Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Indie. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Indie. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Discolored 2 (2025)

(Ξανα)χρωματίζοντας έναν γκρίζο, άψυχο κόσμο

Εικαστικά εξαίσια σουρεαλιστική περιπέτεια (στο ίδιο περίπου στυλ με το πρώτο παιχνίδι της σειράς Discolored, αυτήν τη φορά με προαιρετικούς εχθρούς και bosses) διά χειρός Jason Godbey, στην οποία προσπαθούμε να επαναφέρουμε τα χρώματα σ' έναν κόσμο που μια κακόβουλη οργάνωση τον έχει καταντήσει ολότελα γκρίζο και οριακά άψυχο, δίχως καμιά ζωντάνια και χαρά. Προκειμένου να επιτύχουμε το σκοπό μας, χρησιμοποιούμε χρωματικά πρίσματα και διάφορα κυριολεκτικά/υλικά και μεταφορικά/άυλα εργαλεία και αντικείμενα τα οποία συλλέγουμε στην πορεία. Εκ πρώτης όψεως, οι μηχανισμοί των γρίφων που διαδοχικά συναντάμε δίνουν ίσως την εντύπωση ότι δεν έχουν ιδιαίτερη λογική, αλλά μόλις συλλάβουμε τη δομή του παιχνιδιού και αφεθούμε να μας εμβυθίσει στο σύμπαν των ιδεών του, τα πάντα αρχίζουν να αποκτούν το νόημά τους. Ομολογώ, εντούτοις, πως με μπέρδεψε ελαφρώς η οπτική γωνία (το "βλέμμα της κάμερας") ως προς τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στην πορεία και δεν μας συστήνονται παρά υπαινικτικά και αόριστα. Ποιον ακριβώς υποτίθεται ότι "ενσαρκώνει" ο παίκτης; Την κυρία με την κόκκινη στολή, μεταξύ μυστικής πράκτορα και επιστήμονα; Τον νεαρό του οποίου τη φωτογραφία έχουμε από νωρίς ανακαλύψει στο γραφείο; Ή θεωρούμε εξαρχής δεδομένη μια "σιωπηρή" εναλλαγή ανάμεσά τους; Ίσως μου διαφεύγει κάτι, μα είχα την αίσθηση πως δεν υπήρξε η απαραίτητη σαφήνεια στο θέμα αυτό - συν την αιφνίδια μετάβαση από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο κοντά στο τέλος. Κατά τα άλλα, πανέξυπνο το κεντρικό εύρημα με το ενδιαφέρον φιλοσοφικό του υπόβαθρο, καθώς και με στιγμές ευφυώς υπόγειου χιούμορ και μετα-στοιχεία που προσωπικά με συνάρπασαν. Μόλις τερμάτισα το Discolored 2 σε Safe Mode ("ασφαλή" λειτουργία, χωρίς τους εχθρούς) και σύντομα θα δοκιμάσω τη Standard ("κανονική").

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (25.11.25) και ΕΔΩ.

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Markus Ritter - Ghosts of the Past (2023)

Το έπος των Schattenjaegers συνεχίζεται

Ύστερα απ' το πολλά υποσχόμενο demo/πρόλογο The Lost Family, η ιστορία του Markus Ritter συνεχίζεται τώρα στο κυρίως παιχνίδι, Ghosts of the Past - αποτίνοντας φόρο τιμής όσο και αγάπης προς το εμβληματικό σύμπαν του Gabriel Knight, σύλληψη και έργο της Jane Jensen. Υπέροχα σχεδιασμένα, με σχεδόν άψογη διεκπεραίωση παρά τους οικονομικούς και υλικοτεχνικούς περιορισμούς, τα παιχνίδια της σειράς Markus Ritter έχουν ως πρωταγωνιστές τον ομώνυμο χαρακτήρα και την αποξενωμένη εξαδέλφη του, Roberta - επίσης τιμητική αναφορά στην πρωτοπόρο σχεδιάστρια παιχνιδιών FMV (Full-Motion Video) και μια απ' τις πρώτες δημιουργικές συνεργάτιδες της Jensen, Roberta Williams.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

The Wild Case (2021)

"Αστυνομικό" μυστήριο με επίχρισμα φαντασίας

Από την ειδικευμένη κυρίως σε παιχνίδια "κρυμμένων αντικειμένων", ανεξάρτητη ουκρανική SpecialBit Studio, ένα πολύ καλοφτιαγμένο point & click μυστηρίου και "αστυνομικής" έρευνας με ιδιαίτερα φροντισμένη ρετρό αισθητική, όμορφα σχεδιασμένες φιγούρες και σκηνικά, αρκετά ενδιαφέρουσα πλοκή και γρίφους ομαλά ενσωματωμένους στα δεδομένα και τη ροή της ιστορίας, οι οποίοι (για αλλαγή) δεν ζητούν να πετάξουμε τη λογική συνδυαστική μας σκέψη απ' το παράθυρο. Αν μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα να ακούμε και τις φωνές των προσώπων αντί να διαβάζουμε μονάχα τους διαλόγους τους σε υποτίτλους, η εμπειρία θα γινόταν πιο εμβυθιστική. Κι έτσι, όμως, το The Wild Case μας ξεναγεί στο γοητευτικό, όσο και ταιριαστά σκιαχτερό σύμπαν ενός σχεδόν εγκαταλελειμμένου χωριού με ιδιάζον (για σλαβόφωνη περιοχή) καθεστώς ποτοαπαγόρευσης και του "στοιχειωμένα" παραμυθένιου δάσους που το περιβάλλει, γνωρίζοντάς μας τους συμπαθητικά ιδιόρρυθμους εναπομείναντες κατοίκους του και κατορθώνοντας να κρατήσει την προσοχή μας αμείωτη ως το τέλος. Αν και δίνει αρχικά την εντύπωση ότι πρόκειται να κινηθεί στο πλαίσιο του φανταστικού, η κατάληξη είναι μάλλον ρεαλιστική (πάντα μέσα στα όρια της μυθοπλασίας) και αποκαθιστά ικανοποιητικά τη δικαιοσύνη. Χρήσιμα ακόμα θα ήταν τα στοιχεία των συντελεστών, που για άγνωστο λόγο δεν έχουν συμπεριληφθεί στους τίτλους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (23.11.22) και ΕΔΩ.

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

Markus Ritter - The Lost Family (2021)

Ο απόγονος των Schattenjaegers

Πολύ καλοφτιαγμένο παιχνιδάκι που αποτίνει φόρο τιμής σ' ένα απ' τα εμβληματικά και πολυαγαπημένα adventure (το Gabriel Knight 2 - The Beast Within) - χρησιμοποιώντας, επιπλέον, την τεχνολογία FMV (Full-Motion Video), με αληθινούς ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η λατρεία των δημιουργών του στα χαρακτηριστικά και τη θεματολογία του είδους γίνεται παραπάνω και από εμφανής. Εξαιρετική ατμόσφαιρα και όμορφη μουσική, ενώ το σενάριο βρίθει από χιουμοριστικές αναφορές και συνωμοτικά κλεισίματα του ματιού στις αρχικές του πηγές έμπνευσης. Λόγω της δυσκολίας μου στον προσανατολισμό, δεν βρήκα διόλου αναληθοφανή την ατέρμονη, άκαρπη περιπλάνηση μέσα στο λαβυρινθώδες κοιμητήριο του φινάλε. Πού και πού, τα χειριστήρια ίσως φαίνονται κάπως δύστροπα, πρόκειται όμως για ασήμαντο προβληματάκι που δεν υποβαθμίζει τη συνολική εμπειρία. Με ανυπομονησία περιμένουμε το πλήρες παιχνίδι, για να δούμε πώς θα αποδεχτεί ο Markus και θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (26.11.21) και ΕΔΩ.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Happily (2021)

Η ατυχής κατάληξη ενός ελπιδοφόρου εγχειρήματος

Η Janet (Kerry Bishe) και ο Tom (Joel McHale) είναι ένα αγαπημένο αστικό ζευγάρι που εξακολουθεί, ύστερα από 14 χρόνια γάμου, να συμπεριφέρεται σαν νεόνυμφο και μονίμως ερωτευμένο, προξενώντας απορία και φθόνο σε φίλους, συναδέλφους και γνωστούς του, οι προσωπικές σχέσεις των οποίων παρουσιάζουν τα συνήθη συμπτώματα κόπωσης. Ένα πρωί, εμφανίζεται στην πόρτα τους ένας μυστηριώδης κύριος (Stephen Root), ο οποίος, ισχυριζόμενος ότι ανήκει σε μια "ανώτερη αρχή", προσφέρεται να τους εμβολιάσει με μια ουσία που θα τους επαναφέρει σε "φυσιολογική" κατάσταση, μειώνοντας την ασυγκράτητη επιθυμία του καθενός τους για τον άλλον και δημιουργώντας μεταξύ τους τις αναμενόμενες συγκρούσεις μιας μακρόχρονης συμβίωσης. Όταν εκείνοι αρνούνται, ο επισκέπτης επιμένει με τρόπο απειλητικά φορτικό, αναγκάζοντας την Janet να τον σκοτώσει σε αυτοάμυνα. Πανικόβλητοι, η ίδια και ο σύζυγός της ξεφορτώνονται το πτώμα θάβοντάς το στο γειτονικό δάσος. Προκειμένου να γλιτώσουν τα μπλεξίματα με το νόμο, επωφελούνται από την πρόσκληση ενός φιλικού τους ζευγαριού (Natalie Morales & Jon Daly) να περάσουν μαζί τους και με άλλους φίλους ένα Σαββατοκύριακο σε νοικιασμένη εξοχική βίλα: μια ευκαιρία που παραείναι "εξυπηρετική" για να μην εγκυμονεί κινδύνους... Ως τα μισά και λίγο παρακάτω, η παρθενική αυτή σκηνοθετική απόπειρα του νεαρού σεναριογράφου BenDavid Grabinski (Οι Σαματατζήδες, Are You Afraid of the Dark?) κρατά το ενδιαφέρον και - γιατί όχι - την περιέργειά μας με απανωτές, κλιμακούμενες υποσχέσεις μιας συναρπαστικής ανατροπής, τις οποίες όμως δεν καταφέρνει να τηρήσει. Από ένα σημείο κι έπειτα, η εξέλιξη της ιστορίας δίνει την εντύπωση ότι ο δημιουργός της κατέβασε μια ιδέα λίγο πολύ ιδιοφυή, την οποία δεν είχε, ωστόσο, την τόλμη ή τη "μαγκιά" να υποστηρίξει με ανάλογο σθένος. Σχεδόν τη βλέπεις να του φεύγει μέσα απ' τα χέρια και να "ξεκουρντίζεται" ανεπανόρθωτα, χάνοντας με ραγδαίους ρυθμούς την όποια κεκτημένη της ταχύτητα ως το μάλλον αμήχανο, απογοητευτικά προβλέψιμο φινάλε. Κι είναι κρίμα. Τόσο για τη σπιρτόζα χημεία και το κέφι των πρωταγωνιστών, όσο και για ορισμένα ευφάνταστα ευρήματα σε επίπεδο κινηματογράφησης, που δυστυχώς αφήνονται να πάνε στράφι. Ίσως αν εμπλέκονταν λιγότεροι χαρακτήρες, η θεατρικότητα που εξαρχής διακρίνει το σενάριο θα ήταν πιο σταθερά αισθητή και το αποτέλεσμα συνεπέστερο στις προσδοκίες μας. Επίσης δεν με εντυπωσίασε καθόλου η πολυπράγμων και παραδόξως αγαπητή στους κριτικούς Charlyne Yi (γνωστή περισσότερο ως θεατρική και φωνητική ηθοποιός), η οποία, στον υπερβάλλοντα ζήλο της να πείσει ως σεμνή και ανασφαλής κορασίδα, παίζει σαν να πάσχει από κάποιο είδος νοητικής υστέρησης: οπτικά και ερμηνευτικά παράταιρη, ασυντόνιστη με το υπόλοιπο cast σε βαθμό ώστε να διασπά τον προσεγμένο γενικά ρυθμό, με φωνή και άρθρωση τόσο αλλοιωμένη - επίτηδες, άραγε; - που χωρίς υποτίτλους είναι αδύνατον να καταλάβεις τι λέει. Μπορεί βέβαια να φταίει και ο ρόλος της, τουλάχιστον ακατανόητος από δραματουργική άποψη, σαν "εγκάθετος" (που δεν αποκλείεται κιόλας να ήταν) μέσα στο έργο. Όμορφη νοσταλγική πινελιά τα εμβληματικά τραγούδια της δεκαετίας του '80 και του '90 που διανθίζουν το soundtrack (Joseph Trapanese), ενώ η φωτογραφία (Adam Bricker), φροντισμένη και ατμοσφαιρική, στήνει αλλεπάλληλους "ζωντανούς πίνακες", αξιοποιώντας την αρχιτεκτονική των εσωτερικών (κυρίως) χώρων.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Bad Dream - Fever (2018)

Αναμνήσεις από το μέλλον μιας πανδημίας

Είχα πρωτοπαίξει το Bad Dream - Coma (ή έστω ένα μέρος του, αν θυμάμαι καλά) την εποχή που ήταν ακόμα δωρεάν διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της ανεξάρτητης πολωνικής Desert Fox. Με είχε τότε γοητεύσει το πολυεπίπεδο βάθος της ιδιότυπης, σουρεαλιστικά βίαιης ιστορίας του - και ενθουσιάστηκα διαπιστώνοντας ότι είχε στο μεταξύ ανέβει και στο Steam. Αγόρασα λοιπόν σε προσφορά το πακέτο που περιείχε το προαναφερόμενο παιχνίδι μαζί με την άτυπη συνέχειά του, το Bad Dream - Fever. Και δεν απογοητεύτηκα: η δουλειά που έχει γίνει είναι μοναδική, εξαίσια μακάβρια αλλά και γεμάτη χιούμορ, συνδυασμός που πάντα με ελκύει. Και στα δυο παιχνίδια διακρίνεται έντονα το "μετα"-στοιχείο - ιδίως στο Fever, όπου αποτελεί και οργανικό, δομικό συστατικό της πλοκής. Απίστευτα έως εξωφρενικά (με την καλή έννοια) ιδιόρρυθμο, σε μεγάλο βαθμό το Fever στηρίζεται στην αυτοαναφορικότητα, πράγμα που ίσως απώθησε ορισμένους, ενώ σε άλλους δεν έγινε καν κατανοητό. Για μένα, ωστόσο, η εμπειρία ήταν ανεπανάληπτη: το να μπαίνεις κυριολεκτικά στην "καρδιά" και το μυαλό ενός παιχνιδιού, να το αποδομείς σ' ένα απαιτούμενο και καθοδηγούμενο, μάλιστα, reverse engineering ώστε να προχωρήσει η δράση, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να προσφερθεί σ' έναν παίκτη με αγάπη και έφεση σε τέτοια πράγματα. Με αγωνιώδες ενδιαφέρον θα παρακολουθούμε τις επόμενες κινήσεις στο σαγηνευτικά αιματοβαμμένο σύμπαν του "Κακού Ονείρου", που ήδη προαναγγέλλονται συναρπαστικές.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Now You See (2019)

Παιχνίδι απόδρασης a la Argento

Παρθενική απόπειρα δημιουργίας βιντεοπαιχνιδιού από τον Αυστραλό εικαστικό και εικονογράφο βιβλίων Jack Martin, ιδρυτή της ανεξάρτητης Screaming Void, το Now You See είναι εξ ολοκλήρου ζωγραφισμένο στο χέρι και αποτίνει φόρο τιμής στις αγαπημένες του ταινίες τρόμου (ιδίως του Argento και του Carpenter), αλλά και σε εμβληματικά παιχνίδια ανάλογης θεματολογίας (Dark Fall, Resident Evil). Ο πρωταγωνιστής, τον οποίο ελέγχουμε σε πρώτο πρόσωπο, χάνεται σε ερημική περιοχή και καταφεύγει στο μοναδικό αγροτόσπιτο που συναντά στο δρόμο του, παρά το κακό προαίσθημα που του προξενεί. Και φυσικά, ένα τέτοιο προαίσθημα ποτέ δεν είναι να το αγνοεί κανείς... Απολαυστικά σκοτεινό και... αγχωτικό διαμαντάκι για τους φίλους του είδους, με υπέροχα ατμοσφαιρική, πρωτότυπη μουσική επένδυση από τη συμπατριώτισσα του Martin, ιδιόρρυθμη industrial καλλιτέχνιδα Roxxi Wallace (γνωστότερη ως Isserley), το Now You See έχει κάθε λόγο να καυχιέται για ένα απ' τα πιο... αιματοβαμμένα μπάνια, ένα απ' τα πιο λαβυρινθώδη υπόγεια και μια απ' τις πιο τρομακτικά αλλόκοτες εχθρικές παρουσίες που κόσμησαν ποτέ παιχνίδι απόδρασης. Θα μπορούσε μια χαρά να είναι αυτοτελές επεισόδιο από το Masters of Horror ή το Fear Itself.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Never Look Back - Demo (2016)

Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ' τον εαυτό του

Αξιέπαινη παρθενική απόπειρα βιντεοπαιχνιδιού από την ανεξάρτητη ουκρανική Don't Panic Arts, αποτελούμενη από μόλις τέσσερις νεαρούς προγραμματιστές που εναποθέτουν τις ελπίδες τους για περαιτέρω ανάπτυξη του project στον... πατριωτισμό τυχόν ενδιαφερομένων (βλ. KickStarter). Μακάρι να τα καταφέρουν, καθώς μια πρώτη επαφή με το παιχνιδάκι τους μέσω του δεκαπεντάλεπτου και κάτι demo (διαθέσιμου από την ιστοσελίδα τους σε αγγλική και ρωσική γλώσσα) υπόσχεται αρκετά. Ο πρωταγωνιστής, ονόματι Mark, βρίσκεται αίφνης και ανεξήγητα παγιδευμένος μέσα σε μια εμφανώς εγκαταλελειμμένη βίλα, την οποία πρέπει να εξερευνήσει ώστε να βρει όχι μόνο τα αντικείμενα που θα τον βοηθήσουν να δραπετεύσει, αλλά και στοιχεία για το τι μπορεί να του έχει συμβεί. Κατά τα λεγόμενα των δημιουργών, ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή περιπέτεια απόδρασης: κάθε δωμάτιο του σπιτιού κρύβει μια ολόκληρη ιστορία και διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα κλιμακούμενης αγωνίας και αβεβαιότητας. Σκονισμένοι καθρέφτες, φθαρμένα κάδρα, φώτα που αναβοσβήνουν μόνα τους, αιματοβαμμένα προειδοποιητικά σημειώματα και σκιαχτερά υπόγεια υποδέχονται τον έντρομο ήρωα και τον οδηγούν σε χώρους και καταστάσεις που δοκιμάζουν τόσο τη λογική του, όσο και τις ψυχικές του αντοχές. Δεν λείπουν βεβαίως οι αναφορές στον Lovecraft και τη γοτθική λογοτεχνία γενικότερα, όπως και τα κλεισίματα του ματιού σε ταινίες και παιχνίδια συγγενούς θεματολογίας. Η χρήση pixel art (με τη φιλική προς τη φορητότητα μηχανή της Unity) κατανοώ φυσικά ότι είναι οικονομικά προσιτή και βολική για αρχάριους και/ή αυτοχρηματοδοτούμενους σχεδιαστές βιντεοπαιχνιδιών, παρουσιάζει όμως το μειονέκτημα ότι σε κάποιες περιπτώσεις (ιδίως αν οι υφές περιβάλλοντος είναι πολύχρωμες ή "φορτωμένες") ο παίκτης δεν βλέπει σχεδόν τίποτα και αναγκάζεται να πηγαίνει μαντεύοντας. Παρ' όλα αυτά, η κεντρική ιδέα παραμένει ελκυστική για τους φίλους του είδους, ενώ το θεσπέσιο soundtrack (από τον Αμερικανό μάγο των πλήκτρων και ήδη βετεράνο στη δωρεάν διάθεση πρωτότυπης μουσικής Kevin MacLeod) και μόνο αποτελεί σοβαρότατο λόγο απόκτησης του τελικού προϊόντος. Καλή επιτυχία λοιπόν στα παιδιά και συγχαρητήρια για την τόλμη και το μεράκι τους - πράγματα όχι ακριβώς αυτονόητα τώρα πια.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Among Ravens (2014)

Μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια

Υπέροχα κινηματογραφημένη (από τον τηλεοπτικό Darren Genet) οικογενειακή τραγικωμωδία με αφηγήτρια τη μικρή Joey (Johnny Sequoyah), η οποία ετοιμάζεται να περάσει τις καλοκαιρινές της διακοπές στο παραθαλάσσιο εξοχικό του πατριού της, μαζί με τα χιαστί ζευγάρια των βιολογικών (Russell Friedenberg και Amy Smart) και θετών (Joshua Leonard και Natalie Imbruglia) της γονιών και διάφορους συγγενείς και φίλους της προσκολλήσεως. Όταν ο νεαρός θείος της Jay (Christopher Pinkalla) καταφθάνει απροειδοποίητα και τους "παρκάρει" τον όμορφο, ιδιόρρυθμο ντοκιμαντερίστα φίλο του, Chad (Will McCormack), η Joey βρίσκει έναν "ουρανοκατέβατο" σύμμαχο και όλοι οι υπόλοιποι... τον μπελά τους. Πανταχού παρών με τη φορητή του κάμερα, ο Chad μαγνητοσκοπεί ανελλιπώς όχι μόνο τη φύση (κυρίως τα πουλιά, με τα οποία έχει εμμονή, όπως άλλωστε και η Joey), αλλά - συχνά εν αγνοία τους - και τα μέλη της ετερόκλητης παρέας που συνυπάρχουν μόνο κατά συνθήκην, μόλις και μετά βίας κρατώντας τις ραγισμένες ισορροπίες των σχέσεών τους... Αν ο σεναριογράφος (μαζί με τον "εναλλακτικό" μικρομηκά Randy Redroad), σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής του φιλμ Russell Friedenberg (Ibid, Wind Walkers) δεν αμφιταλαντευόταν τόσο απροκάλυπτα ανάμεσα σε ένα εκσυγχρονισμένο remake του Birdy, μια κάθετη αντιστροφή του παζολινικού Θεωρήματος και τη σχεδόν μεταφυσική εκδοχή ενός υβριδίου Μεγάλης Ανατριχίλας και Οικογενειακής Γιορτής, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ίσως τόσο χαώδες και μετέωρο δραματουργικά - με τις θαυμάσιες ερμηνείες να το υποβαστάζουν το κατά δύναμιν, χωρίς όμως να το διασώζουν. Η εικονογράφηση της κατανόησης και της αγνής τρυφερότητας μεταξύ του πρόωρα ωριμασμένου παιδιού και του αφοπλιστικά απροσάρμοστου και αθώου ενήλικα μέσα σ' ένα κοπάδι από ανθρωπόμορφα "κοράκια", αιμοσταγή και αλλοτριωμένα από τη διαρκή υποκρισία της κοινωνικά αποδεκτής τους υπόστασης, δίνει καλοδεχούμενες ανάσες ποίησης και ευαισθησίας στην πλοκή, που προς το τέλος δυστυχώς καταρρέει όπως και κάθε "πολιτισμένη" μάσκα, επίφαση και (αυτ)απάτη των προσώπων της. Το Μικρό Μεγάλο Βιβλίο των Πουλιών που χαρίζει στην Joey ο Chad υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά δεν ξέρω αν τα αποσπάσματα που ακούγονται στην ταινία προέρχονται όντως από αυτό.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

The Suicide Theory (2014)

Απέθαντοι αυτόχειρες & ιδανικοί δολοφόνοι

"Είστε πολύ τυχερός που ζείτε". Φράση την οποία έχει βαρεθεί να ακούει ο Percival Wells (Leon Cain) ύστερα από κάθε του προσπάθεια να εγκαταλείψει το μάταιο τούτο κόσμο, καθώς ξυπνά μπανταρισμένος και διασωληνωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Μαρτύριο δίχως τέλος για τον έναν από τους δυο (αντι)ήρωες της Θεωρίας Αυτοκτονίας και ίσως η ενδόμυχη ελπίδα του ή φαντασίωση - η μη επίγνωση και αποδοχή, στο βάθος, του τελεσίδικου της επικείμενης πράξης του (ως και ο δικός μας εμβληματικός Ιδανικός Αυτόχειρ, σε σημείο της "αποχαιρετιστήριας" επιστολής του που προφανώς έχει περάσει ως τώρα απαρατήρητο - ή τουλάχιστον ασχολίαστο - από τους μελετητές, αναφέρει πως θα 'θελε να περιγράψει κάποτε την εμπειρία της πρώτης του αποτυχημένης απόπειρας). Ο άλλος, ο Steven Ray (ο εργατικότατος Ελληνοαυστραλός Steve Mouzakis), που με εντολή του ίδιου του Wells αναλαμβάνει να τον απαλλάξει απ' την ανένδοτη ζωή του, έκπληκτος συνειδητοποιεί πως ακόμα και τρεις σφαίρες εξ επαφής στον κρόταφο είναι εντελώς ανίσχυρες μπροστά στο μακάβρια ειρωνικό πείσμα της μοίρας. Ασχημούλης ζωγράφος ανίκανος να πειράξει μυρμήγκι ο πρώτος, σκοτεινά ελκυστικός πληρωμένος φονιάς χωρίς συνείδηση ο δεύτερος: και οι δυο έχουν στερηθεί αγαπημένα πρόσωπα με τρόπο βίαιο όσο και άδικο και κατατρύχονται από το χαίνον τραύμα της απώλειας. Αν και εύκολα υποψιάζεται κανείς τον κοινό παρονομαστή των δραμάτων τους, χάρη στο φιλοσοφικό υπόβαθρο της πλοκής το κατά βάση χιτσκοκικό τέχνασμα αποκτά διάσταση γνήσια τραγική, με την αριστοτελική έννοια του όρου. "Αθώοι" και απροκατάληπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον ως τη στιγμή της αποτρόπαιης αλήθειας, ο Wells και ο Ray καταδικάζονται να αλληλοεξοντωθούν πάνω που ξαναρχίζουν να νιώθουν κάτι παραπέρα απ' το πένθος, να βρίσκουν νόημα στην ύπαρξή τους μέσα από μια αναπάντεχη συμπάθεια, αν όχι φιλία - ακούσιοι θύτες των πεπρωμένων τους είτε έρμαια μιας αδέκαστης νέμεσης, απ' την οποία δεν τους μέλλεται να λυτρωθούν εάν δεν εκπληρώσουν τις επιταγές της κατά γράμμα. Το εντυπωσιακά φροντισμένο "παρθενικό" σενάριο του Michael J. Kospiah υπηρετείται μαστορικά από τη σφύζουσα, αεροστεγή σκηνοθεσία του Dru Brown (Side Effects, Sleeper) και τα εξπρεσιονιστικά πλάνα του Dan Macarthur (Η Μεγαλύτερη Πλημμύρα της Αυστραλίας, Θύμα Απάτης), που με τα απύθμενα μπλε και τα "εξωγήινα" φωσφορικά τους μοβ θολώνουν τα όρια εφιάλτη και πραγματικότητας, ενώ το πρωταγωνιστικό δίδυμο "τα σπάει" με την ιδιοσυγκρασιακή και φυσιογνωμική του αντίθεση, το συγκλονιστικά αβίαστο παίξιμο και την ευχάριστα αλλόκοτη χημεία του. Το soundtrack του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου Rolf Meyer και του Σουηδού παραγωγού και συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής Johan Bengtsson (γνωστότερου ως Mitch Murder) είναι ακριβώς όσο πρέπει "λακωνικό" και νευρώδες.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Pink Narcissus (OST, 2014)

Dorian in the Harlot's House

Το 1971 και ύστερα από εφτά χρόνια γυρισμάτων στο μικρό νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ο εικαστικός καλλιτέχνης και performer James Bidgood ολοκλήρωσε τη μια και μοναδική ταινία του, με τίτλο Pink Narcissus και θέμα τις αχαλίνωτες φαντασιώσεις μιας αρσενικής οδαλίσκης (Bobby Kendall) - ένα περιπαθές, ακραιφνώς ποιητικό εγκώμιο της ομορφιάς και της (αυτο)λατρείας του σώματος. Δίχως άμεσα αντιληπτή πλοκή ή διαλόγους, με συνεχή μουσική υπόκρουση και την παρουσία της ανθρώπινης φωνής να περιορίζεται σε δυο τρία ηχογραφημένα ραδιοφωνικά αποσπάσματα, ο Ροζ Νάρκισσος υπήρξε - μαζί με κάποια από τα σύντομα πειραματικά φιλμάκια των πρωτοπόρων Maya Deren (Witch's Cradle, The Very Eye of Night), Kenneth Anger (Rabbit's Moon, Scorpio Rising) και Andy Warhol (Sunset, Outer & Inner Space) - πρόδρομος των βιντεοκλίπ όπως τα ξέρουμε σήμερα. Η "πατρότητα" του έργου, ωστόσο, παρέμεινε άγνωστη (ενίοτε μάλιστα αποδιδόταν στον Anger ή στον Warhol, παρά τις εμφανείς ανομοιότητες με τα στυλ τους) για πάνω από μια εικοσαετία, εξαιτίας διαφωνιών του Bidgood με την εταιρία παραγωγής. Το 2011, στο πλαίσιο του γαλλικού κινηματογραφικού θεσμού L'Etrange Festival, το θρυλικό new wave συγκρότημα Tuxedomoon (Downtown 81, Bardo Hotel) ανέλαβε τη σύνθεση πρωτότυπου soundtrack που θα αντικαθιστούσε την ηχητική μπάντα του φιλμ (την οποία είχαν επιμεληθεί οι Gary Goch & Martin Jay Sadoff) και θα παιζόταν ζωντανά κατά τη διάρκεια αφιερωματικής προβολής του, σε αποκατεστημένη κόπια απ' όπου όμως λείπουν γύρω στα εφτά λεπτά, λόγω φθοράς της αρχικής μπομπίνας. Η σεβαστή διαφορά ηλικίας μεταξύ ταινίας και μουσικής επένδυσης εκμηδενίζεται χάρη στην οραματική διαχρονικότητα της πρώτης και τους εύστοχους ελιγμούς της δεύτερης ανάμεσα σε είδη, ύφη, υφές και διαθέσεις. Φυσικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι - πιάνο, πλήκτρα, βιολί (Blaine L. Reininger), σαξόφωνο και κλαρινέτο (Steven Brown), τρομπέτα, κυνηγετικό κόρνο και φυσαρμόνικα (Luc van Lieshout) - και εφέ ακολουθούν την παστέλ πανδαισία που ξετυλίγεται με την ωμή αγνότητα εφηβικής ονείρωξης σε εξαίσια χειροποίητα σκηνικά βγαλμένα από παιδικό παραμύθι και μαζί αισθησιακό εφιάλτη, γεμάτα χάρτινες πεταλούδες, μηχανικές κάμπιες και εξωτικά πουλιά, λουλούδια από σύρμα και πολύτιμες πέτρες, χάντρες, τούλια, φαλλικά ψάρια και μεταξωτά φύκια που κολυμπούν μέσα σε μια πυκνή, νερένια ατμόσφαιρα, ανδρόγυνα χανουμάκια και αποτρόπαιες ζωντανές μαριονέτες που βασανίζονται από ασίγαστο πόθο, ενώ το υπονομευτικά δυσοίωνο, πανταχού παρόν ostinato του μπάσου (Peter Principle) προϊδεάζει για τη σκοτεινή όσο και δαιμόνια ανατροπή του τέλους. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε περιορισμένη συλλεκτική έκδοση 1000 βινυλίων με τα πρώτα 500 κομμάτια αριθμημένα και (προαιρετικά) σε ψηφιακή μορφή για μεταφόρτωση με τη χρήση ειδικού κωδικού, από την ανεξάρτητη βελγική Crammed Discs.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Ταξιδιώτης στο Χρόνο (Predestination, 2014)

Καθρέφτης μέσα σε καθρέφτη

Φιλοσοφικό thriller βασισμένο στο διήγημα επιστημονικής φαντασίας All You Zombies (1958) του Αμερικανού Robert A. Heinlein, σε σενάριο και σκηνοθεσία των πολυτάλαντων δίδυμων Γερμανών Michael & Peter Spierig (Οι Απέθαντοι, Νέα Φυλή) - ο δεύτερος μάλιστα υπογράφει και το soundtrack. Ο προαιώνιος γρίφος του... αυγού και της κότας γίνεται αφορμή μιας υπαρξιακής παραβολής όπου κάθε φαινόμενο απατά και όλα ανατρέπονται συνεχώς, μόνο και μόνο για να ταυτιστούν με το αντεστραμμένο τους είδωλο σε πολλαπλές εκφάνσεις τόπου και χρόνου. Σύλληψη σχεδόν αποκαρδιωτικά λαβυρινθώδης, που όμως κατά παράδοξο τρόπο βγάζει νόημα. Η ευσυνείδητη προσήλωση στο πνεύμα όσο και στο γράμμα του πρωτότυπου υλικού και η αυστραλιανή παραγωγή εγγυώνται μια εμπειρία θέασης μακριά απ' τις χολιγουντιανές πεπατημένες, με την τηλεοπτική Sarah Snook (Spirited, Redfern Now) κι έναν Ethan Hawke (Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών, Hamlet) που η ωριμότητα του πάει πολύ να σηκώνουν στις πλάτες τους όλο το έργο, υπηρετώντας χαμαιλεοντικά (στην κυριολεξία) τις υψηλότατες απαιτήσεις των ρόλων τους. Εξαιρετική φωτογραφία και μοντάζ από τους Ben Nott (Ζωντανοί Εφιάλτες, Chinese Zodiac) και Matt Villa (The Final Winter, Ο Υπέροχος Gatsby) αντίστοιχα, ήδη συνεργάτες των αδελφών Spierig στη δυστοπικά φουτουριστική Νέα Φυλή. Ο υπεραπλουστευτικός ελληνικός τίτλος αδικεί ίσως το φιλμ, προδιαθέτοντας για διαφορετικού ενδιαφέροντος θεματολογία (όπως άλλωστε και ο μάλλον επεξηγηματικός αγγλικός). Πάντως οι θεατές που δεν αποφεύγουν τα "βαθιά νερά" και είναι διατεθειμένοι για κάποια υπέρβαση της δυσπιστίας θα αποζημιωθούν με το παραπάνω. Η ταινία παρουσιάζει επίσης ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους φίλους της σειράς βιντεοπαιχνιδιών Bioshock, με την οποία μάλλον σίγουρα μοιράζεται την αρχική πηγή έμπνευσης.

Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

13 Sins (2014)

Φοβού τους Δαναούς...

Καταχρεωμένος ιδιωτικός υπάλληλος (Mark Webber) χάνει τη δουλειά του λόγω υπερβάλλουσας... τιμιότητας, ενώ μάλιστα ετοιμάζεται να στεφανωθεί την έγκυο κοπέλα του (Rutina Wesley) και να αναλάβει τη φροντίδα του ιδιότροπου πατέρα του (Tom Bower) και του καθυστερημένου αδελφού του (Devon Graye) - και όχι, δεν πρόκειται για το άκρον άωτον της γκαντεμιάς στην Ελλάδα της κρίσης. Πάνω στην απελπισία του, δέχεται να λάβει μέρος σε ένα μυστηριώδες τηλεφωνικό reality που υπόσχεται να του λύσει όλα τα προβλήματα, υποβάλλοντάς τον σε μια σειρά από δοκιμασίες αυξανόμενης βιαιότητας (τα "13 αμαρτήματα" του τίτλου) αλλά και με αντίστοιχου ύψους αμοιβή. Εννοείται βέβαια πως μια τέτοια προσφορά μόνο παγίδες μπορεί να κρύβει και το "παιχνίδι" δεν αργεί να πάρει ανεξέλεγκτη τροπή... Όχι άσχημο remake της ταϊλανδέζικης ταινίας 13 Beloved (2006) από τον κοσμογυρισμένο και πολυτεχνίτη Γερμανό Daniel Stamm (A Necessary Death, Ο Τελευταίος Εξορκισμός), ο οποίος ωστόσο προτιμά να ενδώσει στον εγγυημένο εντυπωσιασμό της γρήγορης δράσης και των ειδικών εφέ, θυσιάζοντας τον εν γένει υφολογικό μινιμαλισμό και το κυρίως υπαινικτικό, ψυχολογικά φορτισμένο κλίμα του πρωτότυπου φιλμ και διασπώντας την προσοχή του θεατή με παραπλανητικά ίχνη και αδιέξοδα μονοπάτια πλοκής. Αυτή ίσως είναι και η αιτία που η τελική αποκάλυψη του απάνθρωπου, αόρατου και μαζί πανταχού παρόντος "αθλοθέτη" και των κινήτρων του χάνει ένα μέρος της δραματικότητάς της, παρ' όλο που το ίδιο το εύρημα (εμπνευσμένο από δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσίας) δεν παύει να αποτελεί ένα δυνατό καταγγελτικό σχόλιο για το παγκόσμιο και διαχρονικό, στις μέρες μας όμως ιδιαζόντως φλέγον ζήτημα του ελέγχου των προσωπικών δεδομένων και της χειραγώγησης των μαζών από τους φορείς εξουσίας. Η καλοκάγαθη, "παιδική" φυσιογνωμία του πρωταγωνιστή Webber (Έκρηξη στο Χρηματιστήριο, The End of Love) δεν τον βοηθά πάντα να αποδώσει τις σκοτεινές αποχρώσεις του ρόλου του, σε αντίθεση με το άκρως ευμετάβλητο πρόσωπο του Devon Graye (Το Κάλεσμα της Φύσης, The Discoverers), το οποίο πραγματικά γίνεται αγνώριστο για τις ανάγκες του δικού του χαρακτήρα. Υπέροχοι ως συνήθως οι Ron Perlman (Η Πεντάμορφη και το Τέρας, Ο Ρωμαίος Αιμορραγεί) και Pruitt Taylor Vince (Ο Μισισιπής Καίγεται, Deadwood) όπως και ο φωτογενής Richard Burgi (One West Waikiki, Νοικοκυρές σε Απόγνωση), αν και η παρουσία τους δυστυχώς δεν είναι για χόρταση. Η μουσική του πεπειραμένου στο είδος Michael Wandmacher (Night Stalker, The Killing Floor) ακολουθεί ευλαβικά την πεπατημένη (με εξαίρεση δυο τρεις ενδιαφέρουσες κορυφώσεις).

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Brother (1972)

Άμα "δεν σε θέλει"...

Τι κι αν είσαι άνθρωπος ορχήστρα, ανακάλυψη ενός θρύλου όπως ο George Harrison - ο οποίος μάλιστα συμμετείχε όχι μόνο ως παραγωγός (μαζί με τον "πολύ" Klaus Voormann) αλλά και ως session μουσικός (στο πλάι του εξίσου θρυλικού συνοδοιπόρου του, Ringo Starr και βιρτουόζων σαν τον Peter Frampton και τον Andy Newmark) στον (περίπου) παρθενικό σου δίσκο; Τι κι αν δεν σου λείπει ούτε η ξεχωριστή φωνή, ούτε η ελκυστική εμφάνιση, ούτε οι πιασάρικες και "ξεσηκωτικές" μελωδικές εμπνεύσεις, ούτε η δημιουργική τόλμη και διάθεση για πειραματισμούς; Για κάποια παντελώς ανεξήγητη αιτία, ίσως καρμική, έτσι και δεν σου "κάτσουν" οι κατάλληλες (και συνήθως αστάθμητες) συγκυρίες, δόξα και εμπορική επιτυχία δεν βλέπεις. Ο λόγος για το ολλανδικής καταγωγής ντουέτο Lon & Derrek Van Eaton από το Τρέντον του Νιου Τζέρσεϊ και το LP τους με τον τίτλο Brother, που κυκλοφόρησε το 1972 από την εμβληματική βρετανική εταιρία Apple Records (των Beatles). Με μια εντυπωσιακή γκάμα ειδών, υφών και τεχνοτροπιών (από το τραγουδισμένο εξ ολοκλήρου σε falsetto Warm Woman, τις περιπαθείς μπαλάντες More than Words, Another Thought και Sweet Music και το σπιντάτο bluegrass Without the Lord ως την επική αισθαντικότητα με τα καλά "χωνεμένα" soul και gospel στοιχεία των Sun Song, Hear My Cry και Help Us All, τις περιποιημένες ροκιές των Maybe There's Another και Sunshine και την αξιέπαινα ριψοκίνδυνη funk απόπειρα του Ring) που εκμεταλλεύεται και αναδεικνύει τον ερμηνευτικό χαμαιλεοντισμό του Derrek και την απίστευτη δεξιοτεχνία και των δυο αδελφών σε ό,τι μουσικό όργανο πέφτει στα χέρια τους, το Brother καταφέρνει να απευθύνεται τόσο στους λάτρεις του "κλασικού" όσο και στους αρνητές κάθε περιοριστικής ταμπέλας. Ωστόσο, ο βλάσφημα προκλητικός ερωτισμός των εξωφύλλων του (αν και καλαίσθητα στημένος από τον περίφημο Λονδρέζο φωτογράφο Clive Arrowsmith) μάλλον φρέναρε τις πωλήσεις, ενώ η ευθαρσής αλλομορφία του ήχου και η ευέλικτη γλύκα των φωνητικών του Derrek άφησαν ασυγκίνητο το ευρύτερο κοινό της εποχής. Τους διστακτικούς προφανώς δεν έπεισε ούτε το ένθετο συναρμολογούμενο ζωοτρόπιο (ιδέα και κατασκευή του ίδιου του Voorman), που τοποθετείται πάνω στην πλάκα του πικάπ ενώ γυρίζει και δείχνει σε ρεαλιστικά κινούμενες ασπρόμαυρες φιγούρες τον Lon και τον Derrek να παίζουν κιθάρα και κρουστά αντίστοιχα. Αυτοί έχασαν! Ακριβώς τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το σχεδόν ξεχασμένο πλέον άλμπουμ "ξεθάφτηκε" από την επίσης αγγλική Cherry Red (πρώην RPM) Records, η οποία το επανατύπωσε σε συλλεκτικό CD μαζί με ανέκδοτες ηχογραφήσεις, επανεκτελέσεις των αρχικών κομματιών και σπάνια Β-sides (Home Dear Home, The Sea - με μια ουράνια συμφωνική coda από τον Sir John Tavener - Song of Songs, Can't Wait και τα... ευνόητα για την περίσταση Livin' και Resurrection).

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

The Lives of the Saints (2006)

Άγιοι και αμαρτωλοί, θύτες και θύματα

Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του βόρειου Λονδίνου, ο τρομακτικά γραφικός συνοικιακός γκάνγκστερ κ. Karva (αγνώριστος ο Σκοτσέζος βετεράνος καρατερίστας James Cosmo) προορίζει για διάδοχό του το νεαρό προγονό του Othello (David Leon), τον οποίο υπεραγαπά. Εκείνος όμως σχεδιάζει κρυφά να ξεκόψει από το εγκληματικό περιβάλλον του πατριού του, να εξυγιάνει τις επιχειρήσεις του και να φέρει την ιερόδουλο φίλη του Tina (Emma Pierson) στον ίσιο δρόμο. Η αιφνίδια παρουσία ενός μικρού μουγκού θαυματοποιού (Sam MacLintock) στη ζωή τους θα βγάλει στην επιφάνεια μύχιους πόθους και επαίσχυντα απωθημένα και μυστικά και θα οδηγήσει τα γεγονότα σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, με κωμικοτραγικές και ολέθριες τελικά συνέπειες. Το φιλόδοξο κινηματογραφικό ντεμπούτο του γνωστού φωτογράφου διασημοτήτων Rankin (σε συνεργασία με τον ντοκιμαντερίστα Chris Cottam και τον πολυβραβευμένο σεναριογράφο Tony Grisoni) διακρίνουν στιγμές γνήσιας εικαστικής ποίησης, αν και η ρευστότητα της δραματουργικής διεκπεραίωσης δεν αφήνει το αβανταδόρικο κεντρικό εύρημα να απογειωθεί. Όταν μάλιστα στο τελευταίο ημίωρο του φιλμ η κατάσταση περνά στα χέρια του πιο ασταθούς ψυχικά χαρακτήρα, η έκβαση της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να είναι μονόδρομος, ουσιαστικά αχρηστεύοντας την υποτίθεται σοκαριστική κλιμάκωση και ανατροπή του φινάλε. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για ένα ενδιαφέρον σκηνοθετικό πείραμα που τολμά να "νοθεύσει" τη φλεγματική κοινωνική σάτιρα με έναν ιδιότυπο μαγικό ρεαλισμό, ζωγραφίζοντας με ολοζώντανες όσο και ζοφερές φωτοσκιάσεις έναν προαστιακό μικρόκοσμο στο τέλμα της βασανιστικά αργής του παρακμής και κατορθώνοντας να αποφύγει τις ηθικοδιδακτικές μεγαλοστομίες, ενώ συγχρόνως διατηρεί μια συνεπή ιδεολογική γραμμή. Οι φίλοι του αντισυμβατικού σινεμά (στο ύφος π.χ. του Terry Gilliam ή του Michael Winterbottom) ενδέχεται να το αγαπήσουν.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Zerophilia (2005)

Κανείς δεν είναι... τέλεια

Ευφάνταστη νεανική κομεντί με ήρωα τον εσωστρεφή Luke (Taylor Handley) που ανακαλύπτει αίφνης την ικανότητά του να... αλλάζει φύλο όποτε ερεθίζεται σεξουαλικά. Πρόκειται για γενετική ιδιαιτερότητα με την επιστημονική ονομασία zerophilia, η οποία ελέγχεται από το σπανιότατο χρωμόσωμα Z και απαντάται αποκλειστικά στο... μυαλό του πρωτοεμφανιζόμενου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Martin Curland (που την εμπνεύστηκε από το υπαρκτό φαινόμενο του κατ' επιλογήν ερμαφροδιτισμού στη φύση και τη χρησιμοποίησε με επιτυχία ως viral marketing πριν την επίσημη προβολή της ταινίας). Η κατάσταση περιπλέκεται απελπιστικά όταν το θηλυκό alter ego του Luke (Marieh Delfino) ερωτεύεται τον οξύθυμο, πλην όμως ωραίο αδελφό (Kyle Schmid) της κοπελιάς που τον ενδιαφέρει (Rebecca Mozo). Κι αυτό δεν είναι παρά το μικρότερο κακό που τον βρίσκει... Μια τολμηρή και πανούργα ιδέα που παραλίγο να απογειωθεί στα χέρια του ταλαντούχου αλλά άπειρου Curland, τον οποίο φαίνεται πως ξεπερνούν οι δυνατότητες του υλικού του. Πέρα από μια δυο πράγματι ευφυείς ανατροπές, η εκμετάλλευση του ευρήματος εξαντλείται στην ανακύκλωση μάλλον προβλέψιμων φαρσικών παρεξηγήσεων και ερωτικών μπερδεμάτων, θίγοντας μόνο επιφανειακά τον ουσιαστικότερο προβληματισμό για τα κοινωνικά και πολιτισμικά ταμπού και στερεότυπα που περιβάλλουν τους ρόλους και τις σχέσεις των φύλων. Παρ' όλα αυτά, δεν παύει να είναι ένα πολύ ευχάριστο, ανάλαφρο και καλογυρισμένο εργάκι με απέριττα στυλάτη σκηνοθεσία, μπριόζες ερμηνείες από τους χαριτωμένους νεαρούς πρωταγωνιστές και όμορφη μουσική από τον Kevin McDaniels (The Guiding Light, The Outbreak). Ό,τι καταφέρνει να μας αποσπάσει έστω κι ένα χαμόγελο στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε, είναι και με το παραπάνω ευπρόσδεκτο.