Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Oracle (2017)

Ο χρησμός επτασφράγιστος

Ο τίτλος του παιχνιδιού ("μαντείο" στα Αγγλικά) προϊδεάζει πιθανώς για κάτι προς το μεταφυσικότερον, ενώ η λαμπερή χρωματική παλέτα των τοπίων δίνει εκ πρώτης όψεως ειδυλλιακή εντύπωση. Στην ουσία, ωστόσο, πρόκειται για μια "εσωτερική", προσωπική αναδρομή η οποία βαθμηδόν παίρνει τροπή κάθε άλλο παρά "ρομαντική" ή ευφρόσυνη. Ο πρωταγωνιστής, άλλωστε - και αφηγητής της ιστορίας - δεν κάνει και πολλά εκτός απ' το να περιφέρεται αδιάκοπα και ακούραστα στις κοιλάδες, στα βουνά και στις ακρογιαλιές ενός εγκαταλελειμμένου, απροσδιόριστου γεωγραφικά νησιού, εξερευνώντας ερειπωμένα μνημεία εξίσου ακαθόριστης εποχής και τεχνοτροπίας και αναπολώντας τα στάδια της σχέσης του με τη γυναίκα που του κατέστρεψε τη ζωή. Κάθε "σταθμός" φέρνει ολοένα και εντονότερα στην επιφάνεια τη συσσωρευμένη οργή και εκδικητικότητα του ήρωα, μετουσιώνοντας την ήρεμη και ευχάριστη αρχικά περιπλάνησή του σε πικρό, σκοτεινό ταξίδι με ξεκάθαρα δυσοίωνη κατάληξη. Βασισμένο στη μηχανή της Unity, το Oracle είναι κατά κύριο λόγο ένας "προσομοιωτής βαδίσματος" (walking simulator) σχεδόν χωρίς αλληλεπίδραση του παίκτη με το εικονικό περιβάλλον του παιχνιδιού. Αναρωτιέμαι αν η παράδοξη επιλογή του προγραμματιστή (Constantin Nicorescu) να επεκτείνει τις διαδρομές ως και κάτω απ' το νερό, δίχως μάλιστα την παραμικρή ανάγκη οξυγόνου (εδώ οφείλω να επισημάνω το ποιητικά σουρεαλιστικό εφέ της συγχώνευσης ξηράς και βυθού σε έναν εξαίσιο υβριδικό βιότοπο με ολάνθιστη υποβρύχια βλάστηση που πότε πότε ξεμυτίζει απ' την επιφάνεια της θάλασσας) και να μετατρέπει τις πτώσεις από γκρεμό σε... αναίμακτο τρέξιμο κατά μήκος των κάθετων βράχων, έγινε με σκοπό να παρακαμφθούν άλλοι τεχνικοί σκόπελοι, ή εξυπηρετεί το υπόβαθρο της κεντρικής ιδέας - πάνω σ' αυτό έχω μια θεωρία, αλλά δεν θα την αναλύσω προς αποφυγήν χαλάστρας (spoiler). Οι θέσεις των καλοφτιαγμένων, αρκούντως σκιαχτερών μνημείων είναι σχετικά εύκολες στον εντοπισμό και όχι ιδιαίτερα δυσπρόσιτες (εκτός από το υπέροχα σχεδιασμένο παλιό ορυχείο και ένα δυο ακόμα σημεία που μάταια εξάπτουν την περιέργεια, αφού δεν είναι καν προσβάσιμα). Αν και εξαιτίας των ασαφειών της πλοκής (σε σενάριο της Ioana Serban) και του κάπως απότομου φινάλε, το Oracle θυμίζει μάλλον demo παρά ολοκληρωμένο project, η εμπειρία στο σύνολό της είναι ευπρόσδεκτα εμβυθιστική, αναπληρώνοντας την έλλειψη δράσης με την υποβλητικότητα των γραφικών (Alex Dumitrache & Sami Al Nayef) και του soundtrack, τη ζωντάνια της ηχητικής επένδυσης και την ωραία εκφραστική φωνή του Brynjar Gunnarsson.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (24.8.17) και ΕΔΩ.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Hraunid - The Lava Field (2014)

Το ναρκοπέδιο της τηλεοπτικής κοινοτοπίας

Καλοπαιγμένη, συμπαθητικά κινηματογραφημένη σε γενικές γραμμές (από τον Vidir Sigurdsson) ισλανδική μίνι σειρά τεσσάρων επεισοδίων - άτυπη συνέχεια του ευφάνταστου, ατμοσφαιρικού και προσφιλούς στην κριτική Hamarinn (2010) - με ήρωα έναν ψυχικά τραυματισμένο αστυνομικό (Bjorn Hlynur Haraldsson) από το Ρέικιαβικ ο οποίος, στη διάρκεια των ερευνών του για μια υπόθεση δολοφονίας, εξαναγκάζεται σε σιωπή προκειμένου να σώσει την οικογένειά του από ντόπιους εγκληματίες που για άγνωστο λόγο, θεωρούνται εξ ορισμού υπεράνω του νόμου. Συγχρόνως, πρέπει να αντιμετωπίσει τους φρικτούς εφιάλτες από το παρελθόν του, που αίφνης βγαίνουν στην επιφάνεια... Παρά τις καλές επιμέρους ιδέες και την αποφυγή, ευτυχώς, της συνήθους προσθήκης άσχετων προσώπων και γεγονότων για "ξεκάρφωμα", ομολογώ ότι δεν πολυκατάλαβα ποιο ή τι υποτίθεται πως ήταν το βαρύγδουπο κεντρικό θέμα. Ούτε το πώς ακριβώς συνδέονταν μ' αυτό και μεταξύ τους οι δυο τρεις δευτερεύουσες πλοκές, που δεν μπόρεσαν τελικά να αποτινάξουν την κατάρα των χιλιοϊδωμένων κλισέ. Ο τρόπος με τον οποίο λύνονται τα διάφορα μυστήρια είναι μάλλον αμήχανος (έως παιδαριώδης), ενώ σημαντικά βήματα στην εξέλιξη της ιστορίας παραλείπονται ως ευκόλως εννοούμενα, δίχως την παραμικρή εξήγηση. Οι εναρκτήριες σκηνές του πρώτου επεισοδίου πρέπει να ενέπνευσαν τις αντίστοιχες του περσινού αγγλικού Fortitude (που και εκείνο εκτυλίσσεται στον Αρκτικό Κύκλο και στο οποίο επίσης εμφανίζεται ο Haraldsson), κάθε ομοιότητα όμως σταματά εκεί, τόσο ως προς τη θεματολογική πρωτοτυπία όσο και τη δραματουργική ανάπτυξη. Τα ισλανδικά τοπία με την ψυχρή αγριάδα της ομορφιάς τους, το σχεδόν κωμικά αταίριαστο από άποψη ταμπεραμέντων, μα όχι χωρίς χημεία ντουέτο του βασανισμένα ελκυστικού πρωταγωνιστή και της νόστιμης πλην τσαμπουκαλούς "νεοφώτιστης" βοηθού του με τις γνώσεις πολεμικών τεχνών (Heida Reed), καθώς και η απίθανη φάτσα του μηχανόβιου εξαρχής υπόπτου (Jon Pall Eyjolfsson) και πολλών άλλων απ' τους συμμετέχοντες, μια χαρά είναι για χάζι - δεν αρκούν ωστόσο για να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον ως το απογοητευτικά βεβιασμένο, πλήρως προβλέψιμο φινάλε. Και είναι κρίμα. Αν ο σεναριογράφος Sveinbjorn I. Baldvinsson (Forsvar, Hamarinn) και ο ήδη διακεκριμένος στη χώρα του νεαρός σκηνοθέτης Reynir Lyngdal (Hamarinn, Frost) είχαν αντιμετωπίσει το έργο τους με λιγότερη (ή έστω λιγότερο απροκάλυπτη) διεκπεραιωτική απάθεια και ελάχιστη απ' την ευρηματικότητα και τη δημιουργική τόλμη του Hamarinn, το αποτέλεσμα θα ήταν κυριολεκτικά άλλο πράγμα.