Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Οδύσσεια (The Odyssey, 2026)

Τα κουλουβάχατα της μυθολογίας, κοινωνικό πείραμα ή άλλος ένας κρυφός Δούρειος Ίππος;

Η μύησή μου στη φιλμογραφία του Christopher Nolan έγινε με σειρά μάλλον ανορθόδοξη. Πρώτοι μου "ξεναγοί" στο σαγηνευτικά ιδιότυπο σύμπαν του υπήρξαν τα ευφάνταστα μυστηριακά Memento (2000) και Inception (2010) και το αδικημένο cult διαμαντάκι Following (1998 - πρώτη του, αν δεν απατώμαι, κινηματογραφική απόπειρα), ενώ χάρη στη Βερίνα ανακάλυψα και αγάπησα το ευρηματικότατο Prestige. Δεν με ενθουσίασε, ωστόσο, το υπερφιλόδοξο Interstellar (2014), μα ούτε και το άνισο Tenet (2020), το οποίο σήμανε την κάμψη του ενδιαφέροντός μου για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη - με αποτέλεσμα να έχω απλώς ακουστά (αλλά στα υπόψιν) τα πολυ-οσκαρικά του Batman Begins (2005), Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή (2012) και το παραπροπέρσινο βιογραφικό Oppenheimer (2023).

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Για ένα Πουκάμισο Αδειανό

Όπου η οθόνη βανδαλίζει την κλασική λογοτεχνία & οι "εκσυγχρονιστές" πιάνονται ντροπιαστικά αδιάβαστοι

Καθώς ουδέποτε με ένοιαξε να ακολουθήσω "οπαδικά" τις εκάστοτε ιδεολογίες/ιδεοληψίες του συρμού ώστε να μη χαρακτηριστώ εχθρός της προόδου και διάφορα άλλα γλαφυρά, με όλο το θάρρος της γνώμης μου διαφωνώ και απογοητεύομαι με τον χειρίστως εννοούμενο "εκσυγχρονισμό" θρυλικών, κοσμαγάπητων ηρώων από την παγκόσμια κλασική λογοτεχνία, που τείνουν να παρουσιάζονται στη μικρή ή στη μεγάλη οθόνη ολοένα και πιο "μεταλλαγμένοι", σε βαθμό ώστε να γίνονται αγνώριστοι και ο αρχικός τους λόγος ύπαρξης να χάνει σχεδόν κάθε νόημα.

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

The Musketeer (2001)

Απ' το κακό στο χειρότερο - και μη χειρότερα

Η κλασική, πασίγνωστη και κοσμαγάπητη μυθιστορηματική τριλογία - Οι Τρεις Σωματοφύλακες (1844), Μετά Είκοσι Έτη (1845) και Ο Υποκόμης της Βραζελόνης (1847) - του Alexandre Dumas (πατρός) με ήρωα τον ατίθασο νεαρό Γασκόνο Charles d'Artagnan (στηριγμένο σε πραγματικό πρόσωπο), ο οποίος φεύγει απ' το χωριό του με τη φιλοδοξία να καταταγεί στη βασιλική φρουρά των Βερσαλιών, έχει άπειρες φορές μεταφερθεί στην οθόνη, σε επίσης πάμπολλες χώρες, γλώσσες και μορφές (ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μιούζικαλ, κινούμενα σχέδια, βιντεοπαιχνίδια). Παρά τις αναμενόμενες διακυμάνσεις στο βαθμό πιστότητας προς το πηγαίο υλικό, οι περισσότερες ως τώρα διασκευές διατηρούν ακέραιο το συστατικό που δίνει στα βιβλία αυτά την εμβληματική τους, λαοφιλή ταυτότητα: τον συγκινητικά άρρηκτο δεσμό αδελφικής φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ονειροπόλο πιτσιρικά D'Artagnan και τους τρεις "μπαρουτοκαπνισμένους" επίλεκτους σωματοφύλακες με τα συνθηματικά ψευδώνυμα Athos, Porthos και Aramis - οι οποίοι, ενώ αρχικά τον υποτιμούν και τον ειρωνεύονται, καταλήγουν να τον πάρουν υπό την προστασία τους και να τον βοηθήσουν να τελειοποιήσει τις ικανότητές του, ενώ παράλληλα ενηλικιώνεται μέσω μιας καίριας και πολυδιάστατης γκάμας εμπειριών. Το ότι η υπόθεση των βιβλίων πλέκει ιστορικά και μυθοπλαστικά στοιχεία με τρόπο αριστοτεχνικό, συμβάλλει τα μέγιστα στη διαχρονικά άφθαρτη γοητεία τους. Έλα, όμως, που όλο και κάποιος θα βρεθεί να μετατρέψει το χρυσάφι σε κάρβουνο. Και γι' άλλη μια φορά, απορώ και εξίσταμαι: Για ποιο λόγο γυρίζονται ορισμένες ταινίες; Με ποιον απώτερο σκοπό σπαταλιούνται ένα σωρό χρήματα για την παραγωγή τους, τόσες ώρες και μόχθος απ' τη ζωή των συντελεστών τους, σ' ένα εγχείρημα που είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε, δεν θα έκανε καμιά απολύτως διαφορά; Διότι το συγκεκριμένο "φιλμ" όχι μόνο δεν έχει ούτε στοιχειωδώς σχέση με τα μυθιστορήματα στα οποία δηλώνει με θράσος ότι "βασίζεται", όχι μόνο έχει καταντήσει τον κεντρικό ήρωα νευρόσπαστη καρικατούρα παντελώς άσχετη με τον πρωτότυπο χαρακτήρα, αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝ ΠΛΟΚH. Το "σενάριο" (Gene Quintano) είναι κυριολεκτικά ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ. Μια παντελώς ασυνάρτητη συρραφή από σκηνές δράσης με άχρηστα και κομπογιαννίτικα, στην πλειονότητά τους, ειδικά εφέ, ατέρμονη παρέλαση προσώπων που είναι αδύνατον να καταλάβεις τι δουλειά έχουν εκεί μέσα και γιατί, "διαλόγους" μπροστά στους οποίους τα έργα του Ionesco φαντάζουν σαν δείγματα γνήσιου νεορεαλισμού, εμμονή στα σκοτεινιασμένα πλάνα και την "ψαγμένη" χρήση χρωματικών και παραμορφωτικών φίλτρων που δεν προσθέτουν το παραμικρό στην (και καλά) "ατμόσφαιρα", και για κράχτες δυο τρία βαρύγδουπα ονόματα (Catherine Deneuve, Stephen Rea, Tim Roth) χωρίς, ουσιαστικά, ρόλο, τα οποία απλώς περιφέρονται πετώντας ακατανόητες ατάκες και κάνοντας ακόμα πιο ακατανόητα πράγματα. Και τελευταίος και φαρμακερός, ο πρωταγωνιστής Justin Chambers (πρώην μοντέλο και γνωστός από το μακροβιότατο σίριαλ Grey's Anatomy) ενσαρκώνει μια ασυγχώρητα βέβηλη κατά λάθος παρωδία του D'Artagnan σε διασταύρωση με μια εξίσου ιερόσυλη γελοιογραφία υπερήρωα της Marvel, επιδιδόμενος σε νταηλίκια αντάξια των πιο κωλοπετσωμένων ρεμαλιών και επιδεικνύοντας τους κοιλιακούς, τις ακροβατικές ικανότητες και τις πρόσθετες τρέσες του, με τους υπόλοιπους τρεις σωματοφύλακες (Jan-Gregor Kremp, Steve Speirs & Nick Moran) να εμφανίζονται αραιά και πού ως υποτυπωδώς ομιλούντες κομπάρσοι-χαλκομανίες και υποτίθεται κωμικές νότες, με μανιέρα οριακά παλιάτσου. Το κερασάκι, δε, στην τούρτα είναι ο άκρως παραπλανητικός τίτλος με τον οποίο κυκλοφόρησε το παρόν ανοσιούργημα στη χώρα μας (και άλλες ταλαίπωρες): D'Artagnan, λέει. Μπας και το πιστέψει κιόλας.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Holding (2022)

Μικρό χωριό, μεγάλα μυστικά

Σ' ένα ειδυλλιακό ιρλανδικό χωριό όπου (εκ πρώτης όψεως) τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει, απ' τα θεμέλια μιας οικοδομής ξεθάβονται τυχαία δυο ανθρώπινοι σκελετοί - ενός ενήλικα και ενός μωρού. Το οικόπεδο που χτίζεται ήταν κάποτε ιδιοκτησία μιας ξεκληρισμένης πια οικογένειας, της οποίας ο γιος (Felix Brown) είχε πριν χρόνια παρατήσει την αρραβωνιαστικιά του (Siobhán McSweeney) σύξυλη στην εκκλησία την ημέρα του γάμου τους, και από τότε τα ίχνη του χάθηκαν. Στο μεταξύ εκείνη παντρεύτηκε άλλον (Gary Shelford), με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, ενώ φροντίζει τη δύστροπη αλκοολική μητέρα της (Olwen Fouéré) και έχει και η ίδια πρόβλημα με το ποτό. Καθώς αποδεικνύεται ότι ο σκελετός του ενήλικα ανήκει σε θύμα εγκληματικής ενέργειας και συγκεκριμένα στον "λιποτάκτη" γαμπρό, οι υποψίες στρέφονται τόσο εναντίον της εγκαταλελειμμένης νύφης όσο και της παλιάς της αντιζήλου για την καρδιά του δολοφονημένου, μιας εύθραυστης και ιδιόρρυθμης κοπέλας (Charlene McKenna) που μικρή ακόμα, είχε γίνει μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα της. Αμάθητος σε τέτοιας εμβέλειας υποθέσεις, ο ντόπιος συμπαθέστατος χωροφύλακας (Conleth Hill) που κατατρύχεται από τους δικούς του δαίμονες, αναγκάζεται - εξαιρετικά απρόθυμα - να συνεργαστεί μ' έναν λιγάκι ξιπασμένο νεαρό αστυνομικό από το Δουβλίνο (Clinton Liberty), του οποίου η υπερβολική τυπολατρία και αυτοπεποίθηση δεν βοηθούν στην εξομάλυνση των σχέσεών του με τον καχύποπτα εχθρικό περίγυρο. Παράλληλα, τα πρωτοφανή γεγονότα δημιουργούν εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στους κατοίκους του χωριού, βγάζοντας στην επιφάνεια ένα ολόκληρο πλέγμα επικίνδυνων μυστικών και απωθημένων... Βασισμένη στο ομότιτλο πρώτο (2016) μυθιστόρημα μυστηρίου του πολυβραβευμένου τηλεοπτικού παρουσιαστή και οικοδεσπότη ψυχαγωγικών εκπομπών Graham Norton, η σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων (σε σκηνοθεσία της Kathy Burke) κατορθώνει να αποδώσει αρκετά πειστικά το κλίμα και το πνεύμα του βιβλίου, εναποθέτοντας το μεγαλύτερο βάρος στις πράγματι εκπληκτικές, γεμάτες φυσικότητα ερμηνείες και εξισορροπώντας το τραγικό στοιχείο με χιούμορ που πηγάζει αβίαστα από τις καταστάσεις και τις αλληλεπιδράσεις των προσώπων. Ο τίτλος, Holding, σημαίνει "οικόπεδο" αλλά και "ομηρία" και αυτό ακριβώς καταδεικνύει: ο κάθε χαρακτήρας είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων μυστικών, παθών, προσωπικών δραμάτων και κληρονομημένων προκαταλήψεων, όπως επίσης και του περιβάλλοντός του, της ασφυκτικής επαρχιώτικης νοοτροπίας που προτιμά να "θάβει" παρά να αντιμετωπίζει στα ίσια ό,τι δεν τη βολεύει ή δεν τη συμφέρει. Αν και όχι ριζοσπαστικά πρωτότυπη, η σειρά βλέπεται με ενδιαφέρον και χάρη στη μικρή της διάρκεια, δεν προλαβαίνει να κουράσει πλατειάζοντας. Κυκλοφορεί σε DVD από την Amazon.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders, 2022)

Λέει η κίσσα: "Ποτέ πια!"

Μαθαίνοντας ότι πάσχει από ανίατη θανατηφόρα ασθένεια, ο διάσημος συγγραφέας Alan Conway (Conleth Hill) αυτοκτονεί αφήνοντας μισό το τελευταίο του βιβλίο, με το οποίο θα έκλεινε η κοσμαγάπητη - πλην μισητή στον ίδιο - σειρά αστυνομικών του μυθιστορημάτων εποχής με ήρωα τον ιδιωτικό ερευνητή Atticus Pünd, Γερμανό αντιφρονούντα που επέζησε από κατοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και κατέφυγε σε μια φανταστική επαρχιακή κωμόπολη της Αγγλίας. Απελπισμένος, ο εκδότης του (Michael Maloney) αναθέτει στην επιμελήτρια εκδόσεων Susan Ryeland (Lesley Manville) να ανακαλύψει μήπως υπάρχει πουθενά, έστω και σε μορφή σημειώσεων, το κομμάτι που λείπει απ' το χειρόγραφο. Κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση, καθώς η έρευνα της Susan συναντά διαρκώς εμπόδια - με πρώτο και χειρότερο την αντιπάθεια που έτρεφε για το συγγραφέα όχι μόνο ο επαγγελματικός, μα και ο κοινωνικός όσο και ο οικογενειακός του περίγυρος: στρυφνός, απότομος και μισάνθρωπος, ο Conway είχε επιπλέον τη συνήθεια να μετατρέπει άτομα του κύκλου του σε μυθιστορηματικά πρόσωπα, απροκάλυπτα και με τρόπο όχι ιδιαίτερα κολακευτικό. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα συζούσε μ' έναν νεαρό ζιγκολό (Matthew Beard), στον οποίο είχε γράψει σχεδόν όλη του την περιουσία αποκληρώνοντας την αδελφή του (Pippa Haywood), την πρώην σύζυγο (Nathalie Armin) και τον έφηβο μοναχογιό του (Nathan Clarke). Ωστόσο, ενώ ψάχνει για στοιχεία εντρυφώντας στις υποθέσεις των προηγούμενων βιβλίων του Conway, η Susan αρχίζει να υποπτεύεται πως στην πραγματικότητα, ο θάνατός του δεν ήταν αυτοκτονία και ότι ο πιθανός αυτουργός προέρχεται από το άμεσο περιβάλλον του θύματος. Η ιδέα τής γίνεται εμμονή, ώσπου ύστερα από ένα βολικό για το δράστη "ατύχημα" της παρουσιάζεται ο Atticus Pünd (Tim McMullan) αυτοπροσώπως, για να την οδηγήσει κυριολεκτικά μέσα στο μυθιστορηματικό σύμπαν του συγγραφέα και στο δαιμόνιο πολυδαίδαλο παζλ όπου κρύβεται η λύση του μυστηρίου. Εξίσου δαιμόνιος είναι, βέβαια, και ο χειρισμός της πλοκής από τον Βρετανό Anthony Horowitz (καμιά συγγένεια με τον συνεπώνυμο Αμερικανό συνάδελφό του), συγγραφέα του μυθιστορήματος Οι Φόνοι της Κίσσας (Magpie Murders) - πρώτου στη σειρά με ηρωίδα τη Susan Ryeland - και σεναριογράφο της ομότιτλης τηλεοπτικής μεταφοράς του σε έξι σαρανταπεντάλεπτα επεισόδια από τον Peter Cattaneo (Άντρες με τα Όλα τους, Γυναικεία Υπόθεση): στην ουσία, έχουμε μια σειρά βιβλίων μέσα σε μια άλλη σειρά βιβλίων, που το πρώτο της μιας αφορά (ειρωνικά) το τελευταίο της δεύτερης. Όπως στο μυθιστόρημα, έτσι και στην τηλεοπτική σειρά βρίθουν οι παρωδιακές χρήσεις των κλισέ, οι σαρδόνιες ανατροπές και τα ευφυή κλεισίματα του ματιού προς εμβληματικά, κλασικά (αστυνομικά και μη) βιβλία και ταινίες, ξεκινώντας από τον πολύσημα κρυπτικό τίτλο και με αποκορύφωμα τον "σατανικό" γρίφο του φινάλε που αποδομεί - καταδιασκεδάζοντάς το αμεταμέλητα - κάθε είδους στερεότυπη "μυθολογία" περί συγγραφικής έμπνευσης και δημιουργικής διαδικασίας γενικότερα. Πέρα απ' την ευρηματικότητα της μυθοπλαστικής βάσης, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα επίσης οφείλεται τόσο στην ερμηνευτική άνεση και δεινότητα των ηθοποιών όσο και στις έντονες, αξιομνημόνευτες φυσιογνωμίες τους. Στον δευτερεύοντα αλλά χαρακτηριστικό ρόλο του Έλληνα συντρόφου της Susan, ο πολύ καλός Αλέξανδρος Λογοθέτης.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

Στα Ίχνη του Μυστηρίου (Clue, 1985)

Μια all-star "ζωντανή" παρτίδα επιτραπέζιου παιχνιδιού

Όπως εμφανώς προϊδεάζει ο τίτλος, καθώς και η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία όσο και στις αφίσες της, το Clue (για τη χώρα μας - πιο περιφραστικά - Στα Ίχνη του Μυστηρίου) του Jonathan Lynn (Το Ξαδελφάκι μου ο Vinny, Ο Μαφιόζος της Διπλανής Πόρτας) δανείζεται την κεντρική ιδέα και την όλη του διεκπεραίωση από το διάσημο επιτραπέζιο παιχνίδι Cluedo: έναν αστυνομικό γρίφο που ζητά απ' τους παίκτες να εντοπίσουν το δράστη μιας δολοφονίας και να τον συνδέσουν με το όπλο και τον τόπο του εγκλήματος, ανάμεσα από έξι (δηλαδή δεκαοχτώ στο σύνολό τους) αντίστοιχες επιλογές. Η αυστηρά καθορισμένη διαδρομή και οι σχηματικά τυποποιημένοι χαρακτήρες του παιχνιδιού αποτελούν αφενός έτοιμο υλικό "θεατρικής" υφής και δομής και αφετέρου ενδιαφέρουσα πρόκληση για έναν σεναριογράφο (τον ίδιο τον Lynn, σε συνεργασία με τον John Landis). Έξι άγνωστα μεταξύ τους άτομα προσκαλούνται σε δείπνο από έναν μυστηριώδη οικοδεσπότη, ο οποίος δεν τους αποκαλύπτει την ταυτότητα ούτε τους σκοπούς του και απαιτεί να κρατήσουν και οι ίδιοι κρυφά τα στοιχεία τους. Η ήδη αμήχανη και δυσοίωνη βραδιά δεν αργεί να πάρει αιματηρή τροπή, ενώ οι ενοχλητικές/επικίνδυνες για τα (ως τότε) "ευυπόληπτα" πρόσωπα αποκαλύψεις, τα παράδοξα γεγονότα και... τα πτώματα συσσωρεύονται. Κεφάτη και έξυπνη παρωδία των "παραδοσιακών" αστυνομικών ταινιών και των λεγόμενων μυστηρίων κλειστού χώρου, με φλεγματικό χιούμορ που παίζει ασύστολα και ταχυδακτυλουργικά με τα κλισέ του είδους, θυμίζοντας (όπως και το παρόμοιο, αρκετά μεταγενέστερό της Έγκλημα στο Gosford Park του Robert Altman) τα θεατρικά έργα του Oscar Wilde, σε συνδυασμό με τη φαρσική παράνοια μιας άλλης κλασικής αστυνομικής παρωδίας, της Πρόσκλησης σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο (1976). Πέρα απ' τις υπέροχες, σπιρτόζες ερμηνείες όλου ανεξαιρέτως του cast, ο άψογα "κουρδισμένος" ρυθμός του φιλμ οφείλεται πρωτίστως στον Βρετανό ηθοποιό, τραγουδιστή και χορευτή Tim Curry (The Rocky Horror Picture Show, Δυο Γυναίκες, Τρεις Βαλίτσες & Εγώ), ο οποίος δίνει ρέστα ως ο αινιγματικός μπάτλερ που κινεί υπογείως τα νήματα της πλοκής. Η ταινία προσφέρει άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές, απανωτές σκηνές ανθολογίας και τρία διαφορετικά φινάλε, υπο/αποδεικνύοντας ότι με απόλυτα λογικούς συσχετισμούς μπορεί κανείς να φτάσει σε εντελώς αντιφατικά, αλλά και εξίσου θεμιτά συμπεράσματα.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000)

Περί λογοτεχνικών βραβείων & λοιπών (σύγχρονων & διαχρονικών) δαιμονίων

Στην ιδιότυπη κινηματογραφική βιογραφία Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000) του Julien Temple, ο Άγγλος ποιητής Samuel Taylor Coleridge (Linus Roache) μετατρέπεται, άθελά του, στον μεγαλύτερο λογοτεχνικό "αντίζηλο" του γείτονα και πολύ στενού του φίλου William Wordsworth (John Hannah), όταν και οι δυο βρίσκονται υποψήφιοι - μαζί με τον κοινό τους φίλο Robert Southey (Samuel West) - για το Βασιλικό Βραβείο Ποίησης, στη θέση του Sir Walter Scott που το αποποιήθηκε λόγω της αναξιοκρατίας στους πνευματικούς κύκλους της εποχής.

Αποφασισμένος να κερδίσει που να χαλάσει ο κόσμος, ξεχνώντας και φιλίες και όλα, ο Wordsworth βάζει λυτούς και δεμένους ώστε να ακυρωθεί η υποψηφιότητα του Coleridge (τον Southey προφανώς δεν τον λογάριαζε για αξιόλογο ανταγωνιστή) - ο οποίος, ως αγνός και "φευγάτος" οραματιστής αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην τέχνη του, δεν θα μπορούσε να αδιαφορεί περισσότερο για το βραβείο, ούτε υποψιάζεται καν τη δολιότητα του άλλου.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Κτήνος (Beast, 2017)

Στην από κει πλευρά του καθρέφτη

Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Michael Pearce (Madrugada, Rite), το Κτήνος αντλεί τη βασική έμπνευση και τη θεματολογία του από πραγματικά γεγονότα, και συγκεκριμένα τη δράση του βιαστή και δολοφόνου Edward Paisnel, επονομαζόμενου "The Beast of Jersey" (Κτήνος του Τζέρσεϊ) μεταξύ τέλους της δεκαετίας του '50 και αρχών του '70. Αρχικά, για τα εγκλήματα του Paisnel είχε κατηγορηθεί ο νορμανδικής καταγωγής αγρότης και ψαράς Alphonse Le Gastelois, του οποίου η ζωή καταστράφηκε εξαιτίας του κοινωνικού στιγματισμού του (ήταν ήσυχος, μοναχικός άνθρωπος που αγαπούσε τις βραδινές πεζοπορίες, πράγμα το οποίο τον ενοχοποίησε άδικα - βρέθηκε σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή), παρά την οριστική του αθώωση το 1975.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Πίσω από τα Μάτια της (Behind Her Eyes, 2017)

Εδώ παπάς, εκεί παπάς... κι αλλού τα ράσα του

Υπάρχουν βιβλία "σοβαρά", ταγμένα στο να υπηρετήσουν με συνέπεια ένα λογοτεχνικό είδος ή το προσωπικό όραμα του συγγραφέα τους, χαρίζοντάς μας μια στέρεη, ελκυστική, περιεκτική πλοκή ή μια ιδιαίτερη/απροσδόκητη αναγνωστική εμπειρία. Υπάρχουν κι άλλα που γράφονται με εσκεμμένη και ασυγκάλυπτη σατιρική διάθεση. Υπάρχουν, ακόμα, βιβλία που παρωδούν "υπόγεια" τον εαυτό τους και το είδος τους, με μια επίφαση σοβαρότητας που αφήνει, ωστόσο, ξεκάθαρες χιουμοριστικές αιχμές. Και τέλος, εκείνα που ακούσια προξενούν το γέλιο, αν και υποτίθεται ότι ανήκουν στην κατηγορία των "σοβαρών".

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

The Drowning (2021)

Το χαμένο παιδί & η χαμένη πλοκή

Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ο κύριος λόγος για τον οποίο κάθισα και παρακολούθησα τη μίνι αυτή σειρά τεσσάρων σαρανταπεντάλεπτων επεισοδίων του βρετανικού Channel 5, ήταν η περιέργειά μου βλέποντας ανάμεσα στους συντελεστές το πολύ χαρακτηριστικό επίθετο του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου πρωταγωνιστή της. Λοιπόν, ο μόλις δεκαεξάχρονος Cody Molko τυχαίνει όντως να είναι γιος του θρυλικού εναλλακτικού ροκά Brian Molko (Velvet Goldmine), αρχηγού της μπάντας Placebo - η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μουσικής "ιδεολογίας" της δεκαετίας του '90 - και της φωτογράφου Helena Berg. Η υπόθεση της σειράς φαινόταν επίσης ενδιαφέρουσα: η Jodie Walsh (Jill Halfpenny), μια κάπως "φευγάτη" γεωπόνος και χαροκαμένη μάνα, που δέκα χρόνια πριν έχασε το μικρούλη, τότε, μοναχογιό της Tom (Aaron Kane) από πνιγμό στη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής, έχει μια μέρα την εντύπωση ότι τον βλέπει, μαθητή γυμνασίου πια, σ' ένα σχολικό λεωφορείο. Απο κείνη την ώρα η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω, καθώς πασχίζει με κάθε λογικό και παράλογο (με έμφαση στο "παράλογο") τρόπο να τον πλησιάσει, να κερδίσει τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του και να τον σώσει από τον "απαγωγέα" (Rupert Penry-Jones) που εκείνη θεωρεί ότι παριστάνει τον πατέρα του. Το σενάριο "κλέβει" εν πολλοίς την ιδέα από μια παλιότερη (2007) τηλεοπτική παραγωγή, βασισμένη, μάλιστα, σε πραγματικά γεγονότα. Από υπερβάλλοντα, προφανώς, ζήλο να απομακρυνθούν απ' την πηγή έμπνευσής τους, οι τρεις σεναριογράφοι της σειράς σκαρφίζονται και συρράπτουν τη μια σουρεαλιστική απιθανότητα πάνω στην άλλη, στέλνοντας στον αγύριστο τους στοιχειωδέστερους κανόνες λογικής και πλάθοντας μια ηρωίδα τόσο σπασμωδικά ασυνάρτητη και παρορμητική που αντί να συμπάσχεις μαζί της, σου 'ρχεται να τη δέσεις και να την κλειδώσεις κάπου - μπας και πάψει επιτέλους να διαπράττει ασύλληπτες κατά συρροήν παλαβομάρες KAI παρανομίες, βάζοντας σε δυνητικά θανάσιμο κίνδυνο φίλους και συνεργάτες της και ιδίως τραβολογώντας έναν σχεδόν σπαραξικάρδια άβγαλτο κι απονήρευτο πιτσιρικά σε καταγώγια αδίστακτων μαφιόζων, πρεζάκηδων και προαγωγών που τον κοιτάνε σαν ξερολούκουμο (πράγμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνει να θορυβεί κανέναν απολύτως από το περιβάλλον της αλλά ούτε και του μικρού), προκειμένου να του εξασφαλίσει πλαστά χαρτιά ώστε να διαφύγουν μαζί στο εξωτερικό. Η λύση, δε, του δράματος κορυφώνει με τον πιο απίστευτ(α προβλέψιμ)ο τρόπο την εξωφρενικότητα του όλου εγχειρήματος, το οποίο μετά βίας σώζεται από τη φιλοτιμία των ηθοποιών, τη χαριτωμένη φατσούλα του ερμηνευτικά αμήχανου, κατά τα άλλα, Molko Jr. και την αντισυμβατική γοητεία του Ιρλανδού Dara Devaney (ο οποίος, δυστυχώς, ίσα που "κάθεται στο δόντι" σ' έναν ρόλο στα όρια της καρικατούρας) ως - δικαιολογημένα (και αυτό δεν αποτελεί καν spoiler, αφού η υποτιθέμενη τελική ανατροπή δεν είναι παρά ό,τι πιο αναμενόμενο) - δύσπιστου πρώην συζύγου της Jodie. Η μοναδική χρησιμότητα σεναρίων σαν το συγκεκριμένο είναι ότι δίνουν ένα ακόμα "λαμπρό" παράδειγμα για το πώς να ΜΗ γράφουμε.

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Ασφαλείς (Safe, 2018)

Κεκλεισμένων των (αυλο)θυρών

Συνεχίζοντας την άγρα μίνι (κατά προτίμηση) σειρών για ολονύκτιους μαραθώνιους ελέω καραντίνας, έπεσα πάνω σ' ένα ακόμα τηλεοπτικό thriller οχτώ επεισοδίων βασισμένο σε ιδέα του Harlan Coben (και σε παραγωγή του ίδιου, πάλι με κυρίως σεναριογράφο τον Daniel Brocklehurst). Ο λόγος για το προπέρσινο Safe, με πρωταγωνιστή τον Michael C. Hall (γνωστό και αγαπητό από το μακάβριο πλην μακρόβιο Six Feet Under και τον εμβληματικό Dexter) ως χαροκαμένο χειρουργό που σαν να μην του έφταναν τα υπόλοιπα βάσανά του, πρώτα η μεγάλη (Amy James-Kelly) και μετά η μικρή (Isabelle Allen) του κόρη εξαφανίζονται, ενώ ο παιδιόθεν κολλητός του (Marc Warren), ο οποίος, μάλιστα, τρέφει παραπάνω από φιλικά συναισθήματα γι' αυτόν, αρχίζει να συμπεριφέρεται μάλλον ύποπτα. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με την άφιξη μιας λιγόλογης νεόκοπης αστυνομικού (Hannah Arterton) που δεν φροντίζει ιδιαίτερα να γίνει αρεστή στους καινούργιους συναδέλφους της, ενώ στην αγωνιώδη του προσπάθεια να βρει τις κόρες του, ο ήρωας κάνει, ως είθισται, μαντάρα την επίσημη έρευνα, εκμεταλλευόμενος στυγνά την αφοσίωση του ερωτοχτυπημένου κολλητού και ανακαλύπτοντας έναν λαβύρινθο από σκιαχτερά αινίγματα που θα του γυρίσουν τον κόσμο ανάποδα. Ο τίτλος της σειράς αναφέρεται στην περιφραγμένη κοινότητα που έχουν σχηματίσει ορισμένες οικογένειες, με σκοπό να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την τάξη στην καθημερινότητά τους. Ως γνωστόν, όμως - και όπως δυσοίωνα αποφαίνεται ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος γείτονας (Ben Onwukwe) - κλειδώνεις, αμπαρώνεις κι ο "κλέφτης" (ή ο "μπαμπούλας") είναι μέσα... Δεν ξέρω τι έχει κάνει εδώ στη φάτσα του ο Hall και σχεδόν δεν γνωρίζεται - υποπτεύομαι Botox, το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν χρειαζόταν. Εκτός του ότι είναι ακόμα νέος άνθρωπος, ήταν πολύ γοητευτικός με τις χαρακτηριστικές γραμμές έκφρασης και τις έντονες γωνίες του προσώπου του. Οι ηθοποιοί που αλλάζουν τόσο δραστικά τη φυσιογνωμία τους δίχως να το απαιτεί κάποιος ρόλος, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξενίζουν τους θεατές και να μονοπωλούν την προσοχή με λάθος τρόπο. Τέλος πάντων. Οι αρκετά προγενέστεροι Πέντε (2016) που παρουσίασα στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση με είχαν προϊδεάσει θετικά για το Safe, το οποίο δεν θα έλεγα, βέβαια, πως με απογοήτευσε ακριβώς, αλλά στο σύνολο είναι σαν κάτι να του φταίει, κάτι να του λείπει. Παρ' ότι δίνονται (σχετικά) πειστικές λύσεις και εξηγήσεις για όλα, το φινάλε αφήνει πίσω του μια διάχυτη αίσθηση εκκρεμότητας, η οποία ίσως είναι και ηθελημένη. Οι ερμηνείες κυμαίνονται από το απλώς αξιοπρεπές ως το ελαφρώς άνω του μετρίου, με έναν ευσυνείδητα διεκπεραιωτικό Hall να εντυπωσιάζει λιγότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς (μπορεί εξαιτίας του Botox, που του έχει "παγώσει" το πρόσωπο σ' ένα μόνιμο ύφος θιγμένης απορίας). Υπέροχα, πάντως, τα τραγούδια των τίτλων στην αρχή και το τέλος κάθε επεισοδίου (Glitter & Gold και Fire αντίστοιχα), από το άλμπουμ The Attractions of Youth του νεαρού Βρετανού τραγουδοποιού Barns Courtney, πρώην μέλους της βραχύβιας ανεξάρτητης μπάντας Dive Bella Dive.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Πέντε (The Five, 2016)

The one that got away

Η κεντρική ιδέα των Πέντε προοριζόταν αρχικά για υλικό βιβλίου του διακεκριμένου Αμερικανού συγγραφέα Harlan Coben, αλλά εξαιτίας των πολλών προσώπων και των περίπλοκων παράλληλων και τεμνόμενων πλοκών, δεν βρήκε τελικά το δρόμο της με μυθιστορηματική μορφή. Ευτύχησε όμως να μετατραπεί σε σενάριο τηλεοπτικής μίνι σειράς, από τον ίδιο το συγγραφέα και ένα εκλεκτό επιτελείο σεναριογράφων, με επικεφαλής τον πολυβραβευμένο Daniel Brocklehurst (Shameless, Ασφαλείς). Μια άλλοτε αχώριστη παρέα εφήβων έχει πια μεγαλώσει και σχεδόν αποξενωθεί, στοιχειωμένη απ' το τραύμα της εξαφάνισης του μικρότερου αδελφού (Alfie Bloor) ενός από τα μέλη της (Tom Cullen). Ο φερόμενος ως δράστης (Rade Serbedzija), σεσημασμένος δολοφόνος αγοριών - ένας σύγχρονος Gilles de Rais - βρίσκεται ισόβια στη φυλακή, έχοντας ομολογήσει με υπερβολική προθυμία και περιγράψει με κάθε φρικτή λεπτομέρεια το φόνο του παιδιού. Ώσπου είκοσι χρόνια αργότερα, το DNA του χαμένου Jesse εντοπίζεται σε δωμάτιο ξενοδοχείου όπου βρέθηκε νεκρή μια συνοδός πολυτελείας. Γεγονός το οποίο αναμοχλεύει καταχωνιασμένες αναμνήσεις και επικίνδυνα μυστικά, επανασυνδέοντας με τρόπο άκρως επώδυνο και επισφαλή τους υπόλοιπους τέσσερις φίλους, ο καθένας απ' τους οποίους έχει δικούς του ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρελθόν... Αντί για μια ενιαία σεζόν δέκα επεισοδίων, η αστυνομική σειρά μυστηρίου που σκηνοθέτησε ο ειδικευμένος στο είδος Mark Tonderai (Το Σπίτι στο Τέλος του Δρόμου, Παράνοια) θα μπορούσε να χωρίζεται σε δύο των πέντε, με τα ίδια πρόσωπα να πρωταγωνιστούν σε δυο ξεχωριστές, αμυδρά αλληλένδετες ιστορίες. Γύρω στα μισά χάνει ελαφρώς η μάνα το παιδί (στην κυριολεξία), αλλά προς το τέλος η αφήγηση ξαναβρίσκει το ρυθμό της και μας αποζημιώνει με μια εκπληκτικά αναπάντεχη, απίθανη όσο και παραδόξως αληθοφανή ανατροπή. Το εικαστικό/αισθητικό μέρος - η υπέροχη φωτογραφία (Tico Poulakakis) και το ιδιαίτερα φωτογενές cast, με τον προαναφερθέντα Tom Cullen (Downton Abbey, Knightfall) και τους O-T Fagbenle (Material Girl, The Interceptor), Hannah Arterton (Atlantis, Βερσαλλίες), Martin McCreadie (The Alienist, The Angel of Darkness), Tom Brittney (Outlander, Grantchester) και Sophia La Porta (Into the Mirror, On the Edge) να λάμπουν με την ομορφιά τους στην οθόνη - αποτελεί επιπλέον δέλεαρ για να παρακολουθήσει κανείς τους Πέντε σε μια καθισιά. Διατίθεται σε κασετίνα τριών DVD από την Amazon.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020

Ισχυρή Έλξη (Little Ashes, 2008)

Μικρές στάχτες, μεγάλες φωτιές

"Μικρές στάχτες" (κατά λέξη μετάφραση του αγγλικού τίτλου της ταινίας, Little Ashes) είναι η απόδοση της ισπανικής ονομασίας - Cenicitas - ενός από τους πρώτους (1928) πίνακες όπου ο ζωγράφος Salvador Dali άρχιζε να πειραματίζεται με τον υπερρεαλισμό σε συνδυασμό με τον κυβισμό και τις αναγεννησιακές τεχνικές, ανακαλύπτοντας - και αποκαλύπτοντας - την εμβρυϊκή φάση του χαρακτηριστικού του ύφους. Ο πίνακας αυτός (που ο Dali τον είχε αρχικά ονομάσει Η Γέννηση της Αφροδίτης, ενώ αργότερα τον παρουσίασε σε συλλογική έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο Οι Άκαρπες Απόπειρες) έγινε η αφορμή να γνωριστεί ο ζωγράφος με άλλες δυο εμβληματικές μορφές της Ισπανίας, το μελλοντικά διάσημο σκηνοθέτη Luis Bunuel (Η Ωραία της Ημέρας, Το Φάντασμα της Ελευθερίας) και τον ήδη γνωστό και αγαπητό στους πνευματικούς κύκλους της Γρανάδα, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Federico Garcia Lorca.

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Vienna Blood (Season 1, 2019)

Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Reinhardt

Βασισμένη στα μυθιστορήματα του Άγγλου κλινικού ψυχολόγου Frank Tallis με πρωταγωνιστές τον επιθεωρητή Oskar Reinhardt και τον ψυχίατρο Max Liebermann, η νέα αστυνομική σειρά εποχής του BBC Two διαδραματίζεται στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, όπου η νεοφανής επιστήμη της εγκληματολογίας αγωνίζεται να επικρατήσει και να εξελιχθεί σε πείσμα των κοντόφθαλμων, οπισθοδρομικών κατεστημένων ιδεών για το ρόλο και τις μεθόδους της αστυνομίας, όπως και της ιατρικής. Συγγενές στο πνεύμα και τη θεματολογία με μια άλλη τηλεοπτική μεταφορά λογοτεχνικού έργου, την περσινή αμερικανική The Alienist (την οποία παρουσιάσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση), το Βιεννέζικο Αίμα δανείζεται τον τίτλο του από το περίφημο βαλς του Johann Strauss, τοποθετώντας τη δράση του στο υποβλητικό περιβάλλον της πενέμορφης αυτής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, με την πυρετώδη καλλιτεχνική κίνηση, τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και την αναπόφευκτη, υπόγεια είτε εμφανή εγκληματικότητα. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Steve Thompson (Sherlock, Doctor Who) αντιστρέφουν με ενδιαφέροντα τρόπο την εμβληματική σχέση του διδύμου Holmes/Watson, αντικαθιστώντας τον πρώτο με έναν παραδοσιακό, "ψημένο" μεσήλικα αστυνομικό (Jurgen Maurer) και βάζοντας έναν παγερά όμορφο, ιδιοφυώς διορατικό και λίγο "φευγάτο" νεαρό επιστήμονα (Matthew Beard) στη θέση του δεύτερου. Παρά το χάσμα στην ηλικία, την κοινωνική θέση, το χαρακτήρα και τις αντιλήψεις τους, ο Βιεννέζος μεσοαστός Reinhardt και ο αριστοκρατικός Βρετανός Liebermann καταφέρνουν να έρθουν κοντά, παραμερίζοντας τις διαφορές τους και ενώνοντας τις δυνάμεις τους για να λύσουν τα πιο περίπλοκα μυστήρια. Η... μέχρι παρεξηγήσεως στενή φιλία τους γίνεται, μάλιστα, αιτία (μεταξύ άλλων) να ματαιωθεί ο αρραβώνας του Liebermann με τη χαριτωμένη, μα κάπως ελαφρόμυαλη Clara (Luise von Finckh), ενώ η εμμονή του για την απόμακρη, αινιγματική βιολόγο Amelia Lydgate (Jessica De Gouw), την οποία θεράπευσε από το σοκ μιας τραυματικής εμπειρίας, τον ωθεί σε παράτολμες αποφάσεις. Τα τρία ενενηντάλεπτα επεισόδια της πρώτης σεζόν σκιαγραφούν αποτελεσματικά τις προσωπικότητες των δυο ηρώων, απογειώνοντας την απολαυστική τους χημεία καθώς, παράλληλα, μας ξεναγούν στις πιο απόκρυφες, σκοτεινές και επικίνδυνες πτυχές της ζωής πίσω απ' τη "βιτρίνα" της "αυτοκρατορικής πόλης". Χάρη στις καλές ερμηνείες, την υπέροχη φωτογραφία (Xiaosu Han & Andreas Thalhammer), την ατμοσφαιρική μουσική (Roman Kariolou) και το δεξιοτεχνικό μοντάζ (Peter Christelis), δικαιούμαστε να κάνουμε τα στραβά μάτια στους όποιους αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες του σεναρίου και να συγχωρήσουμε τις ενίοτε "κοιλιές" της σκηνοθεσίας από το διακεκριμένο Ρουμάνο Robert Dornhelm (Σπάρτακος, Πόλεμος & Ειρήνη) και τον ολιγογράφο Τούρκο Umut Dag (CopStories, Tatort).

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

The Room Two (2016)

Πανδαισία γρίφων "δωματίου"

Ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του ευπώλητου, βραβευμένου προκατόχου του, The Room (Το Δωμάτιο, 2012) - ενός πανέμορφου εικαστικά παιχνιδιού που απαρτιζόταν αποκλειστικά από αλληλένδετους και μη γρίφους - το Room Two της μικρής ανεξάρτητης βρετανικής εταιρίας Fireproof Studios συνεχίζει την ίδια "παράδοση", τη φορά αυτή με μια υποτυπώδη πλοκή να ξεδιπλώνεται παράλληλα με τα επίπεδα δυσκολίας. Έχουμε και πάλι στη διάθεσή μας τον περίφημο φακό υπεριωδών ακτίνων που μας επιτρέπει να διακρίνουμε στοιχεία αόρατα στο γυμνό μάτι, τώρα όμως με ένα δυο επιπλέον βοηθητικά εξαρτήματα. Η λογική των γρίφων είναι σε γενικές γραμμές οικεία σε όσους έχουν ασχοληθεί με το πρώτο παιχνίδι της σειράς, αν και εδώ μπορούμε να κινηθούμε ελεύθερα μέσα στον κάθε χώρο και να τον εξερευνήσουμε σχολαστικά, αντί να μένουμε καθηλωμένοι σε ένα μόνο σημείο του - ως και βάρκα μας δίνεται η ευκαιρία να οδηγήσουμε! - πράγμα που για τους μανιώδεις των γρίφων, περιπλέκει ευπρόσδεκτα την κατάσταση. Η κυριότερη, ωστόσο, διαφορά έγκειται στην ευφάνταστα παράδοξη και τραγική συγχρόνως ιστορία που αποκαλύπτεται στην πορεία και της οποίας μια εμβρυϊκή ακόμα ιδέα είχαμε πάρει στο προηγούμενο παιχνίδι. Το μόνο ουσιαστικό πρόβλημα που εντόπισα ήταν ότι ενώ σε ορισμένους γρίφους η μέθοδος λύσης είναι προφανής, η "κάμερα" πρέπει να τοποθετηθεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να ενεργοποιηθούν οι εντολές του κέρσορα. Τόσο συγκεκριμένο, μάλιστα, ώστε δημιουργείται (εσφαλμένα) η εντύπωση ότι έχει "κολλήσει" η οθόνη και μπορεί κανείς να απογοητευτεί και να τα παρατήσει. Κατά τα άλλα, το Room Two δεν παύει να είναι μια θαυμάσια, απολαυστική οπτικά και ακουστικά πνευματική άσκηση που προτείνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του είδους και όχι μόνο. Με χαρά και αγωνία αναμένουμε την έκδοση για υπολογιστές του τρίτου (που έχει ήδη κυκλοφορήσει για κονσόλες και κινητά) και του τέταρτου (με τον "γαργαλιστικό" υπότιτλο Old Sins) "επεισοδίου", η οποία πιθανολογείται για τα τέλη του 2018.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (28.11.17) και ΕΔΩ.

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Morphopolis (2014)

Το θαυμαστό ταξίδι μιας προνύμφης

Θεσπέσιο εικαστικά point & click παιχνιδάκι εμπνευσμένο, σύμφωνα με τους κατασκευαστές του, από το "ιδιότροπα" εμβληματικό Machinarium και το συγγενές οπτικά The Tiny Bang Story (που με τη σειρά τους χρωστούν την υφολογική τους ιδιαιτερότητα στο ήδη δεκαοκταετές Sanitarium), ενώ ο τίτλος, Morphopolis (Πόλη των Μορφών), παραπέμπει στην ταινία Metropolis του Fritz Lang. Καρπός μιας τυχαίας συνάντησης που κατέληξε σε σταθερή δημιουργική συνεργασία, το πρώτο από κοινού project του προγραμματιστή Dan Walters και του αρχιτέκτονα και βραβευμένου εικονογράφου Ceri Williams έχει ως κεντρικό χαρακτήρα μια μικρή... κάμπια που πρέπει να διανύσει όλα τα στάδια της μεταμόρφωσής της σε τέλειο έντομο, βοηθώντας παράλληλα τα υπόλοιπα πλάσματα, ζωάκια και φυτά, του περιβάλλοντός της να βρουν τροφή και να ολοκληρώσουν τη δική τους ανάπτυξη. Θέμα αναπάντεχα πρωτότυπο - αν και, για ορισμένους, ίσως όχι και τόσο συναρπαστικό εκ πρώτης όψεως. Αλλά όπως πάντα στις περιπτώσεις όπου κάτι φαντάζει υπερβολικά απλό για να είναι μονάχα αυτό που δείχνει, έτσι κι εδώ αξίζει τον κόπο να παρακάμψουμε τις επιφανειακές εντυπώσεις και να "σκάψουμε" λιγάκι πιο βαθιά.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Apple Tree Yard (2017)

Η αποκτήνωση του φόβου

Αρκετά καλοφτιαγμένο υβρίδιο ψυχολογικού thriller και δικαστικού δράματος σε παραγωγή του BBC, βασισμένο στο ομότιτλο πολυσέλιδο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας (καταγωγής Ρομά) δημοσιογράφου Louise Doughty. Τα τέσσερα ωριαία επεισόδια της μίνι σειράς (σε σενάριο της συγγραφέα μαζί με την Amanda Coe και σκηνοθεσία της Jessica Hobbs) κυλούν με μάλλον άστατο ρυθμό, πότε στριμώχνοντας πεντακόσια πράγματα μέσα σε λίγα λεπτά δράσης και πότε δοκιμάζοντας την αντίσταση του θεατή στα θέλγητρα του... Μορφέα με μακρόσυρτα πλάνα άδειων διαδρόμων και βουβών βλεμμάτων χαμένων στο κενό. Έχει ωστόσο το ενδιαφέρον της και δεν σε αφήνει να την παρατήσεις στη μέση, εν μέρει επίσης χάρη στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Emily Watson (Κόκκινος Δράκος, Πορτοκάλια στον Ήλιο), Ben Chaplin (Dorian Gray, Mad Dogs) και Mark Bonnar (Jeckyl & Hyde, Shetland). Διακεκριμένη μεσήλιξ πανεπιστημιακός ονόματι Yvonne Carmichael (Watson) με καλοπροαίρετο, πλην επιρρεπή στα εκτός γάμου "ξινά" σύζυγο (Bonnar) συνάπτει ευκαιριακή σχέση με ωραίο αινιγματικό άγνωστο (Chaplin), η οποία όμως παίρνει συνταρακτική τροπή όταν η Yvonne πέφτει θύμα βιασμού και συστηματικής παρενόχλησης από λιγούρη κρυπτοψυχάκια συνάδελφό της (Steven Elder) και ο μυστικοπαθής εραστής της, που ως τα μισά του τρίτου επεισοδίου εκείνη και εμείς τον ξέρουμε μονάχα ως "X", αναλαμβάνει να "καθαρίσει"... Το ότι οι κακοποιημένες γυναίκες συχνά τυχαίνει να αντιμετωπίζονται απάνθρωπα από την κοινωνία και (ειρωνικά) τη δικαιοσύνη δεν παύει βέβαια να είναι μια θλιβερά επαίσχυντη αλήθεια, όπως και το ότι οι δικηγόροι καταφεύγουν στα πιο ποταπά μέσα προκειμένου να κερδίσουν μια υπόθεση. Από κει και πέρα όμως, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε όντως να γίνει δεκτή στο δικαστήριο μια αφελέστατη έως εξωφρενική σειρά ισχυρισμών υπέρ ή εναντίον ενός προσώπου. Φτάνεις μάλιστα στο σημείο να αγανακτείς όχι τόσο με την αδικία εις βάρος της ηρωίδας, όσο με τις ασύστολες μπαρούφες που αμολάνε αβέρτα οι εκπρόσωποι της κάθε πλευράς - και να απορείς πώς οι έρμοι οι ένορκοι δεν κατέληξαν ομαδικά στο τρελάδικο. Το εσκεμμένα (φαντάζομαι) "ανοιχτό" φινάλε δείχνει κάπως αδύναμο αμέσως μετά τις γεμάτες ένταση σκηνές της δίκης, επισφραγίζοντας με τη διφορούμενη ανατροπή (;) του τη γενική αίσθηση "ξενερώματος". Ίσως ένα επεισόδιο λιγότερο θα βοηθούσε την πλοκή να βρει εξαρχής τις ισορροπίες και το δρόμο της, δίχως να παραπαίει αδιάκοπα μεταξύ αμήχανου σασπένς και μιας ελαφρώς εξυπνακίστικης αυτοϋπονομευτικής διάθεσης. Ο ρόλος του Ben Chaplin, το "κλειδί" όλης της ιστορίας, τελικά αποδεικνύεται ο πιο προχειρογραμμένος και αδύναμος (αν όχι αθέλητα κωμικός), σχεδόν χαραμίζοντας τον πολύ καλό ηθοποιό αντί να προβάλλει και να αξιοποιεί το φανερά "ψαγμένο" παίξιμο και τη σκοτεινά αντισυμβατική γοητεία του.

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

The Durrells (Season 1, 2016)

Ο κοινωνικός βιότοπος ενός γεννημένου επιστήμονα

Φρέσκια, χαριτωμένη στο σύνολό της, αν και όχι αυστηρά πιστή τηλεοπτική μεταφορά της λεγόμενης Τριλογίας της Κέρκυρας, δηλαδή των τριών αυτοβιογραφικών μυθιστορημάτων (Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, Birds, Beasts & Relatives και The Garden of the Gods) του Άγγλου φυσιολάτρη και φυσιοδίφη Gerald Durrell (μικρότερου αδελφού του φιλέλληνα συγγραφέα Lawrence Durrell) που αφηγούνται την πενταετή παραμονή της πολυμελούς οικογένειάς του στη μεσοπολεμική Κέρκυρα. Μιας οικογένειας που παρά τις συχνά εξωφρενικές εκκεντρικότητες των μελών της - του παθιασμένου με τα ζώα δεκάχρονου Gerry (Milo Parker), της ανασφαλούς και υποχόνδριας έφηβης Margo (Daisy Waterstone), του μανιώδους κυνηγού Leslie (Callum Woodhouse) και του επίδοξου, τότε, συγγραφέα και σαρκαστή των πάντων Larry (Josh O'Connor) - κατόρθωσε να παραμείνει αγαπημένη και ενωμένη χάρη στην ιώβεια υπομονή, το προοδευτικό πνεύμα και τη διπλωματία της ακόμα νέας και ωραίας χήρας κ. Durrell (Keeley Hawes). Απαστράπτουσα φωτογραφία (James Aspinall & Julian Court), γλυκιά μουσική (Ruth Barrett) και αβίαστα κεφάτες ερμηνείες, με ιδιαίτερα όμορφη έκπληξη την παρουσία, σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, των "δικών" μας Αλέξη Γεωργούλη (κοσμογυρισμένος ταξιτζής Σπύρος Χαλικιόπουλος) και Γιώργου Καραμίχου (Δρ. Θεόδωρος Στεφανίδης, φίλος και μέντορας του μικρού Gerry) - οι οποίοι συμπορεύονται άψογα με το αγγλικό cast, μην έχοντας να του ζηλέψουν το παραμικρό. Οι επίσης εξαιρετικοί καρατερίστες Anna Savva (Lugaretzia), James Cosmo (καπετάνιος Creech), Ulric von der Esch (Sven) και η παλαίμαχη ντίβα Leslie Caron (κοντέσα Μαυρουδάκη), μητέρα ενός από τους παραγωγούς (Christopher Hall), υπογραμμίζουν το γραφικό όσο και κοσμοπολίτικο χρώμα του ελληνικού νησιού, όπως και του ίδιου του σίριαλ. Γνώστης ήδη του θέματος, καθότι υπεύθυνος και για το σενάριο της εξίσου ευχάριστης, βασισμένης στο ομότιτλο βιβλίο ταινίας του 2005 Η Οικογένειά μου & Άλλα Ζώα, ο σεναριογράφος Simon Nye (Hardware, Doctor Who) ελίσσεται δεξιοτεχνικά μέσα κι έξω απ' το πρωτότυπο κείμενο, επανορθώνοντας για τις όποιες του "απιστίες" με την άνεση της εμπειρίας και την ειλικρίνεια της αγάπης του προς το κλασικό αυτό έργο. Ένα καλόδεχτα δροσερό διάλειμμα από την καθημερινή μαυρίλα, ό,τι πρέπει για μια νοερή, αναζωογονητική καλοκαιρινή "απόδραση".

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

The Suicide Theory (2014)

Απέθαντοι αυτόχειρες & ιδανικοί δολοφόνοι

"Είστε πολύ τυχερός που ζείτε". Φράση την οποία έχει βαρεθεί να ακούει ο Percival Wells (Leon Cain) ύστερα από κάθε του προσπάθεια να εγκαταλείψει το μάταιο τούτο κόσμο, καθώς ξυπνά μπανταρισμένος και διασωληνωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Μαρτύριο δίχως τέλος για τον έναν από τους δυο (αντι)ήρωες της Θεωρίας Αυτοκτονίας και ίσως η ενδόμυχη ελπίδα του ή φαντασίωση - η μη επίγνωση και αποδοχή, στο βάθος, του τελεσίδικου της επικείμενης πράξης του (ως και ο δικός μας εμβληματικός Ιδανικός Αυτόχειρ, σε σημείο της "αποχαιρετιστήριας" επιστολής του που προφανώς έχει περάσει ως τώρα απαρατήρητο - ή τουλάχιστον ασχολίαστο - από τους μελετητές, αναφέρει πως θα 'θελε να περιγράψει κάποτε την εμπειρία της πρώτης του αποτυχημένης απόπειρας). Ο άλλος, ο Steven Ray (ο εργατικότατος Ελληνοαυστραλός Steve Mouzakis), που με εντολή του ίδιου του Wells αναλαμβάνει να τον απαλλάξει απ' την ανένδοτη ζωή του, έκπληκτος συνειδητοποιεί πως ακόμα και τρεις σφαίρες εξ επαφής στον κρόταφο είναι εντελώς ανίσχυρες μπροστά στο μακάβρια ειρωνικό πείσμα της μοίρας. Ασχημούλης ζωγράφος ανίκανος να πειράξει μυρμήγκι ο πρώτος, σκοτεινά ελκυστικός πληρωμένος φονιάς χωρίς συνείδηση ο δεύτερος: και οι δυο έχουν στερηθεί αγαπημένα πρόσωπα με τρόπο βίαιο όσο και άδικο και κατατρύχονται από το χαίνον τραύμα της απώλειας. Αν και εύκολα υποψιάζεται κανείς τον κοινό παρονομαστή των δραμάτων τους, χάρη στο φιλοσοφικό υπόβαθρο της πλοκής το κατά βάση χιτσκοκικό τέχνασμα αποκτά διάσταση γνήσια τραγική, με την αριστοτελική έννοια του όρου. "Αθώοι" και απροκατάληπτοι ο ένας απέναντι στον άλλον ως τη στιγμή της αποτρόπαιης αλήθειας, ο Wells και ο Ray καταδικάζονται να αλληλοεξοντωθούν πάνω που ξαναρχίζουν να νιώθουν κάτι παραπέρα απ' το πένθος, να βρίσκουν νόημα στην ύπαρξή τους μέσα από μια αναπάντεχη συμπάθεια, αν όχι φιλία - ακούσιοι θύτες των πεπρωμένων τους είτε έρμαια μιας αδέκαστης νέμεσης, απ' την οποία δεν τους μέλλεται να λυτρωθούν εάν δεν εκπληρώσουν τις επιταγές της κατά γράμμα. Το εντυπωσιακά φροντισμένο "παρθενικό" σενάριο του Michael J. Kospiah υπηρετείται μαστορικά από τη σφύζουσα, αεροστεγή σκηνοθεσία του Dru Brown (Side Effects, Sleeper) και τα εξπρεσιονιστικά πλάνα του Dan Macarthur (Η Μεγαλύτερη Πλημμύρα της Αυστραλίας, Θύμα Απάτης), που με τα απύθμενα μπλε και τα "εξωγήινα" φωσφορικά τους μοβ θολώνουν τα όρια εφιάλτη και πραγματικότητας, ενώ το πρωταγωνιστικό δίδυμο "τα σπάει" με την ιδιοσυγκρασιακή και φυσιογνωμική του αντίθεση, το συγκλονιστικά αβίαστο παίξιμο και την ευχάριστα αλλόκοτη χημεία του. Το soundtrack του νεαρού πρωτοεμφανιζόμενου Rolf Meyer και του Σουηδού παραγωγού και συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής Johan Bengtsson (γνωστότερου ως Mitch Murder) είναι ακριβώς όσο πρέπει "λακωνικό" και νευρώδες.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Tatau (2015)

You showed so much promise, Jason.

Ύστερα από ένα τροχαίο ατύχημα (για το οποίο εν μέρει ευθυνόταν ο ίδιος) που κόστισε τη ζωή του αγέννητου μωρού του και οδήγησε στο χωρισμό με τη μνηστή του, ο νεαρός Άγγλος πωλητής Kyle Connor (Joe Layton) αποφασίζει να ξεδώσει κάνοντας το γύρο του κόσμου παρέα με τον πιστό και καλόκαρδο, αλλά μονίμως μπλεγμένο σε παλιοδουλειές κολλητό του φίλο Budgie (Theo Barklem-Biggs). Μια στάση τους στα παραδεισένια νησιά Κουκ του Νότιου Ειρηνικού, ωστόσο, τους επιφυλάσσει άσχημες εκπλήξεις, με καταλύτη το αυτοσχέδιο, φαινομενικά αθώο τατουάζ (το "Tatau" του τίτλου - "τατουάζ" στα Μαορί) που ο Kyle είχε χτυπήσει στο μπράτσο του πριν το ταξίδι. Η απόπειρά τους να μπουν στο ντόπιο πνεύμα δοκιμάζοντας το παραισθησιογόνο ποτό avatavi τους βάζει σε ακόμα μεγαλύτερους μπελάδες, καθώς ο Kyle χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας και αρχίζουν τον κατατρύχουν φρικτά οράματα απ' τα οποία δεν μπορεί να απαλλαγεί. Ωραίες ιδέες και πολλά υποσχόμενες, που όμως σύντομα έδειξαν να υποφέρουν από το δίλημμα του σεναριογράφου (Richard Zajdlic) για το αν θα ακολουθούσε τη ρεαλιστική ή τη μεταφυσική οδό - και η τελική του απόφαση δεν υπήρξε η σοφότερη: η διαρκώς παραπαίουσα πλοκή και οι αλλεπάλληλες σουρεαλιστικές (ανα)τροπές της κακοφάνηκαν στους κριτικούς και δεν άργησαν να αποθαρρύνουν το κοινό, με αποτέλεσμα το Tatau να κοπεί μάλλον άδοξα από το BBC 3 στα οχτώ επεισόδια (και μόλις στα μισά από το BBC America). Ούτε καν το "ζωντανό" ιστολόγιο των δυο ηρώων δεν κατάφερε να σώσει την κατάσταση. Κάθε ομοιότητα με την υπόθεση και τη γενική ατμόσφαιρα του προπέρσινου βιντεοπαιχνιδιού Far Cry 3 (μια από τις φωνητικές ηθοποιούς του οποίου, η Cian Elyse White, πρωταγωνιστεί στο Tatau ως... κλώνος - και μάλιστα σχεδόν συνονόματος - της Lara Croft) είναι ίσως συμπτωματική, πάντως οι πρώτες κιόλας σκηνές της σειράς δημιουργούν έντονα την εντύπωση μαγνητοσκοπημένου gameplay. Και αυτό δεν είναι μειονέκτημα - ίσα ίσα, μακάρι να είχε αξιοποιηθεί περισσότερο. Αν και όχι από τα έργα που αν δεν τα δει κανείς θα χάσει, παραμένει άξιο μιας ευκαιρίας, έστω και μόνο για το ανενδοίαστο οφθαλμόλουτρο των εκθαμβωτικών τοπίων, των υποβλητικών φαντασιακών σεκάνς και ενός cast που αποστομώνει όσους θέλουν την ομορφιά προνόμιο μιας ορισμένης φυλής, ηλικίας, φύλου ή σωματότυπου. Και οπωσδήποτε για τον περίφημο Μαορί καρατερίστα Temuera Morrison, γνωστό στους ένθερμους σινεφίλ από το εμβληματικό νεοζηλανδικό δίπτυχο Ήταν Κάποτε Πολεμιστές και What Becomes of the Broken Hearted? (ο οποίος εδώ μοιάζει λίγο να... καταπιέζεται σε δευτερεύοντα ρόλο χαμηλών τόνων).