Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστυνομικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Κάνε ότι Κοιμάσαι (I-II, 2022-2024)

Μια εικόνα, όλες οι λέξεις

Να πω την αμαρτία μου; Να την πω. Ορισμένες τηλεοπτικές σειρές κάθομαι και τις βλέπω για να γελάω - και όχι επειδή είναι ηθελημένα αστείες. Εδώ, ας πούμε, τα περισσότερα απ' τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή δεν έχουν καμιά χαρακτηρολογική συνέπεια. Σκέφτονται και δρουν αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά, με μόνη εξήγηση ό,τι εξωγήινη δικαιολογία σκαρφιστεί κάθε φορά ο σεναριογράφος για να στηρίξει όπως όπως την επόμενη "ανατρεπτική" τους κίνηση.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

Σώσε με (2022)

"Σκανδιναβούμεν" μετ' ευτελείας

Αν και η μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στην οθόνη αποβαίνει συνήθως εις βάρος του, δεν λείπουν και οι (πολύ σπανιότερες, ωστόσο) περιπτώσεις όπου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Και εδώ παρατηρούμε το εξής παράδοξο: ωραιότατα, άρτια από κάθε άποψη και δοκιμασμένα στο χρόνο μυθιστορήματα να μετατρέπονται σε κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μετριότητες - ενίοτε, μάλιστα, και εκτρώματα - ενώ βιβλία επικαιρικά, χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, να βγάζουν από απλώς ανεκτές έως καθόλου άσχημες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές.

Τρίτη 11 Απριλίου 2023

Ο Συγγραφέας (Un Homme Idéal, 2015)

Ο κλέψας, του κλέψαντος, τω κλέψαντι

Αγανακτισμένος από την απαξιωτική στάση των εκδοτών απέναντι στο χειρόγραφο του πρώτου του βιβλίου, ο Matthieu Vasseur (Pierre Niney), επίδοξος και υπερφιλόδοξος νεαρός συγγραφέας, ο οποίος βγάζει μεροκάματο ως υπάλληλος μεταφορικής εταιρείας, βρίσκει τη "χρυσή" ευκαιρία να πάρει το αίμα του πίσω όταν το αφεντικό του τον στέλνει να ξεκαθαρίσει τα υπάρχοντα ενός ηλικιωμένου που απεβίωσε. Ανάμεσα στις παλιατζούρες, ανακαλύπτει ένα μουχλιασμένο ημερολόγιο όπου ιστορούνται γλαφυρά οι προσωπικές εμπειρίες του μακαρίτη από τον πόλεμο στην Αλγερία. Αποφασίζει λοιπόν να το αντιγράψει και να το υποβάλει σ' έναν εκδοτικό οίκο, με τη δική του υπογραφή. Το κείμενο γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και σημειώνει τεράστια επιτυχία, χαρίζοντας στον Matthieu τη φήμη και τη ζωή που ονειρευόταν, στο πλευρό της όμορφης και ευκατάστατης καθηγήτριας Alice (Ana Girardot). Ο καιρός όμως περνά και ο Matthieu δεν έχει να παρουσιάσει νέο μυθιστόρημα, προς μεγάλη απογοήτευση του εκδότη του (Laurent Grévill), ενώ η φήμη και τα χρήματα που απέκτησε αρχίζουν να στερεύουν. Μια απόπειρα να προωθήσει το δικό του πρωτότυπο κείμενο με ψευδώνυμο, αποτυγχάνει παταγωδώς. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η σχέση του με την Alice απειλείται από την άφιξη του Stan (Thibault Vinçon), βαφτισιμιού του πατέρα της (André Marcon), ο οποίος δείχνει εξαρχής επιφυλακτικότητα απέναντι στον Matthieu. Συγχρόνως, καταφθάνουν φάκελοι χωρίς όνομα αποστολέα και με υλικό που υπαινίσσεται ότι και κάποιος άλλος γνωρίζει για τη συγγραφική απάτη: σε μια εκδήλωση μάλιστα όπου ο Matthieu υπογράφει βιβλία του, εμφανίζεται ένας τύπος (Marc Barbé) που του αναφέρει το όνομα του νεκρού ηλικιωμένου, προειδοποιώντας τον ότι η ύβρις που διέπραξε δεν θα μείνει ατιμώρητη και απαιτώντας υπέρογκο χρηματικό ποσό προκειμένου να μην αποκαλύψει την αλήθεια. Καθώς ο εκβιαστής γίνεται ολοένα και πιο φορτικός, οδηγώντας τον Matthieu στην απόγνωση, βάζοντας ψύλλους στα αυτιά της Alice και εντείνοντας την καχυποψία του Stan, η μόνη λύση είναι μια απονενοημένη κίνηση, η οποία κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα... Με εμφανείς αναφορές στο ιδιότυπο thriller Match Point, γυρισμένο από τον Woody Allen μια δεκαετία νωρίτερα, καθώς και στη συγγραφέα Patricia Highsmith - κοινή τους πηγή έμπνευσης με τον εμβληματικό της ήρωα Tom Ripley και το διήγημά της Ο Κατά Φαντασίαν Συγγραφέας - ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Yann Gozlan (Χωρίς Όρια, Το Μαύρο Κουτί) και ο συν-σεναριογράφος του, Guillaume Lemans (Λάθος στο Λάθος, Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο - κριτική της Βερίνας ΕΔΩ) φτιάχνουν ένα ενδιαφέρον φιλμ με καλοκουρδισμένους ρυθμούς και πειστικές ερμηνείες (ιδίως από τον πρωταγωνιστή), χτίζοντας επιδέξια έναν κλοιό συγκυριών που ενώ αρχικά μοιάζει να ευνοεί τον κεντρικό χαρακτήρα, βαθμιαία σφίγγει αγχωτικά, αφόρητα γύρω του ώσπου να τον φέρει στο χείλος του γκρεμού - και αντιμέτωπο με την υπέρτατη τραγική/υπαρξιακή ειρωνεία. Απ' την άλλη, δεν λείπουν και οι αιχμές προς όσους τείνουν να υποτιμούν την εφευρετικότητα ενός συγγραφέα και στην "πραγματική" ζωή, θεωρώντας τον ακίνδυνα γραφικό "ψώνιο" χαμένο στον κόσμο του, ιδανικό στόχο χειραγώγησης ή/και εκμετάλλευσης. Τι ακριβώς συνιστά "βεβήλωση" της μνήμης νεκρού; Πόσο "δίκαιη" είναι η αυτοδικία; Τι γίνεται όταν ο αυτόκλητος τιμωρός αποδεικνύεται χειρότερος από τον "απατεώνα"; Μπορεί να υπάρξει "παρθενογένεση" στην τέχνη, και κατά πόσο ο (κάθε) συγγραφέας έχει όντως την πατρότητα και την κυριότητα του έργου του; Μιμείται η τέχνη τη ζωή, ή μήπως η ζωή όχι μόνο μιμείται, αλλά και ξεπερνά την τέχνη; Μερικά μονάχα απ' τα ερωτήματα που ανεπιτήδευτα, σχεδόν υπόγεια, τίθενται μέσα απ' τις πράξεις των προσώπων και την πορεία της πλοκής. Λέγοντας πολύ λίγα, η ταινία κατορθώνει να δείξει και να πει πάρα πολλά, κρατώντας την αγωνία αμείωτη απ' το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό της.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Holding (2022)

Μικρό χωριό, μεγάλα μυστικά

Σ' ένα ειδυλλιακό ιρλανδικό χωριό όπου (εκ πρώτης όψεως) τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει, απ' τα θεμέλια μιας οικοδομής ξεθάβονται τυχαία δυο ανθρώπινοι σκελετοί - ενός ενήλικα και ενός μωρού. Το οικόπεδο που χτίζεται ήταν κάποτε ιδιοκτησία μιας ξεκληρισμένης πια οικογένειας, της οποίας ο γιος (Felix Brown) είχε πριν χρόνια παρατήσει την αρραβωνιαστικιά του (Siobhán McSweeney) σύξυλη στην εκκλησία την ημέρα του γάμου τους, και από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Στο μεταξύ εκείνη παντρεύτηκε άλλον (Gary Shelford), με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, ενώ φροντίζει τη δύστροπη αλκοολική μητέρα της (Olwen Fouéré) και έχει και η ίδια πρόβλημα με το ποτό. Καθώς αποδεικνύεται ότι ο σκελετός του ενήλικα ανήκει σε θύμα εγκληματικής ενέργειας και συγκεκριμένα στον "λιποτάκτη" γαμπρό, οι υποψίες στρέφονται τόσο εναντίον της εγκαταλελειμμένης νύφης όσο και της παλιάς της αντιζήλου για την καρδιά του δολοφονημένου, μιας εύθραυστης και ιδιόρρυθμης κοπέλας (Charlene McKenna) που μικρή ακόμα, είχε γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα της. Αμάθητος σε τέτοιας εμβέλειας υποθέσεις, ο ντόπιος συμπαθέστατος χωροφύλακας (Conleth Hill) που κατατρύχεται από τους δικούς του δαίμονες, αναγκάζεται - εξαιρετικά απρόθυμα - να συνεργαστεί μ' έναν λιγάκι ξιπασμένο νεαρό αστυνομικό από το Δουβλίνο (Clinton Liberty), του οποίου η υπερβολική τυπολατρία και αυτοπεποίθηση δεν βοηθούν στην εξομάλυνση των σχέσεών του με τον καχύποπτα εχθρικό περίγυρο. Παράλληλα, τα πρωτοφανή γεγονότα δημιουργούν εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ολόκληρο πλέγμα επικίνδυνων μυστικών και απωθημένων... Βασισμένη στο ομότιτλο πρώτο (2016) μυθιστόρημα μυστηρίου του πολυβραβευμένου τηλεοπτικού παρουσιαστή και οικοδεσπότη ψυχαγωγικών εκπομπών Graham Norton, η σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων (σε σκηνοθεσία της Kathy Burke) κατορθώνει να αποδώσει αρκετά πειστικά το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου, εναποθέτοντας το μεγαλύτερο βάρος στις πράγματι εκπληκτικές, γεμάτες φυσικότητα ερμηνείες και εξισορροπώντας το τραγικό στοιχείο με χιούμορ που πηγάζει αβίαστα από τις καταστάσεις και τις αλληλεπιδράσεις των προσώπων. Ο τίτλος, Holding, σημαίνει "οικόπεδο" αλλά και "ομηρία" και αυτό ακριβώς καταδεικνύει: ο κάθε χαρακτήρας είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων μυστικών, παθών, προσωπικών δραμάτων και κληρονομημένων προκαταλήψεων, όπως επίσης και του περιβάλλοντός του, της ασφυκτικής επαρχιώτικης νοοτροπίας που προτιμά να "θάβει" παρά να αντιμετωπίζει στα ίσια ό,τι δεν τη βολεύει ή δεν τη συμφέρει. Αν και όχι ριζοσπαστικά πρωτότυπη, η σειρά βλέπεται με ενδιαφέρον και χάρη στη μικρή της διάρκεια, δεν προλαβαίνει να κουράσει πλατειάζοντας. Κυκλοφορεί σε DVD από την Amazon.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders, 2022)

Λέει η κίσσα: "Ποτέ πια!"

Μαθαίνοντας ότι πάσχει από ανίατη θανατηφόρα ασθένεια, ο διάσημος συγγραφέας Alan Conway (Conleth Hill) αυτοκτονεί αφήνοντας μισό το τελευταίο του βιβλίο, με το οποίο θα έκλεινε η κοσμαγάπητη - πλην μισητή στον ίδιο - σειρά αστυνομικών του μυθιστορημάτων εποχής με ήρωα τον ιδιωτικό ερευνητή Atticus Pünd, Γερμανό αντιφρονούντα που επέζησε από κατοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατέφυγε σε μια φανταστική επαρχιακή κωμόπολη της Αγγλίας. Απελπισμένος, ο εκδότης του (Michael Maloney) αναθέτει στην επιμελήτρια εκδόσεων Susan Ryeland (Lesley Manville) να ανακαλύψει μήπως υπάρχει πουθενά, έστω και σε μορφή σημειώσεων, το κομμάτι που λείπει απ' το χειρόγραφο. Κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση, καθώς η έρευνα της Susan συναντά διαρκώς εμπόδια - με πρώτο και χειρότερο την αντιπάθεια που έτρεφε για το συγγραφέα όχι μόνο ο επαγγελματικός, μα και ο κοινωνικός όσο και ο οικογενειακός του περίγυρος: στρυφνός, απότομος και μισάνθρωπος, ο Conway είχε επιπλέον τη συνήθεια να μετατρέπει άτομα του κύκλου του σε μυθιστορηματικά πρόσωπα, απροκάλυπτα και με τρόπο όχι ιδιαίτερα κολακευτικό. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα συζούσε μ' έναν νεαρό ζιγκολό (Matthew Beard), στον οποίο είχε γράψει σχεδόν όλη του την περιουσία αποκληρώνοντας την αδελφή του (Pippa Haywood), την πρώην σύζυγο (Nathalie Armin) και τον έφηβο μοναχογιό του (Nathan Clarke). Ωστόσο, ενώ ψάχνει για στοιχεία εντρυφώντας στις υποθέσεις των προηγούμενων βιβλίων του Conway, η Susan αρχίζει να υποπτεύεται πως στην πραγματικότητα, ο θάνατός του δεν ήταν αυτοκτονία και ότι ο πιθανός αυτουργός προέρχεται από το άμεσο περιβάλλον του θύματος. Η ιδέα τής γίνεται εμμονή, ώσπου ύστερα από ένα βολικό για το δράστη "ατύχημα" της παρουσιάζεται ο Atticus Pünd (Tim McMullan) αυτοπροσώπως, για να την οδηγήσει κυριολεκτικά μέσα στο μυθιστορηματικό σύμπαν του συγγραφέα και στο δαιμόνιο πολυδαίδαλο παζλ όπου κρύβεται η λύση του μυστηρίου. Εξίσου δαιμόνιος είναι, βέβαια, και ο χειρισμός της πλοκής από τον Βρετανό Anthony Horowitz (καμιά συγγένεια με τον συνεπώνυμο Αμερικανό συνάδελφό του), συγγραφέα του μυθιστορήματος Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders) - πρώτου στη σειρά με ηρωίδα τη Susan Ryeland - και σεναριογράφο της ομότιτλης τηλεοπτικής μεταφοράς του σε έξι σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια από τον Peter Cattaneo (Άντρες με τα Όλα τους, Γυναικεία Υπόθεση): στην ουσία, έχουμε μια σειρά βιβλίων μέσα σε μια άλλη σειρά βιβλίων, που το πρώτο της μιας αφορά (ειρωνικά) το τελευταίο της δεύτερης. Όπως στο μυθιστόρημα, έτσι και στην τηλεοπτική σειρά βρίθουν οι παρωδιακές χρήσεις των κλισέ, οι σαρδόνιες ανατροπές και τα ευφυή κλεισίματα του ματιού προς εμβληματικά, κλασικά (αστυνομικά και μη) βιβλία και ταινίες, ξεκινώντας από τον πολύσημα κρυπτικό τίτλο και με αποκορύφωμα τον "σατανικό" γρίφο του φινάλε που αποδομεί - καταδιασκεδάζοντάς το αμεταμέλητα - κάθε είδους στερεότυπη "μυθολογία" περί συγγραφικής έμπνευσης και δημιουργικής διαδικασίας γενικότερα. Πέρα απ' την ευρηματικότητα της μυθοπλαστικής βάσης, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα επίσης οφείλεται τόσο στην ερμηνευτική άνεση και δεινότητα των ηθοποιών όσο και στις έντονες, αξιομνημόνευτες φυσιογνωμίες τους. Στον δευτερεύοντα αλλά χαρακτηριστικό ρόλο του Έλληνα συντρόφου της Susan, ο πολύ καλός Αλέξανδρος Λογοθέτης.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Στα Ίχνη του Μυστηρίου (Clue, 1985)

Μια all-star "ζωντανή" παρτίδα επιτραπέζιου παιχνιδιού

Όπως εμφανώς προϊδεάζει ο τίτλος, καθώς και η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία όσο και στις αφίσες της, το Clue (για τη χώρα μας - πιο περιφραστικά - Στα Ίχνη του Μυστηρίου) του Jonathan Lynn (Το Ξαδελφάκι μου ο Vinny, Ο Μαφιόζος της Διπλανής Πόρτας) δανείζεται την κεντρική ιδέα και την όλη του διεκπεραίωση από το διάσημο επιτραπέζιο παιχνίδι Cluedo: έναν αστυνομικό γρίφο που ζητά απ' τους παίκτες να εντοπίσουν το δράστη μιας δολοφονίας και να τον συνδέσουν με το όπλο και τον τόπο του εγκλήματος, ανάμεσα από έξι (δηλαδή δεκαοχτώ στο σύνολό τους) αντίστοιχες επιλογές. Η αυστηρά καθορισμένη διαδρομή και οι σχηματικά τυποποιημένοι χαρακτήρες του παιχνιδιού αποτελούν αφενός έτοιμο υλικό "θεατρικής" υφής και δομής και αφετέρου ενδιαφέρουσα πρόκληση για έναν σεναριογράφο (τον ίδιο τον Lynn, σε συνεργασία με τον John Landis). Έξι άγνωστα μεταξύ τους άτομα προσκαλούνται σε δείπνο από έναν μυστηριώδη οικοδεσπότη, ο οποίος δεν τους αποκαλύπτει την ταυτότητα ούτε τους σκοπούς του και απαιτεί να κρατήσουν και οι ίδιοι κρυφά τα στοιχεία τους. Η ήδη αμήχανη και δυσοίωνη βραδιά δεν αργεί να πάρει αιματηρή τροπή, ενώ οι ενοχλητικές/επικίνδυνες για τα (ως τότε) "ευυπόληπτα" πρόσωπα αποκαλύψεις, τα παράδοξα γεγονότα και... τα πτώματα συσσωρεύονται. Κεφάτη και έξυπνη παρωδία των "παραδοσιακών" αστυνομικών ταινιών και των λεγόμενων μυστηρίων κλειστού χώρου, με φλεγματικό χιούμορ που παίζει ασύστολα και ταχυδακτυλουργικά με τα κλισέ του είδους, θυμίζοντας (όπως και το παρόμοιο, αρκετά μεταγενέστερό της Έγκλημα στο Gosford Park του Robert Altman) τα θεατρικά έργα του Oscar Wilde, σε συνδυασμό με τη φαρσική παράνοια μιας άλλης κλασικής αστυνομικής παρωδίας, της Πρόσκλησης σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976). Πέρα απ' τις υπέροχες, σπιρτόζες ερμηνείες όλου ανεξαιρέτως του cast, ο άψογα "κουρδισμένος" ρυθμός του φιλμ οφείλεται πρωτίστως στον Βρετανό ηθοποιό, τραγουδιστή και χορευτή Tim Curry (The Rocky Horror Picture Show, Δυο Γυναίκες, Τρεις Βαλίτσες & Εγώ), ο οποίος δίνει ρέστα ως ο αινιγματικός μπάτλερ που κινεί υπογείως τα νήματα της πλοκής. Η ταινία προσφέρει άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές, απανωτές σκηνές ανθολογίας και τρία διαφορετικά φινάλε, υπο/αποδεικνύοντας ότι με απόλυτα λογικούς συσχετισμούς μπορεί κανείς να φτάσει σε εντελώς αντιφατικά, αλλά και εξίσου θεμιτά συμπεράσματα.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κτήνος (Beast, 2017)

Στην από κει πλευρά του καθρέφτη

Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Michael Pearce (Madrugada, Rite), το Κτήνος αντλεί τη βασική έμπνευση και τη θεματολογία του από πραγματικά γεγονότα, και συγκεκριμένα τη δράση του βιαστή και δολοφόνου Edward Paisnel, επονομαζόμενου "The Beast of Jersey" (Κτήνος του Τζέρσεϊ) μεταξύ τέλους της δεκαετίας του '50 και αρχών του '70. Αρχικά, για τα εγκλήματα του Paisnel είχε κατηγορηθεί ο νορμανδικής καταγωγής αγρότης και ψαράς Alphonse Le Gastelois, του οποίου η ζωή καταστράφηκε εξαιτίας του κοινωνικού στιγματισμού του (ήταν ήσυχος, μοναχικός άνθρωπος που αγαπούσε τις βραδινές πεζοπορίες, πράγμα το οποίο τον ενοχοποίησε άδικα - βρέθηκε σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή), παρά την οριστική του αθώωση το 1975.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

Χωρίς Ίχνος (Vivre sans Eux, 2018)

Μια σύγχρονη τραγωδία καθημερινών ανθρώπων

Ο μεσήλικας Gabriel Terrazoni (Xavier Boulanger) και ο νεαρός Aurelien Calbert (Nicolas Casar-Umbdenstock), ζευγάρι και ιδιοκτήτες πολυτελούς βίλας, ετοιμάζονται να την πουλήσουν στο φιλόδοξο επιχειρηματία Olivier Mauclair (Gregory Montel) πριν φύγουν για ταξίδι στην Ταϊλάνδη. Με το που εισπράττουν όμως την προκαταβολή και αποχαιρετούν τον αγοραστή, εκείνος ξαναμπαίνει κρυφά στο σπίτι με ένα δίκαννο και τους πυροβολεί και τους δυο. Μήνες αργότερα, η ατίθαση φοιτήτρια Adele (Esther Garrel), κόρη του πρώτου και ο πεισματάρης συνταξιούχος Martin (Bernard Le Coq), πατέρας του δεύτερου, αρχίζουν να τους αναζητούν - ο Martin, που πάσχει από ανίατη ασθένεια, ελπίζοντας να λύσει παλιές διαφορές με το γιο του και η Adele, της οποίας η μητέρα έχει μόλις πεθάνει, επειδή χρειάζεται την υπογραφή του πατέρα της για θέματα κληρονομιάς. Όμως στην έπαυλη των δικών τους βρίσκουν τώρα εγκατεστημένο τον Mauclair με την ψυχρή, αυταρχική σύζυγό του Solene (Lilou Fogli), που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ιδέα για το τι απέγιναν οι πρώην κάτοικοι και επιχειρούν με κάθε τρόπο να απομακρύνουν την Adele και τον Martin, αποφεύγοντας με ύποπτη επιμονή να απαντήσουν στις ερωτήσεις τους και απειλώντας τους με καταγγελίες για καταπάτηση και παρενόχληση. Αν και εξαρχής ο Martin είναι κατηγορηματικά βέβαιος για την ενοχή των Mauclair, η Adele αποδέχεται πιο πρόθυμα τη δική τους εκδοχή των γεγονότων - ώσπου τυχαία πέφτει πάνω σε στοιχεία που τους "καίνε". Αποφασίζει λοιπόν να συνεργαστεί με τον Martin, προκειμένου να πείσουν την αστυνομία να αντιμετωπίσει την υπόθεση ως εγκληματική ενέργεια, ενώ μεταξύ τους βαθμιαία αναπτύσσεται μια ζεστή σχέση πατέρα-κόρης που αναπληρώνει την απώλεια του καθενός τους. Εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία, η καλογυρισμένη γαλλική ταινία του μέχρι πρότινος μικρομηκά Jacques Maillot (Cold as Summer, Δεσμοί Αίματος) στηρίζεται εξίσου στις πειστικές ερμηνείες και το σφιχτό σκηνοθετικό ρυθμό, δίχως ωστόσο να γλιτώνει από κάποιες "τρύπες" πλοκής ή ένα ξώφαλτσο φλερτ με το μελόδραμα προς το τέλος. Βλέπεται πάντως πολύ άνετα και με ενδιαφέρον, παρ' όλο που ο θεατής γνωρίζει απ' τα πρώτα λεπτά τι έχει συμβεί (δεν θα του ήταν, εξάλλου, δύσκολο να το μαντέψει) και το μυστήριο κυρίως συνίσταται στο να το ανακαλύψουν και οι πρωταγωνιστές: βασική αρχή του κλασικού θεάτρου - η τραγική ειρωνεία - η οποία λειτουργεί εδώ και αξιοποιείται με αρκετή αποτελεσματικότητα.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Hightown (Seasons 1-2, 2020-2021)

Τρικυμία εν κρανίω, κυματάκια εν αιθρία

Είχα αρχίσει από πέρσι να βλέπω το Hightown (παραγωγής του διάσημου Αμερικανού βετεράνου Jerry Bruckheimer, για το δεδηλωμένα εκσυγχρονισμένων αντιλήψεων συνδρομητικό κανάλι Starz), με κάθε καλή πρόθεση μια και επρόκειτο για αστυνομικό thriller, που διαδραματιζόταν σ' ένα παραθαλάσσιο θέρετρο με ξέφρενη νυχτερινή ζωή και άκρως αυξημένη εγκληματικότητα. Κεντρικοί του ήρωες η Jackie Quinones (Monica Raymund), νεαρή αστυνομικός ειδικευμένη στην πάταξη της λαθραλιείας, και ο Ray Abruzzo (James Badge Dale), "ψημένος" εκπεσών συνάδελφός της από τη Δίωξη Ναρκωτικών. Αν και δεν συνεργάζονται εξαρχής ούτε και συμπαθιούνται ιδιαίτερα, στην πορεία (φυσικά) αναγκάζονται να ενώσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον Δομηνικανό αρχιμαφιόζο Frankie Cuevas (Amaury Nolasco) και τα τσιράκια του, που σπέρνουν το θάνατο με νοθευμένες ουσίες στα νεανικά στέκια της περιοχής. Παρά τους τραβηγμένους απ' τα μαλλιά (αντι)ήρωες - η Jackie είναι λεσβία, με παραδοσιακά "αντρική" συμπεριφορά απέναντι στις κατά καιρούς κοπέλες της (αυτό κρατήστε το για αργότερα), αλκοολική και τοξικομανής, ενώ ο Ray έχει αχαλίνωτο εθισμό στο σεξ - η πρώτη σεζόν είχε κάποιο ενδιαφέρον χάρη στην πλοκή της και τους καλογραμμένους σχετικά χαρακτήρες του τυπολάτρη αστυνόμου Alan Saintille (Dohn Norwood), του παχύσαρκου πληρωμένου φονιά Osito (Atkins Estimond) και του ταλαίπωρου μικροαπατεώνα Junior McCarthy (Shane Harper), οι οποίοι ενσαρκώνονται από εξίσου επαρκείς ηθοποιούς. Μια επίμονη αίσθηση που μου γεννήθηκε όσο η ιστορία προχωρούσε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά στη δεύτερη σεζόν, η οποία βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη: ο ρόλος της Jackie είχε γραφτεί για άντρα. Gay άντρα. Διότι μ' όλη την ελκυστική θηλυκότητα του παρουσιαστικού της, αυτό το πράγμα που έβαλαν τη Raymund (Αστυνομικό Τμήμα Σικάγου, Chicago Fire) να υποδυθεί, δεν είναι γυναίκα που να χτυπιέται κάτω. Μόνο εξωγήινη δεν την έκαναν. Αφήστε δε που τα σενάρια των νέων επεισοδίων μοιάζουν ύποπτα με fan fiction και δη σαχλό, γραμμένο από δεκαπεντάχρονα - όποιος παρακολουθεί τη σειρά έχοντας έστω και αμυδρή ιδέα από fan fiction, θα καταλάβει τι ακριβώς εννοώ. Επίσης το ότι η σεξουαλικότητα της πρωταγωνίστριας, όπως και οι εξαρτήσεις της, γίνεται αβίαστα αποδεκτή από τον επαγγελματικό και κοινωνικό της περίγυρο (πιο πολύ τη στραβοκοιτάνε επειδή είναι Λατίνα) σε μια κατά βάση πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικανική, συνιστά περισσότερο πολιτικά ορθό ευσεβή πόθο παρά απόπειρα αντανάκλασης της οποιασδήποτε πραγματικότητας. Πολύ θα ήθελα απ' την ομάδα των σεναριογράφων να είχε δείξει αληθινή πυγμή αναθέτοντας όντως σε άντρα το ρόλο της Jackie, όπως προφανέστατα ήταν η αρχική πρόθεση. Εκεί να τους δω, αντί να "χαϊδεύουν" εντέχνως τα κλισέ των αντρικών φαντασιώσεων με πιο ανώδυνη (κατά τη γνώμη τους) "τόλμη" soft τσόντας, παρουσιάζοντας κάθε λογής χιλιοαναμασημένο στερεότυπο σαν απαύγασμα ριζοσπαστικής έμπνευσης. Κάπως έτσι έχει καταντήσει κι ένα άλλο, αρκετά υποσχόμενο (θεωρητικά τουλάχιστον) εγχείρημα, το In the Dark (2019), με ηρωίδα μια τυφλή κοπέλα (Perry Mattfeld) που μπλέκει με το οργανωμένο έγκλημα στην προσπάθειά της να εξιχνιάσει έναν φόνο - το οποίο διανύει την τέταρτη σεζόν του, μα δεν το άντεξα πέρα απ' τα μισά της δεύτερης. Είναι λες και το κάνουν επίτηδες, για να δουν ως πού είναι ικανή να φτάσει η ανοχή των θεατών στη μετά βίας συγκαλυμμένη ηθικολογία, στην κοινοτοπία και τη μετριότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λίαν προσφάτως και κατόπιν εορτής, υπέπεσε στην αντίληψή μου η προγενέστερη (2017) ισλανδική σειρά Stella Blomkvist, την οποία το Hightown έχει - ας το πούμε ευγενικά - ως πηγή έμπνευσης. Επιφυλάσσομαι για συγκρίσεις.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

The Drowning (2021)

Το χαμένο παιδί & η χαμένη πλοκή

Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάθισα και παρακολούθησα τη μίνι αυτή σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων του βρετανικού Channel 5, ήταν η περιέργειά μου βλέποντας ανάμεσα στους συντελεστές το πολύ χαρακτηριστικό επίθετο του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου πρωταγωνιστή της. Λοιπόν, ο μόλις δεκαεξάχρονος Cody Molko τυχαίνει όντως να είναι γιος του θρυλικού εναλλακτικού ροκά Brian Molko (Velvet Goldmine), αρχηγού της μπάντας Placebo - η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μουσικής "ιδεολογίας" της δεκαετίας του '90 - και της φωτογράφου Helena Berg. Η υπόθεση της σειράς φαινόταν επίσης ενδιαφέρουσα: η Jodie Walsh (Jill Halfpenny), μια κάπως "φευγάτη" γεωπόνος και χαροκαμένη μάνα, που δέκα χρόνια πριν έχασε το μικρούλη, τότε, μοναχογιό της Tom (Aaron Kane) από πνιγμό στη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής, έχει μια μέρα την εντύπωση ότι τον βλέπει, μαθητή γυμνασίου πια, σ' ένα σχολικό λεωφορείο. Απο κείνη την ώρα η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω, καθώς πασχίζει με κάθε λογικό και παράλογο (με έμφαση στο "παράλογο") τρόπο να τον πλησιάσει, να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του και να τον σώσει από τον "απαγωγέα" (Rupert Penry-Jones) που εκείνη θεωρεί ότι παριστάνει τον πατέρα του. Το σενάριο "κλέβει" εν πολλοίς την ιδέα από μια παλιότερη (2007) τηλεοπτική παραγωγή, βασισμένη, μάλιστα, σε πραγματικά γεγονότα. Από υπερβάλλοντα, προφανώς, ζήλο να απομακρυνθούν απ' την πηγή έμπνευσής τους, οι τρεις σεναριογράφοι της σειράς σκαρφίζονται και συρράπτουν τη μια σουρεαλιστική απιθανότητα πάνω στην άλλη, στέλνοντας στον αγύριστο τους στοιχειωδέστερους κανόνες λογικής και πλάθοντας μια ηρωίδα τόσο σπασμωδικά ασυνάρτητη και παρορμητική που αντί να συμπάσχεις μαζί της, σου 'ρχεται να τη δέσεις και να την κλειδώσεις κάπου - μπας και πάψει επιτέλους να διαπράττει ασύλληπτες κατά συρροήν παλαβομάρες KAI παρανομίες, βάζοντας σε δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο φίλους και συνεργάτες της και ιδίως τραβολογώντας έναν σχεδόν σπαραξικάρδια άβγαλτο κι απονήρευτο πιτσιρικά σε καταγώγια αδίστακτων μαφιόζων, πρεζάκηδων και προαγωγών που τον κοιτάνε σαν ξερολούκουμο (πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνει να θορυβεί κανέναν απολύτως από το περιβάλλον της αλλά ούτε και του μικρού), προκειμένου να του εξασφαλίσει πλαστά χαρτιά ώστε να διαφύγουν μαζί στο εξωτερικό. Η λύση, δε, του δράματος κορυφώνει με τον πιο απίστευτ(α προβλέψιμ)ο τρόπο την εξωφρενικότητα του όλου εγχειρήματος, το οποίο μετά βίας σώζεται από τη φιλοτιμία των ηθοποιών, τη χαριτωμένη φατσούλα του ερμηνευτικά αμήχανου, κατά τα άλλα, Molko Jr. και την αντισυμβατική γοητεία του Ιρλανδού Dara Devaney (ο οποίος, δυστυχώς, ίσα που "κάθεται στο δόντι" σ' έναν ρόλο στα όρια της καρικατούρας) ως - δικαιολογημένα (και αυτό δεν αποτελεί καν spoiler, αφού η υποτιθέμενη τελική ανατροπή δεν είναι παρά ό,τι πιο αναμενόμενο) - δύσπιστου πρώην συζύγου της Jodie. Η μοναδική χρησιμότητα σεναρίων σαν το συγκεκριμένο είναι ότι δίνουν ένα ακόμα "λαμπρό" παράδειγμα για το πώς να ΜΗ γράφουμε.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

The Painscreek Killings (2017)

Προσωμοιωτής αστυνομικής έρευνας με ανατροπές

Το χωριουδάκι Painscreek είναι ειδυλλιακά όμορφο, αλλά με μηδενικό πληθυσμό. Η νεαρή φιλόδοξη δημοσιογράφος Janet αναλαμβάνει να ερευνήσει τις αιτίες της σταδιακής του ερήμωσης, ύστερα από σειρά φονικών και εξαφανίσεων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ. Μια και όλοι όσοι σχετίζονταν με την υπόθεση είναι νεκροί ή αγνοούνται, η Janet πρέπει να ψάξει ολομόναχη στα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους για στοιχεία που ίσως την οδηγήσουν στη λύση του μυστηρίου. Μήπως όμως δεν είναι τόσο μόνη όσο νομίζει; Ποια είναι η γυναικεία φιγούρα που μοιάζει να την παρακολουθεί από μακριά; Και ποιος φροντίζει να της βάζει εμπόδια κάθε φορά που πλησιάζει σε μια σημαντική ανακάλυψη; Άψογα σχεδιασμένο και οργανωμένο, υπέροχα εμβυθιστικό, με ωραία "κολλητική" μουσική και μια ιστορία καθηλωτικά πολυεπίπεδη, που σχηματίζεται βαθμιαία μέσα από γραπτά ντοκουμέντα και αντικείμενα-κλειδιά, το The Painscreek Killings της EQ Studios είναι ένα απ' τα πιο ενδιαφέροντα βιντεοπαιχνίδια αστυνομικού, κατά βάση, μυστηρίου (με κάποιες αμυδρές αιχμές μεταφυσικού) που έπεσαν τελευταία στα χέρια μου. Απ' τη στιγμή που θα κατανοήσεις το μηχανισμό της εξερεύνησης, τα χειριστήρια είναι πολύ απλά και θέλουν μόνο λίγη εξάσκηση. Ευχάριστα... δυσάρεστη η θεαματική έκπληξη του φινάλε, που αλλάζει δραστικά τον τόνο και την ως τότε λογική του παιχνιδιού.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ασφαλείς (Safe, 2018)

Κεκλεισμένων των (αυλο)θυρών

Συνεχίζοντας την άγρα μίνι (κατά προτίμηση) σειρών για ολονύκτιους μαραθώνιους ελέω καραντίνας, έπεσα πάνω σ' ένα ακόμα τηλεοπτικό thriller οχτώ επεισοδίων βασισμένο σε ιδέα του Harlan Coben (και σε παραγωγή του ίδιου, πάλι με κυρίως σεναριογράφο τον Daniel Brocklehurst). Ο λόγος για το προπέρσινο Safe, με πρωταγωνιστή τον Michael C. Hall (γνωστό και αγαπητό από το μακάβριο πλην μακρόβιο Six Feet Under και τον εμβληματικό Dexter) ως χαροκαμένο χειρουργό που σαν να μην του έφταναν τα υπόλοιπα βάσανά του, πρώτα η μεγάλη (Amy James-Kelly) και μετά η μικρή (Isabelle Allen) του κόρη εξαφανίζονται, ενώ ο παιδιόθεν κολλητός του (Marc Warren), ο οποίος, μάλιστα, τρέφει παραπάνω από φιλικά συναισθήματα γι' αυτόν, αρχίζει να συμπεριφέρεται μάλλον ύποπτα. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με την άφιξη μιας λιγόλογης νεόκοπης αστυνομικού (Hannah Arterton) που δεν φροντίζει ιδιαίτερα να γίνει αρεστή στους καινούργιους συναδέλφους της, ενώ στην αγωνιώδη του προσπάθεια να βρει τις κόρες του, ο ήρωας κάνει, ως είθισται, μαντάρα την επίσημη έρευνα, εκμεταλλευόμενος στυγνά την αφοσίωση του ερωτοχτυπημένου κολλητού και ανακαλύπτοντας έναν λαβύρινθο από σκιαχτερά αινίγματα που θα του γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στην περιφραγμένη κοινότητα που έχουν σχηματίσει ορισμένες οικογένειες, με σκοπό να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την τάξη στην καθημερινότητά τους. Ως γνωστόν, όμως - και όπως δυσοίωνα αποφαίνεται ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος γείτονας (Ben Onwukwe) - κλειδώνεις, αμπαρώνεις κι ο "κλέφτης" (ή ο "μπαμπούλας") είναι μέσα... Δεν ξέρω τι έχει κάνει εδώ στη φάτσα του ο Hall και σχεδόν δεν γνωρίζεται - υποπτεύομαι Botox, το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν χρειαζόταν. Εκτός του ότι είναι ακόμα νέος άνθρωπος, ήταν πολύ γοητευτικός με τις χαρακτηριστικές γραμμές έκφρασης και τις έντονες γωνίες του προσώπου του. Οι ηθοποιοί που αλλάζουν τόσο δραστικά τη φυσιογνωμία τους δίχως να το απαιτεί κάποιος ρόλος, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξενίζουν τους θεατές και να μονοπωλούν την προσοχή με λάθος τρόπο. Τέλος πάντων. Οι αρκετά προγενέστεροι Πέντε (2016) που παρουσίασα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση με είχαν προϊδεάσει θετικά για το Safe, το οποίο δεν θα έλεγα, βέβαια, πως με απογοήτευσε ακριβώς, αλλά στο σύνολο είναι σαν κάτι να του φταίει, κάτι να του λείπει. Παρ' ότι δίνονται (σχετικά) πειστικές λύσεις και εξηγήσεις για όλα, το φινάλε αφήνει πίσω του μια διάχυτη αίσθηση εκκρεμότητας, η οποία ίσως είναι και ηθελημένη. Οι ερμηνείες κυμαίνονται από το απλώς αξιοπρεπές ως το ελαφρώς άνω του μετρίου, με έναν ευσυνείδητα διεκπεραιωτικό Hall να εντυπωσιάζει λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς (μπορεί εξαιτίας του Botox, που του έχει "παγώσει" το πρόσωπο σ' ένα μόνιμο ύφος θιγμένης απορίας). Υπέροχα, πάντως, τα τραγούδια των τίτλων στην αρχή και το τέλος κάθε επεισοδίου (Glitter & Gold και Fire αντίστοιχα), από το άλμπουμ The Attractions of Youth του νεαρού Βρετανού τραγουδοποιού Barns Courtney, πρώην μέλους της βραχύβιας ανεξάρτητης μπάντας Dive Bella Dive.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Πέντε (The Five, 2016)

The one that got away

Η κεντρική ιδέα των Πέντε προοριζόταν αρχικά για υλικό βιβλίου του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα Harlan Coben, αλλά εξαιτίας των πολλών προσώπων και των περίπλοκων παράλληλων και τεμνόμενων πλοκών, δεν βρήκε τελικά το δρόμο της με μυθιστορηματική μορφή. Ευτύχησε όμως να μετατραπεί σε σενάριο τηλεοπτικής μίνι σειράς, από τον ίδιο το συγγραφέα και ένα εκλεκτό επιτελείο σεναριογράφων, με επικεφαλής τον πολυβραβευμένο Daniel Brocklehurst (Shameless, Ασφαλείς). Μια άλλοτε αχώριστη παρέα εφήβων έχει πια μεγαλώσει και σχεδόν αποξενωθεί, στοιχειωμένη απ' το τραύμα της εξαφάνισης του μικρότερου αδελφού (Alfie Bloor) ενός από τα μέλη της (Tom Cullen). Ο φερόμενος ως δράστης (Rade Serbedzija), σεσημασμένος δολοφόνος αγοριών - ένας σύγχρονος Gilles de Rais - βρίσκεται ισόβια στη φυλακή, έχοντας ομολογήσει με υπερβολική προθυμία και περιγράψει με κάθε φρικτή λεπτομέρεια το φόνο του παιδιού. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα, το DNA του χαμένου Jesse εντοπίζεται σε δωμάτιο ξενοδοχείου όπου βρέθηκε νεκρή μια συνοδός πολυτελείας. Γεγονός το οποίο αναμοχλεύει καταχωνιασμένες αναμνήσεις και επικίνδυνα μυστικά, επανασυνδέοντας με τρόπο άκρως επώδυνο και επισφαλή τους υπόλοιπους τέσσερις φίλους, ο καθένας απ' τους οποίους έχει δικούς του ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν... Αντί για μια ενιαία σεζόν δέκα επεισοδίων, η αστυνομική σειρά μυστηρίου που σκηνοθέτησε ο ειδικευμένος στο είδος Mark Tonderai (Το Σπίτι στο Τέλος του Δρόμου, Παράνοια) θα μπορούσε να χωρίζεται σε δύο των πέντε, με τα ίδια πρόσωπα να πρωταγωνιστούν σε δυο ξεχωριστές, αμυδρά αλληλένδετες ιστορίες. Γύρω στα μισά χάνει ελαφρώς η μάνα το παιδί (στην κυριολεξία), αλλά προς το τέλος η αφήγηση ξαναβρίσκει το ρυθμό της και μας αποζημιώνει με μια εκπληκτικά αναπάντεχη, απίθανη όσο και παραδόξως αληθοφανή ανατροπή. Το εικαστικό/αισθητικό μέρος - η υπέροχη φωτογραφία (Tico Poulakakis) και το ιδιαίτερα φωτογενές cast, με τον προαναφερθέντα Tom Cullen (Downton Abbey, Knightfall) και τους O-T Fagbenle (Material Girl, The Interceptor), Hannah Arterton (Atlantis, Βερσαλλίες), Martin McCreadie (The Alienist, The Angel of Darkness), Tom Brittney (Outlander, Grantchester) και Sophia La Porta (Into the Mirror, On the Edge) να λάμπουν με την ομορφιά τους στην οθόνη - αποτελεί επιπλέον δέλεαρ για να παρακολουθήσει κανείς τους Πέντε σε μια καθισιά. Διατίθεται σε κασετίνα τριών DVD από την Amazon.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Home Before Dark (2020)

Επάγγελμα ρεπόρτερ, ετών... εννέα

Εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία της δεκατετράχρονης, σήμερα, Αμερικανίδας Hilde Kate Lysiak, η οποία εκδίδει την τοπική εφημερίδα Orange Street News και κατόρθωσε να γίνει το μικρότερο σε ηλικία μέλος της Εταιρίας Επαγγελματιών Δημοσιογράφων (Society of Professional Journalists), το Home Before Dark αφηγείται τον αγώνα μιας μαθήτριας του δημοτικού να πείσει τον οικογενειακό και ευρύτερο περίγυρό της για τη σοβαρότητα των δημοσιογραφικών της ερευνών, καθώς και για την αθωότητα ενός ισοβίτη (Michael Greyeyes) που καταδικάστηκε για την απαγωγή και το φόνο ενός παιδικού φίλου (Kiefer O'Reilly) του πατέρα της (Jim Sturgess), επίσης δαιμόνιου δημοσιογράφου ο οποίος έχει πέσει σε δυσμένεια εξαιτίας ιδεολογικών διαφορών με τους πρώην εργοδότες του. Η πρόωρη ωριμότητα της Hilde (Brooklynn Prince) - που για τις ανάγκες του έργου, το επίθετό της άλλαξε σε Lisko - και η ανένδοτη εμμονή της στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης τη μετατρέπουν σε αξιογέλαστο "θέαμα" για τους συμμαθητές και τους συμπολίτες της, προξενώντας συγχρόνως τη δυσφορία και τη ζήλια της μεγαλύτερης αδελφής της, Izzy (Kylie Rogers), που έχει μόλις μπει στην εφηβεία. Σε πείσμα όλων όσοι κάνουν τα πάντα για να την αποθαρρύνουν, βολεμένοι με την υποκριτική αποσιώπηση μιας αλήθειας που θα τους χαλούσε αμετάκλητα την ησυχία, η Hilde συνεχίζει ακάθεκτη το ψάξιμο - και φυσικά, όσο ψάχνει, τόσο βρίσκει... Η άψογη ερμηνεία της μικρούλας Prince (The Florida Project, Η Γκουβερνάντα) και οι δυο τρισχαριτωμένοι μπόμπιρες (Jibrail Nantambu & Deric McCabe) που την πλαισιώνουν ως... εξωτερικοί ανταποκριτές στην εφημερίδα της Hilde, είναι από τα πιο γερά "χαρτιά" της καλογυρισμένης αυτής ψευδοβιογραφίας δέκα επεισοδίων, που καταφέρνει να κρατήσει αμείωτη ως το τέλος την ένταση του μυστηρίου, της αγωνίας και της δράσης. Ωστόσο, αν και η ηρωίδα είναι παιδί, δεν πρόκειται για παιδική σειρά, γι' αυτό καλό είναι οι τυχόν μικροί θεατές να μην την παρακολουθήσουν χωρίς επίβλεψη. Αξιοσημείωτη η παρουσία του διακεκριμένου τραγουδοποιού και κιθαρίστα Jim Sturgess (ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ανεξάρτητη μουσική σκηνή σε ηλικία 15 ετών, ενώ έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινίες όπως οι φημισμένες Cloud Atlas και Βερολίνο, σ' Αγαπώ) και του μόλις δεκαοχτάχρονου βιρτουόζου πιανίστα Rio Mangini, που πέρα απ' τις υποκριτικές τους ικανότητες, έχουν επίσης την ευκαιρία να μας δώσουν "ζωντανά" δείγματα του μουσικού τους ταλέντου.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Vienna Blood (Season 1, 2019)

Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Reinhardt

Βασισμένη στα μυθιστορήματα του Άγγλου κλινικού ψυχολόγου Frank Tallis με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Oskar Reinhardt και τον ψυχίατρο Max Liebermann, η νέα αστυνομική σειρά εποχής του BBC Two διαδραματίζεται στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η νεοφανής επιστήμη της εγκληματολογίας αγωνίζεται να επικρατήσει και να εξελιχθεί σε πείσμα των κοντόφθαλμων, οπισθοδρομικών κατεστημένων ιδεών για το ρόλο και τις μεθόδους της αστυνομίας, όπως και της ιατρικής. Συγγενές στο πνεύμα και τη θεματολογία με μια άλλη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου, την περσινή αμερικανική The Alienist (την οποία παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση), το Βιεννέζικο Αίμα δανείζεται τον τίτλο του από το περίφημο βαλς του Johann Strauss, τοποθετώντας τη δράση του στο υποβλητικό περιβάλλον της πενέμορφης αυτής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με την πυρετώδη καλλιτεχνική κίνηση, τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και την αναπόφευκτη, υπόγεια είτε εμφανή εγκληματικότητα. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Steve Thompson (Sherlock, Doctor Who) αντιστρέφουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εμβληματική σχέση του διδύμου Holmes/Watson, αντικαθιστώντας τον πρώτο με έναν παραδοσιακό, "ψημένο" μεσήλικα αστυνομικό (Jurgen Maurer) και βάζοντας έναν παγερά όμορφο, ιδιοφυώς διορατικό και λίγο "φευγάτο" νεαρό επιστήμονα (Matthew Beard) στη θέση του δεύτερου. Παρά το χάσμα στην ηλικία, την κοινωνική θέση, το χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, ο Βιεννέζος μεσοαστός Reinhardt και ο αριστοκρατικός Βρετανός Liebermann καταφέρνουν να έρθουν κοντά, παραμερίζοντας τις διαφορές τους και ενώνοντας τις δυνάμεις τους για να λύσουν τα πιο περίπλοκα μυστήρια. Η... μέχρι παρεξηγήσεως στενή φιλία τους γίνεται, μάλιστα, αιτία (μεταξύ άλλων) να ματαιωθεί ο αρραβώνας του Liebermann με τη χαριτωμένη, μα κάπως ελαφρόμυαλη Clara (Luise von Finckh), ενώ η εμμονή του για την απόμακρη, αινιγματική βιολόγο Amelia Lydgate (Jessica De Gouw), την οποία θεράπευσε από το σοκ μιας τραυματικής εμπειρίας, τον ωθεί σε παράτολμες αποφάσεις. Τα τρία ενενηντάλεπτα επεισόδια της πρώτης σεζόν σκιαγραφούν αποτελεσματικά τις προσωπικότητες των δυο ηρώων, απογειώνοντας την απολαυστική τους χημεία καθώς, παράλληλα, μας ξεναγούν στις πιο απόκρυφες, σκοτεινές και επικίνδυνες πτυχές της ζωής πίσω απ' τη "βιτρίνα" της "αυτοκρατορικής πόλης". Χάρη στις καλές ερμηνείες, την υπέροχη φωτογραφία (Xiaosu Han & Andreas Thalhammer), την ατμοσφαιρική μουσική (Roman Kariolou) και το δεξιοτεχνικό μοντάζ (Peter Christelis), δικαιούμαστε να κάνουμε τα στραβά μάτια στους όποιους αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου και να συγχωρήσουμε τις ενίοτε "κοιλιές" της σκηνοθεσίας από το διακεκριμένο Ρουμάνο Robert Dornhelm (Σπάρτακος, Πόλεμος & Ειρήνη) και τον ολιγογράφο Τούρκο Umut Dag (CopStories, Tatort).

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (Parasites, 2019)

Μια απολαυστικά "μαύρη" ταξική αλληγορία

Το φετινό εγχείρημα του πρωτοπόρου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Bong Joon Ho (γνωστού από το φημισμένο Snowpiercer, την πικρή - εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα - αστυνομική σάτιρα Μνήμες Εγκλήματος και το ιδιότυπα ευφάνταστο, σκοτεινά παραμυθένιο Okja) είναι μια μαύρη κι άραχνη κωμωδία, της οποίας η υπόθεση εκτυλίσσεται σε δυο διαμετρικά αντίθετα περιβάλλοντα: το ελεεινό υπόγειο της άπορης, άνεργης οικογένειας Kim σε υποβαθμισμένη αστική γειτονιά και την πολυτελέστατη έπαυλη του επιχειρηματία Park (Sun-Kyun Lee), έργο, μάλιστα - και πρώην κατοικία - διάσημου αρχιτέκτονα. Όλα ξεκινούν από την απροσδόκητη επίσκεψη του φοιτητή Min (Seo-Joon Park), ο οποίος πρόκειται να λείψει στο εξωτερικό και αναθέτει στο φίλο του, γιο των Kim (Woo-Sik Choi) να τον αντικαταστήσει προσωρινά ως ιδιωτικός δάσκαλος αγγλικών της χαριτωμένης έφηβης κόρης του Park (Ji-So Jung), που έχει την τάση να ερωτεύεται τους νεαρούς καθηγητές της. Έτσι, η εξαθλιωμένη οικογένεια Kim αποκτά αίφνης πρόσβαση σ' έναν τρόπο ζωής που ούτε να ονειρευτεί δεν τολμούσε ως τότε και βάζει μπρος μια καταχθόνια μηχανή, ώστε να "κατσικωθεί" σύσσωμη στο προκλητικά φανταχτερό πλουσιόσπιτο. Δεν είναι όμως οι μόνοι που διεκδικούν με κάθε δυνατό (και αδύνατο) μέσο μια παρόμοια θέση... Με εντυπωσιακές, τολμηρά ποιητικές όσο και σκληρές εικόνες και ανελέητο σαρκασμό, ο Bong Joon Ho βγάζει απαράκαμπτα στην επιφάνεια τη θαμμένη - κυριολεκτικά και μεταφορικά - βρώμα και δυσωδία των καπιταλιστικών μεγαλουπόλεων, που φυτοζωεί κάτω απ' την επίφαση της ευνομίας και της ευωχίας των μακάρια ανίδεων (ή εθελοτυφλούντων) για την ύπαρξή της. Συγχρόνως, κλείνει πονηρά το μάτι στους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες της πατρίδας του, δίνοντάς τους σάρκα και οστά με μοχθηρά ρεαλιστική μαστοριά. Οι ερμηνείες είναι - όλες ανεξαιρέτως - ασυναγώνιστες, το σενάριο διαστροφικά ευφυές, ο σκηνοθετικός ρυθμός αεροστεγής και καθηλωτικός. Δίκαια τα Παράσιτα τιμήθηκαν με Χρυσό Φοίνικα και κέρδισαν πολλά άλλα βραβεία και υποψηφιότητες σε διεθνή φεστιβάλ. Ειδική μνεία στην υπέροχη, εμβυθιστική μουσική του νεότατου σε ηλικία συνθέτη και τραγουδιστή Jaeil Jung (Okja, Take Point).

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Μαύρη Πεταλούδα (Black Butterfly, 2017)

Μια "Παγίδα Θανάτου" στο "Διαμέρισμα Μηδέν"

Ο Paul Lopez (Antonio Banderas), ξεπεσμένος, αλκοολικός και απένταρος μεσήλικας συγγραφέας, ανήμπορος να διαχειριστεί την εγκατάλειψη από τη σύζυγό του, σε αγωνιώδη αναζήτηση έμπνευσης αλλά και αγοραστών για το σπίτι του, φλερτάρει κάπως αδέξια τη γοητευτική κτηματομεσίτρια Laura (Piper Perabo), που έχει αναλάβει την πώληση. Το αμήχανο πρώτο ραντεβού τους σε εξοχικό εστιατόριο διακόπτεται βίαια από την επίθεση ενός φορτηγατζή (Brian Goodman), με τον οποίο ο Paul είχε τσακωθεί στο δρόμο λίγο πριν. Η κατάσταση σώζεται χάρη στην αναπάντεχη παρέμβαση του Jack (Jonathan Rhys Meyers), ενός όμορφου και αινιγματικού νεαρού ταξιδιώτη που "καθαρίζει" αυτόκλητος για λογαριασμό του Paul, ξαποστέλνοντας κακήν κακώς τον οξύθυμο οδηγό. Προκειμένου να τον ευχαριστήσει, ο Paul του προσφέρει φιλοξενία στο σπίτι του, δίχως να θορυβείται ιδιαίτερα από τις εμφανείς εμμονές και ιδιορρυθμίες του Jack, ούτε από την αυθόρμητη παραδοχή του πως έχει κάνει φυλακή. Παράλληλα, οι ειδήσεις του ραδιοφώνου και οι τίτλοι των εφημερίδων μάς ενημερώνουν για τη δράση ενός κατά συρροήν δολοφόνου γυναικών, που παραμένει ασύλληπτος και του οποίου τα θύματα δεν βρέθηκαν ποτέ. Ενώ ο Paul βαλτώνει όλο και πιο απελπιστικά στο δημιουργικό του αδιέξοδο, ο Jack βάζει σκοπό να τον ξεκολλήσει, εκτελώντας οικειοθελώς χρέη... νοικοκυράς, αναγκάζοντας τον Paul να κόψει το ποτό και να στρωθεί στη δουλειά και δίνοντάς του ιδέες κυριολεκτικά βγαλμένες απ' τη ζωή - και όχι, φυσικά, με τον πλέον λογικό ή πολιτισμένο τρόπο...

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

The Alienist (2018)

Vintage εγκληματολογία και "πλατωνικό τρίγωνο"

"Alienists" ονομάζονταν πριν τα μισά του 20ού αιώνα οι ψυχίατροι και συγκεκριμένα, όσοι συνεργάζονταν με την αστυνομία για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών σε εγκληματίες. Ο όρος, δανεισμένος από τον προγενέστερο γαλλικό "alieniste", προέρχεται από τη λατινική λέξη "alienus" (ξένος), λόγω της τότε επικρατούσας πεποίθησης ότι η ψυχασθένεια αποξενώνει τον πάσχοντα από την ανθρώπινη φύση του. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1994) του Νεοϋορκέζου συγγραφέα και μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας Caleb Carr, η φετινή τηλεοπτική σειρά του καλωδιακού καναλιού TNT εξερευνά το εμβρυϊκό στάδιο της επιστήμης του forensic profiling (ανάλυσης χαρακτηριστικών) στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις απαιτούσαν όλο και πιο πιεστικά την επανεξέταση των αντιλήψεων για την εγκληματικότητα, τους αυτουργούς, καθώς και την αντιμετώπισή της. Συνδυάζοντας με επιτυχία ιστορικά και φανταστικά στοιχεία, τόσο το βιβλίο όσο και η (αρκετά πιστή) οπτικοποίησή του - σε παραγωγή και σενάριο, μάλιστα (μεταξύ άλλων), του γνωστού από την πρώτη σεζόν του πολυσυζητημένου True Detective, Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre) - αναπλάθουν με ευσυνειδησία και ζωντάνια την εποχή και τα ήθη της, χωρίς να φοβούνται την αληθοφανή περιγραφή των ακραίων δυσμενών συνθηκών της και περιορίζοντας τον (αναγκαστικό, πλέον, για τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας) πολιτικά ορθό αναθεωρητισμό στο ελάχιστο δυνατόν, ώστε να μη διακυβεύεται η πραγματολογική ακρίβεια. Κύρια πρόσωπα του δράματος, ο ιδιοφυής Γερμανός ψυχαναλυτής Laszlo Kreizler (Daniel Bruhl), του οποίου οι ριζοσπαστικές θεωρίες και μέθοδοι προσελκύουν το θαυμασμό και το φθόνο των συναδέλφων του αλλά και την έχθρα του κατεστημένου, ο ευαίσθητος και γοητευτικός εικονογράφος εφημερίδων - το αντίστοιχο ενός σημερινού φωτορεπόρτερ - John Moore (Luke Evans) και η πρώτη γυναίκα γραμματέας του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της Νέας Υόρκης, πεισματάρα και φιλόδοξη Sara Howard (Dakota Fanning), οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο με πεδίο δράσης έναν "ειδικό" οίκο ανοχής που απασχολεί νεαρούς άντρες και ανήλικα αγόρια. Στο πλευρό τους, οι δαιμόνιοι και προοδευτικοί ιατροδικαστές Marcus (Douglas Smith) & Lucius (Matthew Shear) Isaacson, όπως και ο νέος αστυνομικός διοικητής και μέλλων λαμπρός πολιτικός Theodore Roosevelt (Brian Geraghty), ενώ ο διεφθαρμένος πυρήνας της αστυνομίας και ο υπόκοσμος, που εξακολουθούν να ωφελούνται από την κοινωνική σήψη, εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον άξεστο, μέθυσο υπαστυνόμο Connor (David Wilmot), τον άπληστο και συμπλεγματικό τέως αστυνομικό υποδιευθυντή Thomas Byrnes (Ted Levine) και τους συνεταίρους γκάνγκστερ και μαστροπούς Paul Kelly (Antonio Magro) & Biff Ellison (Falk Hentschel). Όσο και αν αποφεύγεται επιμελώς η εύκολη λύση ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στους όμορφους και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, οι μεταξύ τους συναισθηματικές εντάσεις αποδίδονται με μαεστρία και πάθος, οδηγώντας σε κορυφώσεις και συγκρούσεις των οποίων τη σκόνη θα έτρωγε και η πιο τολμηρή αισθησιακή σκηνή. Αν η αρχή του πρώτου επεισοδίου φαίνεται κάπως αργή ή αμήχανη, μην αποθαρρυνθείτε - η συνέχεια θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Προσέξτε επίσης τα cameos έκπληξη βετεράνων ηθοποιών σε βοηθητικούς ρόλους.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Pacific Standard Time (2016)

Μακροβούτι στα ρηχά

Ας την πούμε ενδιαφέρουσα, ωραία γυρισμένη αστυνομική ταινιούλα (στις αίθουσες προβλήθηκε με τον κατά τη γνώμη μου αρκετά πιο αβανταδόρικο, πολανσκικό - όπως και το προφανώς επιδιωκόμενο κλίμα του φιλμ - εναλλακτικό τίτλο Blood on the Water), που δυστυχώς, παρά τις μάλλον μεγαλεπήβολες προθέσεις της, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη συμπαθή μετριότητα. Νεαρό ζεύγος επίδοξων γιάπηδων, ο Percy (Alex Russell) και η Veronica (Willa Holland), περνούν τις καλοκαιρινές διακοπές των ονείρων τους σε δανεική βίλα πλούσιων γνωστών τους, όταν δέχονται αιφνιδιαστικά επίσκεψη από τον παλιό τους φίλο και συμφοιτητή, εξαιρετικά ευφυή και ελκυστικό Freedgood (Miguel Gomez), ο οποίος έχει στο μεταξύ ανακατευτεί με τον υπόκοσμο και καταζητείται. Η φορτική επιμονή του Freedgood να μπλέξει και τον Percy στις παλιοδουλιές του όσο και να αναθερμάνει το δικό του ατυχές ειδύλλιο με τη Veronica προκαλεί επικίνδυνες εντάσεις ανάμεσα στους τρεις τους, ώσπου ο Percy και η Veronica αναγκάζονται να σκαρφιστούν μια αβυσσαλέα πλεκτάνη προκειμένου να τον ξεφορτωθούν... Τι κρίμα που η πολλά υποσχόμενη αυτή ιδέα δεν αναπτύχθηκε σεναριακά ούτε σκηνοθετήθηκε (από τους "ολιγογράφους" ντοκιμαντερίστες αδελφούς Ben & Orson Cummings) με το αρμόζον σθένος ώστε να πείσει για τη στερεότητά της, παρά αναλώνεται σε εξεζητημένα τεχνάσματα που μάταια πασχίζουν να αναπληρώσουν τα χαώδη κενά της πλοκής. Η "σοκαριστικά" ανατρεπτική (a la Συνήθεις Ύποπτοι) αποκάλυψη του φινάλε πιο πολύ μπουρδουκλώνει παρά ξεκαθαρίζει την υπόθεση, καθώς ο "δαιμόνιος" αστυνομικός (David S. Lee) που βρίσκει τη λύση της μέσα από ένα εφετζίδικα μονταρισμένο flash back έχει παίξει σ' όλη τη διάρκεια του έργου έναν από τους πιο ακατανόητους κινηματογραφικούς ρόλους που γράφτηκαν ποτέ. Για το αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα φταίει ίσως ακόμα το ότι η μόνη που δείχνει να έχει πάρει στα σοβαρά το θέμα είναι η Holland (Legion, Gossip Girl), ενώ οι άντρες ηθοποιοί μοιάζουν λες και συμμετέχουν με μισή καρδιά σε σχολική φάρσα. Καλά που η όμορφη φωτογραφία του Michael Alden Lloyd (Envisioning Home, Blood Is Blood) και το soundtrack των Newton Brothers (Ο Καθρέφτης της Κολάσεως, Chasing Life) ευπρεπίζουν κάπως το σύνολο.