφήνει ο Peck στο πέρασμά του. Αν και στην ουσία αντιπαθέστατος, ο χαρακτήρας του Gere διαθέτει μια μαγνητική σεξουαλικότητα την οποία διοχετεύει στο ξελόγιασμα και τη χειραγώγηση τόσο των γυναικών που τον περιβάλλουν όσο και του συναισθηματικά ευάλωτου Van (όλες σχεδόν οι σκηνές του Gere με τον πολύ όμορφο Baldwin αποπνέουν ασύστολο ερωτισμό), καθώς και στις ψυχολογικές παγίδες που στήνει για τον (αναπάντεχα ευεπηρέαστο) Avila. Ένα θανάσιμο παιχνίδι πρόκλησης, παραπλάνησης και επιβολής με υφή σαδομαζοχισμού, που άξιζε να κορυφωθεί σε ένα πιο ικανοποιητικό φινάλε αντί να ξεπέφτει σε μια κομπογιαννίτικη λύση απ' το πουθενά. Πάντως ο Figgis και να το ήθελε δεν θα μπορούσε να απογοητεύσει εντελώς τους φίλους της ξεχωριστής γραφής του: στυλάτη και ατμοσφαιρική, αντιπαρέρχεται με κομψότητα τις όποιες "τρύπες" του σεναρίου (Henry Bean) και συμπληρώνεται από τη μαθηματική αρμονία της φωτογραφίας (John A. Alonzo) κι ένα ωραιότατο soundtrack (Anthony Marinelli & Brian Banks, με τη συμμετοχή του ίδιου του Figgis) - το οποίο δυστυχώς δεν κυκλοφόρησε παρά σε περιορισμένα αντίτυπα το 1991 και έκτοτε αγνοείται η τύχη του.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Θα Κοιμηθώ όταν Πεθάνω (I'll Sleep when I'm Dead, 2003)

Αίμα και ομίχλη στο νυχτερινό Λονδίνο

Έχοντας βαλθεί να ξεκόψει μια για πάντα από το "αμαρτωλό" του παρελθόν, ο κάποτε διαβόητος γκάνγκστερ Will Graham (Clive Owen) μένει ολομόναχος στο σαραβαλιασμένο του τροχόσπιτο, μέσα σ' ένα δάσος όπου και εργάζεται ως ξυλοκόπος, δίχως καμιά επαφή με τους παλιούς του συνεταίρους στο έγκλημα, την οικογένεια και την πρώην φίλη του, Helen (Charlotte Rampling). Ώσπου ένα βράδυ πέφτει πάνω σ' ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών και προσφέρει βοήθεια στο θύμα (Mark Hardy), τραβώντας την προσοχή εκείνων ακριβώς που αγωνιζόταν ν' αποφύγει. Το περιστατικό γίνεται αιτία ν' απολυθεί από τη δουλειά του και να ξαναπάρει τους δρόμους, αποφασισμένος περισσότερο από ποτέ να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Φτάνοντας όμως στο σταθμό του τρένου, βλέπει άξαφνα και φευγαλέα μπροστά του τη μορφή του μικρού του αδελφού, Davey (Jonathan Rhys Meyers), με τον οποίο είχε καιρό να ιδωθεί. Ύστερα από απεγνωσμένες, μάταιες προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του, ο Will επιστρέφει άρον άρον στο Λονδίνο, για να ανακαλύψει μια φρικιαστική αλήθεια που θα τον φέρει για μια ακόμα φορά αντιμέτωπο όχι μονάχα με τον κόσμο που έχει απαρνηθεί, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του...

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Το Πλάσμα (The Hidden, 1987)

Δράση, χιούμορ, συγκίνηση

Πανικός στους δρόμους του Λος Άντζελες: φιλήσυχοι κι ευϋπόληπτοι, υπεράνω πάσης υποψίας πολίτες αρχίζουν αίφνης να επιδίδονται σε ακραίες πράξεις βίας, κλέβοντας πανάκριβα αυτοκίνητα, ληστεύοντας τράπεζες και "γαζώνοντας" ανεξέλεγκτα όποιον βρεθεί μπροστά τους. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο νεαρός αστυνομικός Tom Beck (Michael Nouri), ο οποίος αναγκάζεται να συνεργαστεί (μάλλον απρόθυμα) με τον ιδιόρρυθμο και μυστηριώδη πράκτορα του FBI, Lloyd Gallagher (Kyle MacLachlan). Στο μεταξύ, η αιτία του κακού αποκαλύπτεται στους θεατές πριν την πάρει είδηση η αστυνομία - ένα αηδιαστικό εξωγήινο ον καταλαμβάνει ανθρώπινα (και όχι μόνο) σώματα και ξαμολιέται για να καταπατήσει ό,τι νόμο υπάρχει. Πρόκειται για έναν... διαγαλαξιακό εγκληματία απ' τον πλανήτη Altair, ο οποίος έχει αδυναμία στα γρήγορα αμάξια, τα όπλα και τη hard rock μουσική και η μόνη λέξη που ξέρει είναι "θέλω". Ενώ ο Gallagher - που έχει τα δικά του μυστικά - αγωνίζεται να πείσει τον Beck πως αυτό που κυνηγούν ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση, τα μυαλά του Πλάσματος παίρνουν όλο και περισσότερο αέρα, ώσπου αποφασίζει να γίνει πρόεδρος της Αμερικής...

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Όταν Σπάσαμε τις Αλυσίδες (The Defiant Ones, 1958)

Σύγκρουση & ευαισθησία σε ασπρόμαυρο φόντο

Δυο κατάδικοι, ο οργισμένος μαύρος Noah Cullen (Sidney Poitier) και ο λευκός ρατσιστής John "Joker" Jackson (Tony Curtis), το σκάνε από μια ντεραπαρισμένη κλούβα ενώ είναι δεμένοι μεταξύ τους με ένα ζευγάρι χειροπέδες: "Ο δεσμοφύλακας είχε αίσθηση του χιούμορ", όπως αποφαίνεται ο σερίφης Max Muller (Theodore Bikel), που αναλαμβάνει να τους κυνηγήσει. Στη διάρκεια της ξέφρενης φυγής τους μέσα από δάση, βαλτοτόπια, ποτάμια κι άγρια βουνά, με το απόσπασμα της αστυνομίας να έχει αμοληθεί ξοπίσω τους, οι δυο δραπέτες ανακαλύπτουν ότι οι διαφορές τους δεν είναι τόσο αβυσσαλέες όσο είχαν μάθει να πιστεύουν και πως δεν τους ενώνει μόνο η αλυσίδα...

Κυριακή 17 Αυγούστου 2003

Ο Lawrence της Αραβίας (Lawrence of Arabia, 1962)

Το αιματηρό υστερόγραφο μιας μυθιστορηματικής ζωής

Όποιος αφήνει τον πλανερό τούτο κόσμο γίνεται χαρτί ή μέταλλο - ανάλογα με το βαθμό διασημότητας. Σκέψη που έκανα παρακολουθώντας για νιοστή φορά, με κομμένη την ανάσα όπως κάθε φορά (και όχι μόνο χάρη στη συγκλονιστική ομορφιά και τις ανυπέρβλητες ερμηνείες του Peter O'Toole και του Omar Sharif - και τις απαράμιλλες παρουσίες και ερμηνείες γενικώς) τον πάντοτε απαράκαμπτο, ανεπανάληπτο Lawrence της Αραβίας. Το μαρτύριο της παρεξηγημένης ιδιοφυΐας, η άπατρις μοναξιά του απρόθυμου ήρωα μέσα στην απεραντοσύνη της άμμου, η ματαιότητα της φιλοδοξίας, το άδικο, "κερατιάτικο" τέλος ενός ανθρώπου ο οποίος βγήκε επανειλημμένα ζωντανός από την κόλαση της ερήμου για να σκοτωθεί σε τροχαίο δυστύχημα (που θεωρήθηκε από ορισμένους αυτοκτονία)... Ένα λαμπρό μυαλό που χρησιμοποιήθηκε σαν βολικό, αν και στην ουσία ανεπιθύμητο πιόνι από τους τότε "ρυθμιστές" της τύχης του κόσμου. Ο διθυραμβικός υπερτονισμός της παράτολμης γενναιότητας και της στρατηγικής οξυδέρκειάς του από τον David Lean (Σύντομη Συνάντηση, Η Κόρη του Ryan) σε θεαματικές σκηνές μάχης ουδέποτε επισκιάζει τη σκιαγράφηση των υπόλοιπων πτυχών της προσωπικότητάς του από τους σεναριογράφους Robert Bolt (Doctor Zhivago, Η Αποστολή) και Michael Wilson (Μια Θέση στον Ήλιο, Ο Πλανήτης των Πιθήκων), ούτε την τσεκουράτη, δίχως την παραμικρή απόπειρα εξωραϊσμού απεικόνιση της διεθνούς πολιτικής και διπλωματικής ίντριγκας που εκτυλισσόταν στο παρασκήνιο. Ένα αγέραστο μεγαθήριο του παγκόσμιου κινηματογράφου, το οποίο δεν πρέπει να λείπει από καμιά προσωπική ταινιοθήκη.