Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεοπτική Σειρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεοπτική Σειρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Για ένα Πουκάμισο Αδειανό

Όπου η οθόνη βανδαλίζει την κλασική λογοτεχνία & οι "εκσυγχρονιστές" πιάνονται ντροπιαστικά αδιάβαστοι

Καθώς ουδέποτε με ένοιαξε να ακολουθήσω "οπαδικά" τις εκάστοτε ιδεολογίες/ιδεοληψίες του συρμού ώστε να μη χαρακτηριστώ εχθρός της προόδου και διάφορα άλλα γλαφυρά, με όλο το θάρρος της γνώμης μου διαφωνώ και απογοητεύομαι με τον χειρίστως εννοούμενο "εκσυγχρονισμό" θρυλικών, κοσμαγάπητων ηρώων από την παγκόσμια κλασική λογοτεχνία, που τείνουν να παρουσιάζονται στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη ολοένα και πιο "μεταλλαγμένοι", σε βαθμό ώστε να γίνονται αγνώριστοι και ο αρχικός τους λόγος ύπαρξης να χάνει σχεδόν κάθε νόημα.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μαύρη Χρυσαλλίδα (1990)

Φιλόδοξο, συμπαθητικό αλλά "λίγο"

Τη σειρά Μαύρη Χρυσαλλίδα είχαμε αρχίσει να τη βλέπουμε οικογενειακώς όταν πρωτοπροβλήθηκε στην κρατική τηλεόραση (αρχές δεκαετίας του '90), αλλά ύστερα από μερικά επεισόδια την εγκαταλείψαμε. Τον ακριβή λόγο δεν τον θυμάμαι, καθώς έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αν και η κατασκοπεία ως πυρηνικό συστατικό πλοκής είναι συνήθως αβανταδόρικη, συναρπαστική χάρη στη λογοτεχνική και κινηματογραφική "μυθολογία" που την περιβάλλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως δεν στάθηκε ικανή να μας κρατήσει το ενδιαφέρον ως το τέλος.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Athens Dark (2018)

Η πόλη & η νύχτα

Μια κοπέλα περνά αμέριμνη από υπόγεια διάβαση, όταν γίνεται μάρτυρας της βίαιης αναμέτρησης δυο αλλόκοτων τύπων, ο ένας από τους οποίους αποδεικνύεται ότι είναι βαμπίρ. Λίγο αργότερα, ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Ορφέας Αρσενίου (Σπύρος Χατζηαγγελάκης), στέλνεται από το μέσο όπου εργάζεται για να καλύψει τη συναυλία της goth μπάντας Empusa (Έμπουσα), της οποίας αρχηγός είναι ο Μάξιμος (Αντώνης Τανισκίδης) - το βαμπίρ της υπόγειας διάβασης. Ο Ορφέας συνοδεύεται στη συναυλία από τον κολλητό του φίλο Νίκο (Δημήτρης Κίτσος), τον βλέπουμε όμως να επιστρέφει στο σπίτι του αιμόφυρτος, κουβαλώντας λιπόθυμο... τον Μάξιμο και χωρίς να θυμάται τι συνέβη. Μέσα από απανωτά flash backs που εναλλάσσονται άναρχα με τα στιγμιότυπα της "τωρινής" γραμμής δράσης, μαθαίνουμε ότι η συναυλία των Empusa υπήρξε σκηνή αιματηρής συμπλοκής μεταξύ μιας σύναξης βαμπίρ και των ορκισμένων τους προαιώνιων εχθρών, μιας επίλεκτης ομάδας από κυνηγούς βρικολάκων, τους οποίους στρατολογεί από παιδιά και εκπαιδεύει με απάνθρωπες μεθόδους ο ιερέας Ουριήλ (Νίκος Παντελίδης). Στο σπίτι του Ορφέα, ο Μάξιμος συνέρχεται και τον πληροφορεί ότι ο Νίκος έχει σκοτωθεί, προσφέροντάς του "αιώνια ζωή" ώστε να ενισχύσει τις τάξεις των βαμπίρ εναντίον των κυνηγών τους και να εκδικηθεί για το θάνατο του φίλου του. Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η υπόθεση της σειράς 8 δεκάλεπτων, κατά μέσο όρο, επεισοδίων που προβλήθηκε από την τηλεόραση του ANT1 και βασίζεται στο ομότιτλο κόμικ φαντασίας και τρόμου του ηθοποιού Ζήση Ρούμπου (μαζί με τον σχεδιαστή Χρήστο Μαρτίνη), σε σενάριο μάλιστα του ίδιου. Φαντάζομαι ότι η σειρά λειτουργεί κυρίως σαν teaser για το κόμικ - το οποίο δεν έχω, δυστυχώς, διαβάσει - καθώς τα μικρής διάρκειας επεισόδια μοιάζουν με trailers "κανονικών" επεισοδίων, μόλις αγγίζοντας ένα ενδιαφέρον κράμα στοιχείων από την ελληνική μυθολογία και παράδοση με τη δυτικόφερτη εικόνα μας για τα βαμπίρ και δίνοντάς μας μια ελάχιστη ιδέα τού τι θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με αυτό το μυθοπλαστικό υλικό σε συνδυασμό με την εικαστική (Στέφανος Αλιπράντης) και σκηνοθετική (Βασίλης Αντωνιάδης) άποψη, εάν υπήρχαν τα μέσα για την πληρέστερη αξιοποίησή τους. Bonus οι ωραία χορογραφημένες σκηνές μάχης και οι cameo εμφανίσεις του Δημήτρη Πιατά (Σωκράτης) και της Άννας Μαρίας Παπαχαραλάμπους (Εκάτη) στο τελευταίο επεισόδιο, το οποίο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχειας.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Κάνε ότι Κοιμάσαι (I-II, 2022-2024)

Μια εικόνα, όλες οι λέξεις

Να πω την αμαρτία μου; Να την πω. Ορισμένες τηλεοπτικές σειρές κάθομαι και τις βλέπω για να γελάω - και όχι επειδή είναι ηθελημένα αστείες. Εδώ, ας πούμε, τα περισσότερα απ' τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή δεν έχουν καμιά χαρακτηρολογική συνέπεια. Σκέφτονται και δρουν αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά, με μόνη εξήγηση ό,τι εξωγήινη δικαιολογία σκαρφιστεί κάθε φορά ο σεναριογράφος για να στηρίξει όπως όπως την επόμενη "ανατρεπτική" τους κίνηση.

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2023

Η Ιστορία της Lisey (Lisey's Story, 2021)

Ελεγειακό οπτικό μετα-ποίημα

Η Ιστορία της Lisey (Lisey's Story, 2006) γράφτηκε από τον Stephen King με αφορμή την προσωπική του εμπειρία ύστερα από μια παραλίγο μοιραία περιπέτεια της υγείας του. Όσο ο ίδιος ήταν στο νοσοκομείο, η σύζυγός του Tabitha βρήκε την ευκαιρία να τακτοποιήσει το γραφείο του και να ξεκαθαρίσει τα ανέκδοτα κείμενά του. Όταν ο Stephen επέστρεψε, βρήκε τα χαρτιά του στοιβαγμένα μέσα σε κούτες - πράγμα το οποίο εξέλαβε ως προεικόνιση του τι θα απογίνονταν τα χειρόγραφά του όταν εκείνος θα έφευγε απ' τη ζωή. Πληροφοριακά, η Tabitha είναι επίσης συγγραφέας και είχε εκδώσει βιβλία νωρίτερα απ' τον Stephen, αλλά η δική του δόξα την καταδίκασε στην αφάνεια (η περίπτωσή της, μάλιστα, έδωσε όνομα στο "σύνδρομο Tabitha King", δηλαδή την "εκμηδένιση" του ενός συζύγου - είτε γυναίκας, είτε άντρα - από τη φήμη του άλλου, ενώ και οι δυο ασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο). Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στην τηλεόραση το 2021, σε σενάριο του ίδιου του King και σκηνοθεσία του Pablo Larraín (Post Mortem, Η Μυστική Λέσχη). Κεντρική ηρωίδα είναι η Lisey (Julianne Moore), χήρα του διάσημου συγγραφέα Scott Landon (Clive Owen), η οποία αφενός παλεύει να διαχειριστεί το πένθος για τον πρόωρο χαμό του αγαπημένου της συζύγου και αφετέρου έρχεται αντιμέτωπη με τον Jim Dooley (Dane DeHaan), τρελαμένο και αδίστακτο θαυμαστή του, που θεωρεί ότι η Lisey δεν έχει δικαίωμα να στερεί από το αναγνωστικό κοινό τα ανέκδοτα γραπτά του Scott και επιχειρεί να την απομακρύνει με κάθε τρόπο (ακόμα και διά της ακραίας βίας) απ' ό,τι σχετίζεται με τη μνήμη και την κληρονομιά του - λογαριάζοντας, φυσικά, χωρίς τον ξενοδόχο. Ο Scott, η Lisey και η μεγαλύτερη αδελφή της, Amanda (Joan Allen) μοιράζονταν ένα μυστικό σύμπαν απροσπέλαστο για τους αμύητους, έναν κόσμο μαγευτικό όσο και τρομακτικό, ζωογόνο αλλά και θανάσιμα επικίνδυνο, όπου η Lisey θα καταφύγει για να λύσει μια σειρά γρίφων που της άφησε ο Scott σαν μεταθανάτιο δώρο και να ανακαλύψει την πεμπτουσία της συγγραφικής του έμπνευσης, νικώντας μεταφορικούς και κυριολεκτικούς δαίμονες με τη βοήθεια της συζυγικής και της αδελφικής αγάπης - του μοναδικού, ιερού δεσμού που ενώνει ένα ζευγάρι ή μια οικογένεια, ενάντια στις κοντόφθαλμες αντιλήψεις, τις παράλογες απαιτήσεις και τις αγενείς παρεμβάσεις των "απέξω". Τα δυο πρώτα επεισόδια (από οχτώ συνολικά των 50 περίπου λεπτών) κυλούν με ρυθμούς κάπως αγχωτικά αργούς, από κει κι έπειτα όμως η πλοκή παίρνει τα πάνω της, αποζημιώνοντάς μας με τόκο. Οι ερμηνείες "τα σπάνε" όπως ήταν αναμενόμενο, ενώ ειδική μνεία αξίζουν η εξαίσια ποιητική φωτογραφία του Darius Khondji (Delicatessen, Se7en) και το επίσης θαυμάσιο soundtrack του Christopher Clark (The Last Panthers, Daniel Isn't Real). Σε κόντρα ρόλο-έκπληξη, εντελώς αγνώριστος ο Michael Pitt (Οι Ονειροπόλοι, Hannibal).

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Μυστικές Διαδρομές (2001)

Μια χαμένη χρυσή ευκαιρία

Διαφημίστηκε (υπερφιλόδοξα) ως "το ελληνικό X-Files", υποσχόμενο μια πρωτόγνωρη, για τα ελληνικά δεδομένα, τηλεοπτική εμπειρία βασισμένη σε ντόπιους λαϊκούς θρύλους και δοξασίες, ανεξήγητα φαινόμενα, αστικούς μύθους και διαδεδομένες θεωρίες συνωμοσίας. Με σκηνοθέτες τον Αντώνη Κόκκινο (ο οποίος εφτά χρόνια νωρίτερα είχε εντυπωσιάσει με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους Τέλος Εποχής) και τη Στέλλα Μανωλά (Αν μ' Αγαπάς), επιστημονικό σύμβουλο τον αείμνηστο αστροφυσικό Διονύση Σιμόπουλο και τον Γιάννη (Bach) Σπυρόπουλο στο soundtrack, οι Μυστικές Διαδρομές που έκαναν πρεμιέρα τον Φεβρουάριο του 2001 είχαν, θεωρητικά, όλα τα διαπιστευτήρια για να προσελκύσουν τους εγχώριους λάτρεις των παραφυσικών μυστηρίων και της επιστημονικής φαντασίας.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

Σώσε με (2022)

"Σκανδιναβούμεν" μετ' ευτελείας

Αν και η μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στην οθόνη αποβαίνει συνήθως εις βάρος του, δεν λείπουν και οι (πολύ σπανιότερες, ωστόσο) περιπτώσεις όπου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Και εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: ωραιότατα, άρτια από κάθε άποψη και δοκιμασμένα στο χρόνο μυθιστορήματα να μετατρέπονται σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μετριότητες - ενίοτε, μάλιστα, και εκτρώματα - ενώ βιβλία επικαιρικά, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, να βγάζουν από απλώς ανεκτές έως καθόλου άσχημες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Holding (2022)

Μικρό χωριό, μεγάλα μυστικά

Σ' ένα ειδυλλιακό ιρλανδικό χωριό όπου (εκ πρώτης όψεως) τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει, απ' τα θεμέλια μιας οικοδομής ξεθάβονται τυχαία δυο ανθρώπινοι σκελετοί - ενός ενήλικα και ενός μωρού. Το οικόπεδο που χτίζεται ήταν κάποτε ιδιοκτησία μιας ξεκληρισμένης πια οικογένειας, της οποίας ο γιος (Felix Brown) είχε πριν χρόνια παρατήσει την αρραβωνιαστικιά του (Siobhán McSweeney) σύξυλη στην εκκλησία την ημέρα του γάμου τους, και από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Στο μεταξύ εκείνη παντρεύτηκε άλλον (Gary Shelford), με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, ενώ φροντίζει τη δύστροπη αλκοολική μητέρα της (Olwen Fouéré) και έχει και η ίδια πρόβλημα με το ποτό. Καθώς αποδεικνύεται ότι ο σκελετός του ενήλικα ανήκει σε θύμα εγκληματικής ενέργειας και συγκεκριμένα στον "λιποτάκτη" γαμπρό, οι υποψίες στρέφονται τόσο εναντίον της εγκαταλελειμμένης νύφης όσο και της παλιάς της αντιζήλου για την καρδιά του δολοφονημένου, μιας εύθραυστης και ιδιόρρυθμης κοπέλας (Charlene McKenna) που μικρή ακόμα, είχε γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα της. Αμάθητος σε τέτοιας εμβέλειας υποθέσεις, ο ντόπιος συμπαθέστατος χωροφύλακας (Conleth Hill) που κατατρύχεται από τους δικούς του δαίμονες, αναγκάζεται - εξαιρετικά απρόθυμα - να συνεργαστεί μ' έναν λιγάκι ξιπασμένο νεαρό αστυνομικό από το Δουβλίνο (Clinton Liberty), του οποίου η υπερβολική τυπολατρία και αυτοπεποίθηση δεν βοηθούν στην εξομάλυνση των σχέσεών του με τον καχύποπτα εχθρικό περίγυρο. Παράλληλα, τα πρωτοφανή γεγονότα δημιουργούν εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ολόκληρο πλέγμα επικίνδυνων μυστικών και απωθημένων... Βασισμένη στο ομότιτλο πρώτο (2016) μυθιστόρημα μυστηρίου του πολυβραβευμένου τηλεοπτικού παρουσιαστή και οικοδεσπότη ψυχαγωγικών εκπομπών Graham Norton, η σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων (σε σκηνοθεσία της Kathy Burke) κατορθώνει να αποδώσει αρκετά πειστικά το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου, εναποθέτοντας το μεγαλύτερο βάρος στις πράγματι εκπληκτικές, γεμάτες φυσικότητα ερμηνείες και εξισορροπώντας το τραγικό στοιχείο με χιούμορ που πηγάζει αβίαστα από τις καταστάσεις και τις αλληλεπιδράσεις των προσώπων. Ο τίτλος, Holding, σημαίνει "οικόπεδο" αλλά και "ομηρία" και αυτό ακριβώς καταδεικνύει: ο κάθε χαρακτήρας είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων μυστικών, παθών, προσωπικών δραμάτων και κληρονομημένων προκαταλήψεων, όπως επίσης και του περιβάλλοντός του, της ασφυκτικής επαρχιώτικης νοοτροπίας που προτιμά να "θάβει" παρά να αντιμετωπίζει στα ίσια ό,τι δεν τη βολεύει ή δεν τη συμφέρει. Αν και όχι ριζοσπαστικά πρωτότυπη, η σειρά βλέπεται με ενδιαφέρον και χάρη στη μικρή της διάρκεια, δεν προλαβαίνει να κουράσει πλατειάζοντας. Κυκλοφορεί σε DVD από την Amazon.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders, 2022)

Λέει η κίσσα: "Ποτέ πια!"

Μαθαίνοντας ότι πάσχει από ανίατη θανατηφόρα ασθένεια, ο διάσημος συγγραφέας Alan Conway (Conleth Hill) αυτοκτονεί αφήνοντας μισό το τελευταίο του βιβλίο, με το οποίο θα έκλεινε η κοσμαγάπητη - πλην μισητή στον ίδιο - σειρά αστυνομικών του μυθιστορημάτων εποχής με ήρωα τον ιδιωτικό ερευνητή Atticus Pünd, Γερμανό αντιφρονούντα που επέζησε από κατοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατέφυγε σε μια φανταστική επαρχιακή κωμόπολη της Αγγλίας. Απελπισμένος, ο εκδότης του (Michael Maloney) αναθέτει στην επιμελήτρια εκδόσεων Susan Ryeland (Lesley Manville) να ανακαλύψει μήπως υπάρχει πουθενά, έστω και σε μορφή σημειώσεων, το κομμάτι που λείπει απ' το χειρόγραφο. Κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση, καθώς η έρευνα της Susan συναντά διαρκώς εμπόδια - με πρώτο και χειρότερο την αντιπάθεια που έτρεφε για το συγγραφέα όχι μόνο ο επαγγελματικός, μα και ο κοινωνικός όσο και ο οικογενειακός του περίγυρος: στρυφνός, απότομος και μισάνθρωπος, ο Conway είχε επιπλέον τη συνήθεια να μετατρέπει άτομα του κύκλου του σε μυθιστορηματικά πρόσωπα, απροκάλυπτα και με τρόπο όχι ιδιαίτερα κολακευτικό. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα συζούσε μ' έναν νεαρό ζιγκολό (Matthew Beard), στον οποίο είχε γράψει σχεδόν όλη του την περιουσία αποκληρώνοντας την αδελφή του (Pippa Haywood), την πρώην σύζυγο (Nathalie Armin) και τον έφηβο μοναχογιό του (Nathan Clarke). Ωστόσο, ενώ ψάχνει για στοιχεία εντρυφώντας στις υποθέσεις των προηγούμενων βιβλίων του Conway, η Susan αρχίζει να υποπτεύεται πως στην πραγματικότητα, ο θάνατός του δεν ήταν αυτοκτονία και ότι ο πιθανός αυτουργός προέρχεται από το άμεσο περιβάλλον του θύματος. Η ιδέα τής γίνεται εμμονή, ώσπου ύστερα από ένα βολικό για το δράστη "ατύχημα" της παρουσιάζεται ο Atticus Pünd (Tim McMullan) αυτοπροσώπως, για να την οδηγήσει κυριολεκτικά μέσα στο μυθιστορηματικό σύμπαν του συγγραφέα και στο δαιμόνιο πολυδαίδαλο παζλ όπου κρύβεται η λύση του μυστηρίου. Εξίσου δαιμόνιος είναι, βέβαια, και ο χειρισμός της πλοκής από τον Βρετανό Anthony Horowitz (καμιά συγγένεια με τον συνεπώνυμο Αμερικανό συνάδελφό του), συγγραφέα του μυθιστορήματος Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders) - πρώτου στη σειρά με ηρωίδα τη Susan Ryeland - και σεναριογράφο της ομότιτλης τηλεοπτικής μεταφοράς του σε έξι σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια από τον Peter Cattaneo (Άντρες με τα Όλα τους, Γυναικεία Υπόθεση): στην ουσία, έχουμε μια σειρά βιβλίων μέσα σε μια άλλη σειρά βιβλίων, που το πρώτο της μιας αφορά (ειρωνικά) το τελευταίο της δεύτερης. Όπως στο μυθιστόρημα, έτσι και στην τηλεοπτική σειρά βρίθουν οι παρωδιακές χρήσεις των κλισέ, οι σαρδόνιες ανατροπές και τα ευφυή κλεισίματα του ματιού προς εμβληματικά, κλασικά (αστυνομικά και μη) βιβλία και ταινίες, ξεκινώντας από τον πολύσημα κρυπτικό τίτλο και με αποκορύφωμα τον "σατανικό" γρίφο του φινάλε που αποδομεί - καταδιασκεδάζοντάς το αμεταμέλητα - κάθε είδους στερεότυπη "μυθολογία" περί συγγραφικής έμπνευσης και δημιουργικής διαδικασίας γενικότερα. Πέρα απ' την ευρηματικότητα της μυθοπλαστικής βάσης, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα επίσης οφείλεται τόσο στην ερμηνευτική άνεση και δεινότητα των ηθοποιών όσο και στις έντονες, αξιομνημόνευτες φυσιογνωμίες τους. Στον δευτερεύοντα αλλά χαρακτηριστικό ρόλο του Έλληνα συντρόφου της Susan, ο πολύ καλός Αλέξανδρος Λογοθέτης.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Hightown (Seasons 1-2, 2020-2021)

Τρικυμία εν κρανίω, κυματάκια εν αιθρία

Είχα αρχίσει από πέρσι να βλέπω το Hightown (παραγωγής του διάσημου Αμερικανού βετεράνου Jerry Bruckheimer, για το δεδηλωμένα εκσυγχρονισμένων αντιλήψεων συνδρομητικό κανάλι Starz), με κάθε καλή πρόθεση μια και επρόκειτο για αστυνομικό thriller, που διαδραματιζόταν σ' ένα παραθαλάσσιο θέρετρο με ξέφρενη νυχτερινή ζωή και άκρως αυξημένη εγκληματικότητα. Κεντρικοί του ήρωες η Jackie Quinones (Monica Raymund), νεαρή αστυνομικός ειδικευμένη στην πάταξη της λαθραλιείας, και ο Ray Abruzzo (James Badge Dale), "ψημένος" εκπεσών συνάδελφός της από τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αν και δεν συνεργάζονται εξαρχής ούτε και συμπαθιούνται ιδιαίτερα, στην πορεία (φυσικά) αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Δομηνικανό αρχιμαφιόζο Frankie Cuevas (Amaury Nolasco) και τα τσιράκια του, που σπέρνουν το θάνατο με νοθευμένες ουσίες στα νεανικά στέκια της περιοχής. Παρά τους τραβηγμένους απ' τα μαλλιά (αντι)ήρωες - η Jackie είναι λεσβία, με παραδοσιακά "αντρική" συμπεριφορά απέναντι στις κατά καιρούς κοπέλες της (αυτό κρατήστε το για αργότερα), αλκοολική και τοξικομανής, ενώ ο Ray έχει αχαλίνωτο εθισμό στο σεξ - η πρώτη σεζόν είχε κάποιο ενδιαφέρον χάρη στην πλοκή της και τους καλογραμμένους σχετικά χαρακτήρες του τυπολάτρη αστυνόμου Alan Saintille (Dohn Norwood), του παχύσαρκου πληρωμένου φονιά Osito (Atkins Estimond) και του ταλαίπωρου μικροαπατεώνα Junior McCarthy (Shane Harper), οι οποίοι ενσαρκώνονται από εξίσου επαρκείς ηθοποιούς. Μια επίμονη αίσθηση που μου γεννήθηκε όσο η ιστορία προχωρούσε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη δεύτερη σεζόν, η οποία βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη: ο ρόλος της Jackie είχε γραφτεί για άντρα. Gay άντρα. Διότι μ' όλη την ελκυστική θηλυκότητα του παρουσιαστικού της, αυτό το πράγμα που έβαλαν τη Raymund (Αστυνομικό Τμήμα Σικάγου, Chicago Fire) να υποδυθεί, δεν είναι γυναίκα που να χτυπιέται κάτω. Μόνο εξωγήινη δεν την έκαναν. Αφήστε δε που τα σενάρια των νέων επεισοδίων μοιάζουν ύποπτα με fan fiction και δη σαχλό, γραμμένο από δεκαπεντάχρονα - όποιος παρακολουθεί τη σειρά έχοντας έστω και αμυδρή ιδέα από fan fiction, θα καταλάβει τι ακριβώς εννοώ. Επίσης το ότι η σεξουαλικότητα της πρωταγωνίστριας, όπως και οι εξαρτήσεις της, γίνεται αβίαστα αποδεκτή από τον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο (πιο πολύ τη στραβοκοιτάνε επειδή είναι Λατίνα) σε μια κατά βάση πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, συνιστά περισσότερο πολιτικά ορθό ευσεβή πόθο παρά απόπειρα αντανάκλασης της οποιασδήποτε πραγματικότητας. Πολύ θα ήθελα απ' την ομάδα των σεναριογράφων να είχε δείξει αληθινή πυγμή αναθέτοντας όντως σε άντρα το ρόλο της Jackie, όπως προφανέστατα ήταν η αρχική πρόθεση. Εκεί να τους δω, αντί να "χαϊδεύουν" εντέχνως τα κλισέ των αντρικών φαντασιώσεων με πιο ανώδυνη (κατά τη γνώμη τους) "τόλμη" soft τσόντας, παρουσιάζοντας κάθε λογής χιλιοαναμασημένο στερεότυπο σαν απαύγασμα ριζοσπαστικής έμπνευσης. Κάπως έτσι έχει καταντήσει κι ένα άλλο, αρκετά υποσχόμενο (θεωρητικά τουλάχιστον) εγχείρημα, το In the Dark (2019), με ηρωίδα μια τυφλή κοπέλα (Perry Mattfeld) που μπλέκει με το οργανωμένο έγκλημα στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει έναν φόνο - το οποίο διανύει την τέταρτη σεζόν του, μα δεν το άντεξα πέρα απ' τα μισά της δεύτερης. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, για να δουν ως πού είναι ικανή να φτάσει η ανοχή των θεατών στη μετά βίας συγκαλυμμένη ηθικολογία, στην κοινοτοπία και τη μετριότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λίαν προσφάτως και κατόπιν εορτής, υπέπεσε στην αντίληψή μου η προγενέστερη (2017) ισλανδική σειρά Stella Blomkvist, την οποία το Hightown έχει - ας το πούμε ευγενικά - ως πηγή έμπνευσης. Επιφυλάσσομαι για συγκρίσεις.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Πίσω από τα Μάτια της (Behind Her Eyes, 2017)

Εδώ παπάς, εκεί παπάς... κι αλλού τα ράσα του

Υπάρχουν βιβλία "σοβαρά", ταγμένα στο να υπηρετήσουν με συνέπεια ένα λογοτεχνικό είδος ή το προσωπικό όραμα του συγγραφέα τους, χαρίζοντάς μας μια στέρεη, ελκυστική, περιεκτική πλοκή ή μια ιδιαίτερη/απροσδόκητη αναγνωστική εμπειρία. Υπάρχουν κι άλλα που γράφονται με εσκεμμένη και ασυγκάλυπτη σατιρική διάθεση. Υπάρχουν, ακόμα, βιβλία που παρωδούν "υπόγεια" τον εαυτό τους και το είδος τους, με μια επίφαση σοβαρότητας που αφήνει, ωστόσο, ξεκάθαρες χιουμοριστικές αιχμές. Και τέλος, εκείνα που ακούσια προξενούν το γέλιο, αν και υποτίθεται ότι ανήκουν στην κατηγορία των "σοβαρών".

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

The Drowning (2021)

Το χαμένο παιδί & η χαμένη πλοκή

Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάθισα και παρακολούθησα τη μίνι αυτή σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων του βρετανικού Channel 5, ήταν η περιέργειά μου βλέποντας ανάμεσα στους συντελεστές το πολύ χαρακτηριστικό επίθετο του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου πρωταγωνιστή της. Λοιπόν, ο μόλις δεκαεξάχρονος Cody Molko τυχαίνει όντως να είναι γιος του θρυλικού εναλλακτικού ροκά Brian Molko (Velvet Goldmine), αρχηγού της μπάντας Placebo - η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μουσικής "ιδεολογίας" της δεκαετίας του '90 - και της φωτογράφου Helena Berg. Η υπόθεση της σειράς φαινόταν επίσης ενδιαφέρουσα: η Jodie Walsh (Jill Halfpenny), μια κάπως "φευγάτη" γεωπόνος και χαροκαμένη μάνα, που δέκα χρόνια πριν έχασε το μικρούλη, τότε, μοναχογιό της Tom (Aaron Kane) από πνιγμό στη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής, έχει μια μέρα την εντύπωση ότι τον βλέπει, μαθητή γυμνασίου πια, σ' ένα σχολικό λεωφορείο. Απο κείνη την ώρα η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω, καθώς πασχίζει με κάθε λογικό και παράλογο (με έμφαση στο "παράλογο") τρόπο να τον πλησιάσει, να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του και να τον σώσει από τον "απαγωγέα" (Rupert Penry-Jones) που εκείνη θεωρεί ότι παριστάνει τον πατέρα του. Το σενάριο "κλέβει" εν πολλοίς την ιδέα από μια παλιότερη (2007) τηλεοπτική παραγωγή, βασισμένη, μάλιστα, σε πραγματικά γεγονότα. Από υπερβάλλοντα, προφανώς, ζήλο να απομακρυνθούν απ' την πηγή έμπνευσής τους, οι τρεις σεναριογράφοι της σειράς σκαρφίζονται και συρράπτουν τη μια σουρεαλιστική απιθανότητα πάνω στην άλλη, στέλνοντας στον αγύριστο τους στοιχειωδέστερους κανόνες λογικής και πλάθοντας μια ηρωίδα τόσο σπασμωδικά ασυνάρτητη και παρορμητική που αντί να συμπάσχεις μαζί της, σου 'ρχεται να τη δέσεις και να την κλειδώσεις κάπου - μπας και πάψει επιτέλους να διαπράττει ασύλληπτες κατά συρροήν παλαβομάρες KAI παρανομίες, βάζοντας σε δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο φίλους και συνεργάτες της και ιδίως τραβολογώντας έναν σχεδόν σπαραξικάρδια άβγαλτο κι απονήρευτο πιτσιρικά σε καταγώγια αδίστακτων μαφιόζων, πρεζάκηδων και προαγωγών που τον κοιτάνε σαν ξερολούκουμο (πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνει να θορυβεί κανέναν απολύτως από το περιβάλλον της αλλά ούτε και του μικρού), προκειμένου να του εξασφαλίσει πλαστά χαρτιά ώστε να διαφύγουν μαζί στο εξωτερικό. Η λύση, δε, του δράματος κορυφώνει με τον πιο απίστευτ(α προβλέψιμ)ο τρόπο την εξωφρενικότητα του όλου εγχειρήματος, το οποίο μετά βίας σώζεται από τη φιλοτιμία των ηθοποιών, τη χαριτωμένη φατσούλα του ερμηνευτικά αμήχανου, κατά τα άλλα, Molko Jr. και την αντισυμβατική γοητεία του Ιρλανδού Dara Devaney (ο οποίος, δυστυχώς, ίσα που "κάθεται στο δόντι" σ' έναν ρόλο στα όρια της καρικατούρας) ως - δικαιολογημένα (και αυτό δεν αποτελεί καν spoiler, αφού η υποτιθέμενη τελική ανατροπή δεν είναι παρά ό,τι πιο αναμενόμενο) - δύσπιστου πρώην συζύγου της Jodie. Η μοναδική χρησιμότητα σεναρίων σαν το συγκεκριμένο είναι ότι δίνουν ένα ακόμα "λαμπρό" παράδειγμα για το πώς να ΜΗ γράφουμε.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ασφαλείς (Safe, 2018)

Κεκλεισμένων των (αυλο)θυρών

Συνεχίζοντας την άγρα μίνι (κατά προτίμηση) σειρών για ολονύκτιους μαραθώνιους ελέω καραντίνας, έπεσα πάνω σ' ένα ακόμα τηλεοπτικό thriller οχτώ επεισοδίων βασισμένο σε ιδέα του Harlan Coben (και σε παραγωγή του ίδιου, πάλι με κυρίως σεναριογράφο τον Daniel Brocklehurst). Ο λόγος για το προπέρσινο Safe, με πρωταγωνιστή τον Michael C. Hall (γνωστό και αγαπητό από το μακάβριο πλην μακρόβιο Six Feet Under και τον εμβληματικό Dexter) ως χαροκαμένο χειρουργό που σαν να μην του έφταναν τα υπόλοιπα βάσανά του, πρώτα η μεγάλη (Amy James-Kelly) και μετά η μικρή (Isabelle Allen) του κόρη εξαφανίζονται, ενώ ο παιδιόθεν κολλητός του (Marc Warren), ο οποίος, μάλιστα, τρέφει παραπάνω από φιλικά συναισθήματα γι' αυτόν, αρχίζει να συμπεριφέρεται μάλλον ύποπτα. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με την άφιξη μιας λιγόλογης νεόκοπης αστυνομικού (Hannah Arterton) που δεν φροντίζει ιδιαίτερα να γίνει αρεστή στους καινούργιους συναδέλφους της, ενώ στην αγωνιώδη του προσπάθεια να βρει τις κόρες του, ο ήρωας κάνει, ως είθισται, μαντάρα την επίσημη έρευνα, εκμεταλλευόμενος στυγνά την αφοσίωση του ερωτοχτυπημένου κολλητού και ανακαλύπτοντας έναν λαβύρινθο από σκιαχτερά αινίγματα που θα του γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στην περιφραγμένη κοινότητα που έχουν σχηματίσει ορισμένες οικογένειες, με σκοπό να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την τάξη στην καθημερινότητά τους. Ως γνωστόν, όμως - και όπως δυσοίωνα αποφαίνεται ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος γείτονας (Ben Onwukwe) - κλειδώνεις, αμπαρώνεις κι ο "κλέφτης" (ή ο "μπαμπούλας") είναι μέσα... Δεν ξέρω τι έχει κάνει εδώ στη φάτσα του ο Hall και σχεδόν δεν γνωρίζεται - υποπτεύομαι Botox, το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν χρειαζόταν. Εκτός του ότι είναι ακόμα νέος άνθρωπος, ήταν πολύ γοητευτικός με τις χαρακτηριστικές γραμμές έκφρασης και τις έντονες γωνίες του προσώπου του. Οι ηθοποιοί που αλλάζουν τόσο δραστικά τη φυσιογνωμία τους δίχως να το απαιτεί κάποιος ρόλος, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξενίζουν τους θεατές και να μονοπωλούν την προσοχή με λάθος τρόπο. Τέλος πάντων. Οι αρκετά προγενέστεροι Πέντε (2016) που παρουσίασα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση με είχαν προϊδεάσει θετικά για το Safe, το οποίο δεν θα έλεγα, βέβαια, πως με απογοήτευσε ακριβώς, αλλά στο σύνολο είναι σαν κάτι να του φταίει, κάτι να του λείπει. Παρ' ότι δίνονται (σχετικά) πειστικές λύσεις και εξηγήσεις για όλα, το φινάλε αφήνει πίσω του μια διάχυτη αίσθηση εκκρεμότητας, η οποία ίσως είναι και ηθελημένη. Οι ερμηνείες κυμαίνονται από το απλώς αξιοπρεπές ως το ελαφρώς άνω του μετρίου, με έναν ευσυνείδητα διεκπεραιωτικό Hall να εντυπωσιάζει λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς (μπορεί εξαιτίας του Botox, που του έχει "παγώσει" το πρόσωπο σ' ένα μόνιμο ύφος θιγμένης απορίας). Υπέροχα, πάντως, τα τραγούδια των τίτλων στην αρχή και το τέλος κάθε επεισοδίου (Glitter & Gold και Fire αντίστοιχα), από το άλμπουμ The Attractions of Youth του νεαρού Βρετανού τραγουδοποιού Barns Courtney, πρώην μέλους της βραχύβιας ανεξάρτητης μπάντας Dive Bella Dive.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Πέντε (The Five, 2016)

The one that got away

Η κεντρική ιδέα των Πέντε προοριζόταν αρχικά για υλικό βιβλίου του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα Harlan Coben, αλλά εξαιτίας των πολλών προσώπων και των περίπλοκων παράλληλων και τεμνόμενων πλοκών, δεν βρήκε τελικά το δρόμο της με μυθιστορηματική μορφή. Ευτύχησε όμως να μετατραπεί σε σενάριο τηλεοπτικής μίνι σειράς, από τον ίδιο το συγγραφέα και ένα εκλεκτό επιτελείο σεναριογράφων, με επικεφαλής τον πολυβραβευμένο Daniel Brocklehurst (Shameless, Ασφαλείς). Μια άλλοτε αχώριστη παρέα εφήβων έχει πια μεγαλώσει και σχεδόν αποξενωθεί, στοιχειωμένη απ' το τραύμα της εξαφάνισης του μικρότερου αδελφού (Alfie Bloor) ενός από τα μέλη της (Tom Cullen). Ο φερόμενος ως δράστης (Rade Serbedzija), σεσημασμένος δολοφόνος αγοριών - ένας σύγχρονος Gilles de Rais - βρίσκεται ισόβια στη φυλακή, έχοντας ομολογήσει με υπερβολική προθυμία και περιγράψει με κάθε φρικτή λεπτομέρεια το φόνο του παιδιού. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα, το DNA του χαμένου Jesse εντοπίζεται σε δωμάτιο ξενοδοχείου όπου βρέθηκε νεκρή μια συνοδός πολυτελείας. Γεγονός το οποίο αναμοχλεύει καταχωνιασμένες αναμνήσεις και επικίνδυνα μυστικά, επανασυνδέοντας με τρόπο άκρως επώδυνο και επισφαλή τους υπόλοιπους τέσσερις φίλους, ο καθένας απ' τους οποίους έχει δικούς του ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν... Αντί για μια ενιαία σεζόν δέκα επεισοδίων, η αστυνομική σειρά μυστηρίου που σκηνοθέτησε ο ειδικευμένος στο είδος Mark Tonderai (Το Σπίτι στο Τέλος του Δρόμου, Παράνοια) θα μπορούσε να χωρίζεται σε δύο των πέντε, με τα ίδια πρόσωπα να πρωταγωνιστούν σε δυο ξεχωριστές, αμυδρά αλληλένδετες ιστορίες. Γύρω στα μισά χάνει ελαφρώς η μάνα το παιδί (στην κυριολεξία), αλλά προς το τέλος η αφήγηση ξαναβρίσκει το ρυθμό της και μας αποζημιώνει με μια εκπληκτικά αναπάντεχη, απίθανη όσο και παραδόξως αληθοφανή ανατροπή. Το εικαστικό/αισθητικό μέρος - η υπέροχη φωτογραφία (Tico Poulakakis) και το ιδιαίτερα φωτογενές cast, με τον προαναφερθέντα Tom Cullen (Downton Abbey, Knightfall) και τους O-T Fagbenle (Material Girl, The Interceptor), Hannah Arterton (Atlantis, Βερσαλλίες), Martin McCreadie (The Alienist, The Angel of Darkness), Tom Brittney (Outlander, Grantchester) και Sophia La Porta (Into the Mirror, On the Edge) να λάμπουν με την ομορφιά τους στην οθόνη - αποτελεί επιπλέον δέλεαρ για να παρακολουθήσει κανείς τους Πέντε σε μια καθισιά. Διατίθεται σε κασετίνα τριών DVD από την Amazon.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Home Before Dark (2020)

Επάγγελμα ρεπόρτερ, ετών... εννέα

Εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία της δεκατετράχρονης, σήμερα, Αμερικανίδας Hilde Kate Lysiak, η οποία εκδίδει την τοπική εφημερίδα Orange Street News και κατόρθωσε να γίνει το μικρότερο σε ηλικία μέλος της Εταιρίας Επαγγελματιών Δημοσιογράφων (Society of Professional Journalists), το Home Before Dark αφηγείται τον αγώνα μιας μαθήτριας του δημοτικού να πείσει τον οικογενειακό και ευρύτερο περίγυρό της για τη σοβαρότητα των δημοσιογραφικών της ερευνών, καθώς και για την αθωότητα ενός ισοβίτη (Michael Greyeyes) που καταδικάστηκε για την απαγωγή και το φόνο ενός παιδικού φίλου (Kiefer O'Reilly) του πατέρα της (Jim Sturgess), επίσης δαιμόνιου δημοσιογράφου ο οποίος έχει πέσει σε δυσμένεια εξαιτίας ιδεολογικών διαφορών με τους πρώην εργοδότες του. Η πρόωρη ωριμότητα της Hilde (Brooklynn Prince) - που για τις ανάγκες του έργου, το επίθετό της άλλαξε σε Lisko - και η ανένδοτη εμμονή της στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης τη μετατρέπουν σε αξιογέλαστο "θέαμα" για τους συμμαθητές και τους συμπολίτες της, προξενώντας συγχρόνως τη δυσφορία και τη ζήλια της μεγαλύτερης αδελφής της, Izzy (Kylie Rogers), που έχει μόλις μπει στην εφηβεία. Σε πείσμα όλων όσοι κάνουν τα πάντα για να την αποθαρρύνουν, βολεμένοι με την υποκριτική αποσιώπηση μιας αλήθειας που θα τους χαλούσε αμετάκλητα την ησυχία, η Hilde συνεχίζει ακάθεκτη το ψάξιμο - και φυσικά, όσο ψάχνει, τόσο βρίσκει... Η άψογη ερμηνεία της μικρούλας Prince (The Florida Project, Η Γκουβερνάντα) και οι δυο τρισχαριτωμένοι μπόμπιρες (Jibrail Nantambu & Deric McCabe) που την πλαισιώνουν ως... εξωτερικοί ανταποκριτές στην εφημερίδα της Hilde, είναι από τα πιο γερά "χαρτιά" της καλογυρισμένης αυτής ψευδοβιογραφίας δέκα επεισοδίων, που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτη ως το τέλος την ένταση του μυστηρίου, της αγωνίας και της δράσης. Ωστόσο, αν και η ηρωίδα είναι παιδί, δεν πρόκειται για παιδική σειρά, γι' αυτό καλό είναι οι τυχόν μικροί θεατές να μην την παρακολουθήσουν χωρίς επίβλεψη. Αξιοσημείωτη η παρουσία του διακεκριμένου τραγουδοποιού και κιθαρίστα Jim Sturgess (ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ανεξάρτητη μουσική σκηνή σε ηλικία 15 ετών, ενώ έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινίες όπως οι φημισμένες Cloud Atlas και Βερολίνο, σ' Αγαπώ) και του μόλις δεκαοχτάχρονου βιρτουόζου πιανίστα Rio Mangini, που πέρα απ' τις υποκριτικές τους ικανότητες, έχουν επίσης την ευκαιρία να μας δώσουν "ζωντανά" δείγματα του μουσικού τους ταλέντου.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Vienna Blood (Season 1, 2019)

Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Reinhardt

Βασισμένη στα μυθιστορήματα του Άγγλου κλινικού ψυχολόγου Frank Tallis με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Oskar Reinhardt και τον ψυχίατρο Max Liebermann, η νέα αστυνομική σειρά εποχής του BBC Two διαδραματίζεται στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η νεοφανής επιστήμη της εγκληματολογίας αγωνίζεται να επικρατήσει και να εξελιχθεί σε πείσμα των κοντόφθαλμων, οπισθοδρομικών κατεστημένων ιδεών για το ρόλο και τις μεθόδους της αστυνομίας, όπως και της ιατρικής. Συγγενές στο πνεύμα και τη θεματολογία με μια άλλη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου, την περσινή αμερικανική The Alienist (την οποία παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση), το Βιεννέζικο Αίμα δανείζεται τον τίτλο του από το περίφημο βαλς του Johann Strauss, τοποθετώντας τη δράση του στο υποβλητικό περιβάλλον της πενέμορφης αυτής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με την πυρετώδη καλλιτεχνική κίνηση, τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και την αναπόφευκτη, υπόγεια είτε εμφανή εγκληματικότητα. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Steve Thompson (Sherlock, Doctor Who) αντιστρέφουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εμβληματική σχέση του διδύμου Holmes/Watson, αντικαθιστώντας τον πρώτο με έναν παραδοσιακό, "ψημένο" μεσήλικα αστυνομικό (Jurgen Maurer) και βάζοντας έναν παγερά όμορφο, ιδιοφυώς διορατικό και λίγο "φευγάτο" νεαρό επιστήμονα (Matthew Beard) στη θέση του δεύτερου. Παρά το χάσμα στην ηλικία, την κοινωνική θέση, το χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, ο Βιεννέζος μεσοαστός Reinhardt και ο αριστοκρατικός Βρετανός Liebermann καταφέρνουν να έρθουν κοντά, παραμερίζοντας τις διαφορές τους και ενώνοντας τις δυνάμεις τους για να λύσουν τα πιο περίπλοκα μυστήρια. Η... μέχρι παρεξηγήσεως στενή φιλία τους γίνεται, μάλιστα, αιτία (μεταξύ άλλων) να ματαιωθεί ο αρραβώνας του Liebermann με τη χαριτωμένη, μα κάπως ελαφρόμυαλη Clara (Luise von Finckh), ενώ η εμμονή του για την απόμακρη, αινιγματική βιολόγο Amelia Lydgate (Jessica De Gouw), την οποία θεράπευσε από το σοκ μιας τραυματικής εμπειρίας, τον ωθεί σε παράτολμες αποφάσεις. Τα τρία ενενηντάλεπτα επεισόδια της πρώτης σεζόν σκιαγραφούν αποτελεσματικά τις προσωπικότητες των δυο ηρώων, απογειώνοντας την απολαυστική τους χημεία καθώς, παράλληλα, μας ξεναγούν στις πιο απόκρυφες, σκοτεινές και επικίνδυνες πτυχές της ζωής πίσω απ' τη "βιτρίνα" της "αυτοκρατορικής πόλης". Χάρη στις καλές ερμηνείες, την υπέροχη φωτογραφία (Xiaosu Han & Andreas Thalhammer), την ατμοσφαιρική μουσική (Roman Kariolou) και το δεξιοτεχνικό μοντάζ (Peter Christelis), δικαιούμαστε να κάνουμε τα στραβά μάτια στους όποιους αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου και να συγχωρήσουμε τις ενίοτε "κοιλιές" της σκηνοθεσίας από το διακεκριμένο Ρουμάνο Robert Dornhelm (Σπάρτακος, Πόλεμος & Ειρήνη) και τον ολιγογράφο Τούρκο Umut Dag (CopStories, Tatort).

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

The Alienist (2018)

Vintage εγκληματολογία και "πλατωνικό τρίγωνο"

"Alienists" ονομάζονταν πριν τα μισά του 20ού αιώνα οι ψυχίατροι και συγκεκριμένα, όσοι συνεργάζονταν με την αστυνομία για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών σε εγκληματίες. Ο όρος, δανεισμένος από τον προγενέστερο γαλλικό "alieniste", προέρχεται από τη λατινική λέξη "alienus" (ξένος), λόγω της τότε επικρατούσας πεποίθησης ότι η ψυχασθένεια αποξενώνει τον πάσχοντα από την ανθρώπινη φύση του. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1994) του Νεοϋορκέζου συγγραφέα και μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας Caleb Carr, η φετινή τηλεοπτική σειρά του καλωδιακού καναλιού TNT εξερευνά το εμβρυϊκό στάδιο της επιστήμης του forensic profiling (ανάλυσης χαρακτηριστικών) στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις απαιτούσαν όλο και πιο πιεστικά την επανεξέταση των αντιλήψεων για την εγκληματικότητα, τους αυτουργούς, καθώς και την αντιμετώπισή της. Συνδυάζοντας με επιτυχία ιστορικά και φανταστικά στοιχεία, τόσο το βιβλίο όσο και η (αρκετά πιστή) οπτικοποίησή του - σε παραγωγή και σενάριο, μάλιστα (μεταξύ άλλων), του γνωστού από την πρώτη σεζόν του πολυσυζητημένου True Detective, Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre) - αναπλάθουν με ευσυνειδησία και ζωντάνια την εποχή και τα ήθη της, χωρίς να φοβούνται την αληθοφανή περιγραφή των ακραίων δυσμενών συνθηκών της και περιορίζοντας τον (αναγκαστικό, πλέον, για τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας) πολιτικά ορθό αναθεωρητισμό στο ελάχιστο δυνατόν, ώστε να μη διακυβεύεται η πραγματολογική ακρίβεια. Κύρια πρόσωπα του δράματος, ο ιδιοφυής Γερμανός ψυχαναλυτής Laszlo Kreizler (Daniel Bruhl), του οποίου οι ριζοσπαστικές θεωρίες και μέθοδοι προσελκύουν το θαυμασμό και το φθόνο των συναδέλφων του αλλά και την έχθρα του κατεστημένου, ο ευαίσθητος και γοητευτικός εικονογράφος εφημερίδων - το αντίστοιχο ενός σημερινού φωτορεπόρτερ - John Moore (Luke Evans) και η πρώτη γυναίκα γραμματέας του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της Νέας Υόρκης, πεισματάρα και φιλόδοξη Sara Howard (Dakota Fanning), οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο με πεδίο δράσης έναν "ειδικό" οίκο ανοχής που απασχολεί νεαρούς άντρες και ανήλικα αγόρια. Στο πλευρό τους, οι δαιμόνιοι και προοδευτικοί ιατροδικαστές Marcus (Douglas Smith) & Lucius (Matthew Shear) Isaacson, όπως και ο νέος αστυνομικός διοικητής και μέλλων λαμπρός πολιτικός Theodore Roosevelt (Brian Geraghty), ενώ ο διεφθαρμένος πυρήνας της αστυνομίας και ο υπόκοσμος, που εξακολουθούν να ωφελούνται από την κοινωνική σήψη, εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον άξεστο, μέθυσο υπαστυνόμο Connor (David Wilmot), τον άπληστο και συμπλεγματικό τέως αστυνομικό υποδιευθυντή Thomas Byrnes (Ted Levine) και τους συνεταίρους γκάνγκστερ και μαστροπούς Paul Kelly (Antonio Magro) & Biff Ellison (Falk Hentschel). Όσο και αν αποφεύγεται επιμελώς η εύκολη λύση ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στους όμορφους και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, οι μεταξύ τους συναισθηματικές εντάσεις αποδίδονται με μαεστρία και πάθος, οδηγώντας σε κορυφώσεις και συγκρούσεις των οποίων τη σκόνη θα έτρωγε και η πιο τολμηρή αισθησιακή σκηνή. Αν η αρχή του πρώτου επεισοδίου φαίνεται κάπως αργή ή αμήχανη, μην αποθαρρυνθείτε - η συνέχεια θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Προσέξτε επίσης τα cameos έκπληξη βετεράνων ηθοποιών σε βοηθητικούς ρόλους.

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

The Mist (2017)

Οτιδήποτε άλλο εκτός από King

Λοιπόν, κάποιος μέσα απ' τη βιομηχανία του θεάματος μισεί τον Stephen King και έχει βαλθεί να τον υπονομεύσει και να τον διασύρει παντοιοτρόπως. Μονάχα έτσι εξηγείται η κατά συρροήν, σε βαθμό κακουργήματος διαστρέβλωση πασίγνωστων και εμβληματικών του βιβλίων, σχεδόν σε κάθε διασκευή τους για τη μικρή ή μεγάλη οθόνη (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις) που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια: από το... αποστεωμένο στην κυριολεξία Bag of Bones (2011) και το ανεκδιήγητο φιάσκο του Under the Dome (2013) ως την ασυγχώρητη φετινή κινηματογραφική κακοποίηση του επικού Μαύρου Πύργου. Μα εκεί που οι προφανώς ορκισμένοι δυσφημιστές του τα έδωσαν όλα, χωρίς περίσκεψη και (κυρίως) χωρίς αιδώ, ήταν η πρόσφατη σειρά του καλωδιακού καναλιού Spike TV, βασισμένη (λέμε τώρα) στη νουβέλα The Mist, που το 2007 είχε γίνει ταινία - όχι κακή - από τον λάτρη του είδους και του King, Frank Darabont (Τελευταία Έξοδος: Rita Hayworth, Το Πράσινο Μίλι). Μια δεκαετία αργότερα, η Ομίχλη του Δανού παραγωγού Christian Torpe (Store Dromme, Laerkevej) έρχεται να ανασκευάσει κατά το πολιτικώς ορθότερον την καθαρόαιμη αυτή ιστορία φανταστικού τρόμου, ανακατεύοντας ό,τι εξόφθαλμο κλισέ βάζει ο νους σε μια απερίγραπτη τηλεοπτική "σούπα" που φιλοδοξεί να είναι οχτακόσια πράγματα μαζί και τελικά δεν είναι τίποτα. Ως και το έσχατο δευτερόλεπτο, η πολυπληθής ομάδα των σεναριογράφων της δεν είχε αποφασίσει ποιο ακριβώς ήταν το συστατικό της θανατηφόρας ομίχλης, απ' την οποία, ωστόσο, γλίτωνε επιλεκτικά όποιο πρόσωπο δεν τους βόλευε να εξοντωθεί. Σμήνος από ανθρωποφάγους σκόρους; Ένας απέραντος... ταραμάς από αιμοσταγείς σκουληκαντέρες; Μεταλλαξιογόνος ανάσα άμορφου τέρατος; Λευκό "μελάνι" γιγάντιου χταποδιού της ξηράς; Αφήνω πια τα οικογενειακά, ερωτικά, ταξικά και άλλα συναφή δράματα που εκτυλίσσονταν στο προσκήνιο, προκαλώντας άθελά τους το γέλιο αντί της επιδιωκόμενης συγκίνησης ή αποτροπιασμού, για να κορυφωθούν σε μια "ανατροπή" (ή μάλλον, σειρά "ανατροπών") που απ' την αρχή κιόλας έβγαζε μάτι. Και οι φάτσες... οι φάτσες! Λες και η κακομουτσουνιά όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών ήταν προϋπόθεση της ακρόασης για τους ρόλους τους - ώρες ώρες νόμιζες ότι παρακολουθούσες φτηνό κακέκτυπο του American Horror Story. Γι' αυτό δεν έφταιγαν βέβαια οι ίδιοι οι άνθρωποι και υπό διαφορετικές συνθήκες, θα αποτελούσε ίσως σκηνοθετικό ατού. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, υπερτονίζει την αίσθηση thriller της πλάκας που αφήνει γενικά η σειρά: δεν του πάει καθόλου του King η (ψευδο)νεορεαλιστική ατημελησία του λεγόμενου "Scandi-noir". Και η παραμικρή διατάραξη της σχολαστικά ζυγισμένης μυθοπλαστικής του ισορροπίας είναι ικανή να φέρει τον όλεθρο - όπως κι εδώ, για πολλοστή φορά, συνέβη.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Apple Tree Yard (2017)

Η αποκτήνωση του φόβου

Αρκετά καλοφτιαγμένο υβρίδιο ψυχολογικού thriller και δικαστικού δράματος σε παραγωγή του BBC, βασισμένο στο ομότιτλο πολυσέλιδο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας (καταγωγής Ρομά) δημοσιογράφου Louise Doughty. Τα τέσσερα ωριαία επεισόδια της μίνι σειράς (σε σενάριο της συγγραφέα μαζί με την Amanda Coe και σκηνοθεσία της Jessica Hobbs) κυλούν με μάλλον άστατο ρυθμό, πότε στριμώχνοντας πεντακόσια πράγματα μέσα σε λίγα λεπτά δράσης και πότε δοκιμάζοντας την αντίσταση του θεατή στα θέλγητρα του... Μορφέα με μακρόσυρτα πλάνα άδειων διαδρόμων και βουβών βλεμμάτων χαμένων στο κενό. Έχει ωστόσο το ενδιαφέρον της και δεν σε αφήνει να την παρατήσεις στη μέση, εν μέρει επίσης χάρη στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Emily Watson (Κόκκινος Δράκος, Πορτοκάλια στον Ήλιο), Ben Chaplin (Dorian Gray, Mad Dogs) και Mark Bonnar (Jeckyl & Hyde, Shetland). Διακεκριμένη μεσήλιξ πανεπιστημιακός ονόματι Yvonne Carmichael (Watson) με καλοπροαίρετο, πλην επιρρεπή στα εκτός γάμου "ξινά" σύζυγο (Bonnar) συνάπτει ευκαιριακή σχέση με ωραίο αινιγματικό άγνωστο (Chaplin), η οποία όμως παίρνει συνταρακτική τροπή όταν η Yvonne πέφτει θύμα βιασμού και συστηματικής παρενόχλησης από λιγούρη κρυπτοψυχάκια συνάδελφό της (Steven Elder) και ο μυστικοπαθής εραστής της, που ως τα μισά του τρίτου επεισοδίου εκείνη και εμείς τον ξέρουμε μονάχα ως "X", αναλαμβάνει να "καθαρίσει"... Το ότι οι κακοποιημένες γυναίκες συχνά τυχαίνει να αντιμετωπίζονται απάνθρωπα από την κοινωνία και (ειρωνικά) τη δικαιοσύνη δεν παύει βέβαια να είναι μια θλιβερά επαίσχυντη αλήθεια, όπως και το ότι οι δικηγόροι καταφεύγουν στα πιο ποταπά μέσα προκειμένου να κερδίσουν μια υπόθεση. Από κει και πέρα όμως, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε όντως να γίνει δεκτή στο δικαστήριο μια αφελέστατη έως εξωφρενική σειρά ισχυρισμών υπέρ ή εναντίον ενός προσώπου. Φτάνεις μάλιστα στο σημείο να αγανακτείς όχι τόσο με την αδικία εις βάρος της ηρωίδας, όσο με τις ασύστολες μπαρούφες που αμολάνε αβέρτα οι εκπρόσωποι της κάθε πλευράς - και να απορείς πώς οι έρμοι οι ένορκοι δεν κατέληξαν ομαδικά στο τρελάδικο. Το εσκεμμένα (φαντάζομαι) "ανοιχτό" φινάλε δείχνει κάπως αδύναμο αμέσως μετά τις γεμάτες ένταση σκηνές της δίκης, επισφραγίζοντας με τη διφορούμενη ανατροπή (;) του τη γενική αίσθηση "ξενερώματος". Ίσως ένα επεισόδιο λιγότερο θα βοηθούσε την πλοκή να βρει εξαρχής τις ισορροπίες και το δρόμο της, δίχως να παραπαίει αδιάκοπα μεταξύ αμήχανου σασπένς και μιας ελαφρώς εξυπνακίστικης αυτοϋπονομευτικής διάθεσης. Ο ρόλος του Ben Chaplin, το "κλειδί" όλης της ιστορίας, τελικά αποδεικνύεται ο πιο προχειρογραμμένος και αδύναμος (αν όχι αθέλητα κωμικός), σχεδόν χαραμίζοντας τον πολύ καλό ηθοποιό αντί να προβάλλει και να αξιοποιεί το φανερά "ψαγμένο" παίξιμο και τη σκοτεινά αντισυμβατική γοητεία του.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Oyevitne - Eyewitness (2014)

Μυστικά και ψέματα επί μυστικών και ψεμάτων

Δυο νεαροί φίλοι, ο Philip (Axel Boyum) και ο Henning (Odin Waage) γίνονται μάρτυρες ενός αποτρόπαιου φονικού. Ο φόβος για αντίποινα από τον αδίστακτο δράστη τους εμποδίζει να το καταγγείλουν - αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό μυστικό που πρέπει με κάθε θυσία να φυλάξουν... Καλογυρισμένο τηλεοπτικό thriller έξι ωριαίων επεισοδίων, από τους Νορβηγούς Jarl Emsell Larsen (ιδέα & σενάριο) και Kathrine Valen Zeiner (σκηνοθεσία), του οποίου η φετινή αμερικανική βερσιόν έχει ήδη αρχίσει να προβάλλεται, καθιστώντας τις όποιες συγκρίσεις αναπόφευκτες. Αμόλυντη προς το παρόν απ' την υπερατλαντική μάστιγα της πολιτικής ορθότητας, η σκανδιναβική τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή δεν δειλιάζει μπροστά στην αμείλικτα ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης τραγικωμωδίας σε κάθε πεδίο έκφανσής της. Ο καθημερινός εφιάλτης των δυο παιδιών που έχουν επωμιστεί δυσβάστακτο για την ηλικία τους φορτίο ξεδιπλώνεται με όλη τη μελοδραματική υπερβολή και τα χαώδη σκαμπανεβάσματα της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Ο γλυκός και πολυτάλαντος Boyum (Ingen Grunn til Panikk, Black Widows) ενσαρκώνει σπαρακτικά τον εύθραυστο, "προβληματικό" λόγω συνθηκών και περιθωριοποιημένο Philip - "αγνώστου πατρός" και ναρκομανούς μητρός (Cecilie A. Mosli), πρόσφατα υιοθετημένο από την αδέκαστη αστυνόμο Helen Sikkeland (υπέροχη η Anneke von der Lippe) και τον ψυχοπονιάρη αγρότη σύζυγό της, Sven (Bjorn Skagestad) - απέναντι στον εξωτερικά ψυχρό, αθλητικό και δημοφιλή στους συμμαθητές του Henning του Waage (Hvaler, Svartsjon). Και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί βέβαια είναι ένας κι ένας στους ρόλους τους, ζωντανεύοντας με πάθος και αληθοφάνεια μια πλοκή που αργεί λίγο να πάρει μπρος και συχνά "σκοντάφτει" κάπως άγαρμπα (εδώ οφείλω με μισή καρδιά να παραδεχτώ πως αν δεν είχα παρακολουθήσει τον "πιλότο" της αμερικανικής εκδοχής πριν το νορβηγικό πρωτότυπο, ίσως θα είχα δυσκολευτεί να βγάλω άκρη απ' την υπόθεση: μ' όλη του την αναμενόμενη επεξηγηματικότητα και το πολιτικά ορθό "λουστράρισμα", το remake δείχνει πιο "ξεσκαρταρισμένο" και στέρεα ανεπτυγμένο από δραματουργική άποψη), βαθμιαία ωστόσο κερδίζει και απορροφά το θεατή. Για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσα να μη διαπιστώσω την έντονη έως οργανική παρουσία των μηχανόβιων συμμοριών σε σκανδιναβικό έργο - οι οποίες φαίνεται πως στις χώρες αυτές είναι κράτος εν κράτει, με δικό τους κώδικα δικαιοσύνης και τιμής που αγνοεί, αν όχι υπερβαίνει την έννομη τάξη. Η ελαφρώς... κομπογιαννίτικη ανατροπή του φινάλε σχεδόν συγχωρείται, καθώς το βάρος πέφτει μάλλον στις διαπροσωπικές συνέπειες της εγκληματικής πράξης παρά στην εξιχνίαση και τα κίνητρά της. Ξεχωριστή μνεία για έναν απ' τους πιο ελκυστικούς "κακούς" που έδειξε ποτέ η οθόνη, τον επιβλητικότατο λόγω εμφάνισης όσο και αναστήματος Per Kjerstad (Hotel Caesar, Erobreren), όπως και στην ταιριαστά δύσθυμη, "κλειστοφοβική" φωτογραφία του ειδικευμένου κυρίως σε ντοκιμαντέρ Lars Vestergaard (Unit One, Millionaire Motors).