Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

The Musketeer (2001)

Απ' το κακό στο χειρότερο - και μη χειρότερα

Η κλασική, πασίγνωστη και κοσμαγάπητη μυθιστορηματική τριλογία - Οι Τρεις Σωματοφύλακες (1844), Μετά Είκοσι Έτη (1845) και Ο Υποκόμης της Βραζελόνης (1847) - του Alexandre Dumas (πατρός) με ήρωα τον ατίθασο νεαρό Γασκόνο Charles d'Artagnan (στηριγμένο σε πραγματικό πρόσωπο), ο οποίος φεύγει απ' το χωριό του με τη φιλοδοξία να καταταγεί στη βασιλική φρουρά των Βερσαλιών, έχει άπειρες φορές μεταφερθεί στην οθόνη, σε επίσης πάμπολλες χώρες, γλώσσες και μορφές (ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, μιούζικαλ, κινούμενα σχέδια, βιντεοπαιχνίδια). Παρά τις αναμενόμενες διακυμάνσεις στο βαθμό πιστότητας προς το πηγαίο υλικό, οι περισσότερες ως τώρα διασκευές διατηρούν ακέραιο το συστατικό που δίνει στα βιβλία αυτά την εμβληματική τους, λαοφιλή ταυτότητα: τον συγκινητικά άρρηκτο δεσμό αδελφικής φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ονειροπόλο πιτσιρικά D'Artagnan και τους τρεις "μπαρουτοκαπνισμένους" επίλεκτους σωματοφύλακες με τα συνθηματικά ψευδώνυμα Athos, Porthos και Aramis - οι οποίοι, ενώ αρχικά τον υποτιμούν και τον ειρωνεύονται, καταλήγουν να τον πάρουν υπό την προστασία τους και να τον βοηθήσουν να τελειοποιήσει τις ικανότητές του, ενώ παράλληλα ενηλικιώνεται μέσω μιας καίριας και πολυδιάστατης γκάμας εμπειριών. Το ότι η υπόθεση των βιβλίων πλέκει ιστορικά και μυθοπλαστικά στοιχεία με τρόπο αριστοτεχνικό, συμβάλλει τα μέγιστα στη διαχρονικά άφθαρτη γοητεία τους. Έλα, όμως, που όλο και κάποιος θα βρεθεί να μετατρέψει το χρυσάφι σε κάρβουνο. Και γι' άλλη μια φορά, απορώ και εξίσταμαι: Για ποιο λόγο γυρίζονται ορισμένες ταινίες; Με ποιον απώτερο σκοπό σπαταλιούνται ένα σωρό χρήματα για την παραγωγή τους, τόσες ώρες και μόχθος απ' τη ζωή των συντελεστών τους, σ' ένα εγχείρημα που είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε, δεν θα έκανε καμιά απολύτως διαφορά; Διότι το συγκεκριμένο "φιλμ" όχι μόνο δεν έχει ούτε στοιχειωδώς σχέση με τα μυθιστορήματα στα οποία δηλώνει με θράσος ότι "βασίζεται", όχι μόνο έχει καταντήσει τον κεντρικό ήρωα νευρόσπαστη καρικατούρα παντελώς άσχετη με τον πρωτότυπο χαρακτήρα, αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝ ΠΛΟΚH. Το "σενάριο" (Gene Quintano) είναι κυριολεκτικά ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ. Μια παντελώς ασυνάρτητη συρραφή από σκηνές δράσης με άχρηστα και κομπογιαννίτικα, στην πλειονότητά τους, ειδικά εφέ, ατέρμονη παρέλαση προσώπων που είναι αδύνατον να καταλάβεις τι δουλειά έχουν εκεί μέσα και γιατί, "διαλόγους" μπροστά στους οποίους τα έργα του Ionesco φαντάζουν σαν δείγματα γνήσιου νεορεαλισμού, εμμονή στα σκοτεινιασμένα πλάνα και την "ψαγμένη" χρήση χρωματικών και παραμορφωτικών φίλτρων που δεν προσθέτουν το παραμικρό στην (και καλά) "ατμόσφαιρα", και για κράχτες δυο τρία βαρύγδουπα ονόματα (Catherine Deneuve, Stephen Rea, Tim Roth) χωρίς, ουσιαστικά, ρόλο, τα οποία απλώς περιφέρονται πετώντας ακατανόητες ατάκες και κάνοντας ακόμα πιο ακατανόητα πράγματα. Και τελευταίος και φαρμακερός, ο πρωταγωνιστής Justin Chambers (πρώην μοντέλο και γνωστός από το μακροβιότατο σίριαλ Grey's Anatomy) ενσαρκώνει μια ασυγχώρητα βέβηλη κατά λάθος παρωδία του D'Artagnan σε διασταύρωση με μια εξίσου ιερόσυλη γελοιογραφία υπερήρωα της Marvel, επιδιδόμενος σε νταηλίκια αντάξια των πιο κωλοπετσωμένων ρεμαλιών και επιδεικνύοντας τους κοιλιακούς, τις ακροβατικές ικανότητες και τις πρόσθετες τρέσες του, με τους υπόλοιπους τρεις σωματοφύλακες (Jan-Gregor Kremp, Steve Speirs & Nick Moran) να εμφανίζονται αραιά και πού ως υποτυπωδώς ομιλούντες κομπάρσοι-χαλκομανίες και υποτίθεται κωμικές νότες, με μανιέρα οριακά παλιάτσου. Το κερασάκι, δε, στην τούρτα είναι ο άκρως παραπλανητικός τίτλος με τον οποίο κυκλοφόρησε το παρόν ανοσιούργημα στη χώρα μας (και άλλες ταλαίπωρες): D'Artagnan, λέει. Μπας και το πιστέψει κιόλας.

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

The Moment of Silence (2004)

Μια όχι και τόσο φουτουριστική δυστοπία

Ανατριχιαστικά προφητικό και επίκαιρο, το βιντεοπαιχνίδι The Moment of Silence (έκφραση αντίστοιχη με το "ενός λεπτού σιγή") των THQ Nordic και The Adventure Company αναφέρεται σε μια φουτουριστική - τοποθετημένη στο 2044, δηλαδή ακριβώς 40 χρόνια από την κυκλοφορία του - δυστοπία, που το 2004 φάνταζε πολύ πιο μακρινή και... φουτουριστική απ' ό,τι τελικά αποδείχτηκε. Σ' ένα σύμπαν όπου έχει επικρατήσει μια παγκόσμια κυβέρνηση και η τεχνολογία της επικοινωνίας έχει τόσο εξελιχθεί ώστε ούτε οι σκέψεις των ανθρώπων δεν μένουν κρυφές, ενώ η "ελευθερία" επιβάλλεται κυριολεκτικά με τα όπλα, ο Peter Wright, φιλήσυχος διαφημιστής που έχασε πρόσφατα τη γυναίκα και το γιο του σε αεροπορική επίθεση, γίνεται άθελά του αυτόπτης μάρτυρας της σύλληψης - απαγωγής, ουσιαστικά, από την αστυνομία - του δημοσιογράφου γείτονά του Graham Oswald. Νιώθοντας χρέος του να παρασταθεί στην οικογένεια του Oswald, ο Peter ξεκινά ένα επικίνδυνο όσο και αποκαλυπτικό οδοιπορικό στα ίχνη εκείνου, με οδηγό ένα μυστικό χειρόγραφο ημερολόγιο - τα χειρόγραφα, όπως και κάθε μορφής έντυπο υλικό, έχουν απαγορευτεί διότι "υπονομεύουν την προσβασιμότητα της πληροφορίας" και η γραφή δεν διδάσκεται πια στα σχολεία - το οποίο περιέχει στοιχεία των παράλληλων, "ανεπίσημων" ερευνών του άτυχου δημοσιογράφου. Μεγαλωμένος μέσα σ' ένα καθεστώς όπου η προπαγάνδα της εξουσίας έχει πείσει (σχεδόν) τους πάντες για την ανάγκη πλήρους και αδιαπραγμάτευτης καταστολής με υποτιθέμενο σκοπό την "προστασία" (γκουχ, γχουχ) των νομοταγών και νομιμοφρόνων "νοικοκυραίων", ο Peter βλέπει να ανατρέπονται βαθμιαία όλα όσα πίστευε πως γνώριζε, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την τρομακτικά απάνθρωπη και αδίστακτη "άλλη" πλευρά του συστήματος... Αυστριακή, γερμανική και ρουμανική συμπαραγωγή, με ενδιαφέρον και καλογραμμένο σενάριο (Martin Gantefohr), εντυπωσιακά για την εποχή γραφικά (Andreas Moll) και κινηματογραφικής ποιότητας μουσική (Pierre Gerwig Langer & Tilman Sillescu), αλλά και με εξαιρετικά δύστροπο χειρισμό που σε ορισμένα σημεία γίνεται ως και αποθαρρυντικός, το The Moment of Silence εισέπραξε (όχι εντελώς άδικα) ανάμεικτες κριτικές στον καιρό του. Σήμερα, ωστόσο, δεν μπορούμε παρά να του αναγνωρίσουμε τη διορατικότητα και την ακρίβεια των επισημάνσεων σε πολιτικοκοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο: ακατάπαυστη πλύση εγκεφάλου από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ασφυκτικός έλεγχος της κοινωνικής δραστηριότητας, εξαγορά και χειραγώγηση της επιστήμης από εμπορικούς και φαρμακευτικούς κολοσσούς (τα προϊόντα, μάλιστα, των οποίων καταναλώνονται υποχρεωτικά από τους πολίτες για δήθεν βελτίωση της υγείας και της ζωής τους), διαστρέβλωση θεμελιωδών εννοιών/αξιών, "αναθεώρηση" της ιστορίας, λογοκρισία στις τέχνες και τα γράμματα, εξάλειψη και της παραμικρής αμφισβήτησης με τη νομιμοποιημένη χρήση ακραίας βίας - είναι πράγματι δύσκολο να φανταστούμε ότι μόλις 17 χρόνια νωρίτερα, όλα αυτά θεωρούνταν αξιογέλαστες συνωμοσιολογικές υπερβολές στον "ελεύθερο", "ανεπτυγμένο" κόσμο μας. Κούνια που μας κούναγε τότε, τους αφελείς και ανυποψίαστους.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

The Alienist (2018)

Vintage εγκληματολογία και "πλατωνικό τρίγωνο"

"Alienists" ονομάζονταν πριν τα μισά του 20ού αιώνα οι ψυχίατροι και συγκεκριμένα, όσοι συνεργάζονταν με την αστυνομία για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών σε εγκληματίες. Ο όρος, δανεισμένος από τον προγενέστερο γαλλικό "alieniste", προέρχεται από τη λατινική λέξη "alienus" (ξένος), λόγω της τότε επικρατούσας πεποίθησης ότι η ψυχασθένεια αποξενώνει τον πάσχοντα από την ανθρώπινη φύση του. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1994) του Νεοϋορκέζου συγγραφέα και μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας Caleb Carr, η φετινή τηλεοπτική σειρά του καλωδιακού καναλιού TNT εξερευνά το εμβρυϊκό στάδιο της επιστήμης του forensic profiling (ανάλυσης χαρακτηριστικών) στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις απαιτούσαν όλο και πιο πιεστικά την επανεξέταση των αντιλήψεων για την εγκληματικότητα, τους αυτουργούς, καθώς και την αντιμετώπισή της. Συνδυάζοντας με επιτυχία ιστορικά και φανταστικά στοιχεία, τόσο το βιβλίο όσο και η (αρκετά πιστή) οπτικοποίησή του - σε παραγωγή και σενάριο, μάλιστα (μεταξύ άλλων), του γνωστού από την πρώτη σεζόν του πολυσυζητημένου True Detective, Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre) - αναπλάθουν με ευσυνειδησία και ζωντάνια την εποχή και τα ήθη της, χωρίς να φοβούνται την αληθοφανή περιγραφή των ακραίων δυσμενών συνθηκών της και περιορίζοντας τον (αναγκαστικό, πλέον, για τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας) πολιτικά ορθό αναθεωρητισμό στο ελάχιστο δυνατόν, ώστε να μη διακυβεύεται η πραγματολογική ακρίβεια. Κύρια πρόσωπα του δράματος, ο ιδιοφυής Γερμανός ψυχαναλυτής Laszlo Kreizler (Daniel Bruhl), του οποίου οι ριζοσπαστικές θεωρίες και μέθοδοι προσελκύουν το θαυμασμό και το φθόνο των συναδέλφων του αλλά και την έχθρα του κατεστημένου, ο ευαίσθητος και γοητευτικός εικονογράφος εφημερίδων - το αντίστοιχο ενός σημερινού φωτορεπόρτερ - John Moore (Luke Evans) και η πρώτη γυναίκα γραμματέας του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της Νέας Υόρκης, πεισματάρα και φιλόδοξη Sara Howard (Dakota Fanning), οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο με πεδίο δράσης έναν "ειδικό" οίκο ανοχής που απασχολεί νεαρούς άντρες και ανήλικα αγόρια. Στο πλευρό τους, οι δαιμόνιοι και προοδευτικοί ιατροδικαστές Marcus (Douglas Smith) & Lucius (Matthew Shear) Isaacson, όπως και ο νέος αστυνομικός διοικητής και μέλλων λαμπρός πολιτικός Theodore Roosevelt (Brian Geraghty), ενώ ο διεφθαρμένος πυρήνας της αστυνομίας και ο υπόκοσμος, που εξακολουθούν να ωφελούνται από την κοινωνική σήψη, εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον άξεστο, μέθυσο υπαστυνόμο Connor (David Wilmot), τον άπληστο και συμπλεγματικό τέως αστυνομικό υποδιευθυντή Thomas Byrnes (Ted Levine) και τους συνεταίρους γκάνγκστερ και μαστροπούς Paul Kelly (Antonio Magro) & Biff Ellison (Falk Hentschel). Όσο και αν αποφεύγεται επιμελώς η εύκολη λύση ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στους όμορφους και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, οι μεταξύ τους συναισθηματικές εντάσεις αποδίδονται με μαεστρία και πάθος, οδηγώντας σε κορυφώσεις και συγκρούσεις των οποίων τη σκόνη θα έτρωγε και η πιο τολμηρή αισθησιακή σκηνή. Αν η αρχή του πρώτου επεισοδίου φαίνεται κάπως αργή ή αμήχανη, μην αποθαρρυνθείτε - η συνέχεια θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Προσέξτε επίσης τα cameos έκπληξη βετεράνων ηθοποιών σε βοηθητικούς ρόλους.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Half Light (2006)

Μάτια χωρίς πρόσωπο

Προσεγμένο (στο τεχνικό θέμα τουλάχιστον) ταινιάκι τρόμου με ηρωίδα την ανερχόμενη συγγραφέα Rachel Carlson (Demi Moore) η οποία, χτυπημένη από οικογενειακή τραγωδία, απομονώνεται σε γραφικό παραθαλάσσιο χωριό για να ανασυγκροτηθεί και να γράψει το νέο της μυθιστόρημα. Όταν η λογική της δοκιμάζεται από μια σειρά περιστατικών, η Rachel βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά του καλοσυνάτου νεαρού φαροφύλακα (Hans Matheson) απ' το αντικρινό ξερονήσι. Όμως κι αυτή ακόμα η ειδυλλιακή εξέλιξη δεν είναι δυνατόν να μην εγκυμονεί μυστήρια και απειλές... Η ιδέα του Αυστραλού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Craig Rosenberg (Hotel de Love, Το Τελευταίο Κόλπο) να πλέξει φαντασία (ή/και φαντασίωση) με "πραγματικότητα" σε παράλληλα και διασταυρούμενα αφηγηματικά επίπεδα είναι μάλλον παρακινδυνευμένη, καθώς του δίνει μεν την ευκαιρία να "κεντήσει" αραιά και πού (π.χ. στη σουρεαλιστική σκηνή της Rachel μπροστά στον καθρέφτη), αλλά συγχρόνως τον παρασύρει σε ασυγχώρητα χονδροειδείς απιθανότητες (στο περισσότερο υπόλοιπο φιλμ). Ο ταλαντούχος Henry Ian Cusick (φθονερός πρώην σύζυγος) και ο πανέμορφος προαναφερθείς Matheson (αινιγματικός νυν εραστής) πλαισιώνουν μια πρωταγωνίστρια "βαλσαμωμένη" απ' το Botox, που η δυσβάστακτη ψυχική και μεταφυσική αγωνία του ρόλου της δεν εκφράζεται παρά μ' ένα διαρκές ελαφρύ ξάφνιασμα στο βλέμμα - το μοναδικό σημείο του προσώπου της με δυνατότητα στοιχειώδους έστω κίνησης. Οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού, πάλι (ένα ολοζώντανο επιμέρους σύμπαν), δυστυχώς μένουν σχεδόν ανεκμετάλλευτοι, χρησιμεύοντας κατά κύριο λόγο ως πάγια σεναριακή μπλόφα και "θόρυβος παρασκηνίου". Τέλος, θα ήταν κρίμα να αγνοηθεί η φωτογραφία - αληθινό εικαστικό ποίημα - του Ashley Rowe (Ένας Άγνωστος Ανάμεσά μας, Doctor Who) και η επίσης υπέροχη μουσική του αδελφού και τακτικού συνεργάτη του σκηνοθέτη, Brett Rosenberg (Κυνηγώντας την Αλήθεια, Η Στοιχειωμένη Βίλα).

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Κόκκινος Δράκος (Red Dragon, 2002)

Εκρηκτικές πρώτες ύλες, χλιαρό αποτέλεσμα

Υπερφιλόδοξη κινηματογραφική διασκευή από τον μόλις τριαντατριάχρονο τότε σκηνοθέτη μουσικών βιντεοκλίπ και τηλεοπτικών σειρών Brett Rattner (Το Τελευταίο Κόλπο, Η Απόδραση) του ομότιτλου μυθιστορήματος του Thomas Harris, το οποίο δεκάξι χρόνια νωρίτερα είχε μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη από τον Michael Mann (με τίτλο Ο Ανθρωποκυνηγός - βλ. αμέσως προηγούμενη ανάρτηση). Πιο σύγχρονη και οφθαλμοφανώς ακριβότερη παραγωγή, με τη "στρατολόγηση" των Ted Tally (σεναριογράφου της Σιωπής των Αμνών) και Dante Spinotti (διευθυντή φωτογραφίας στον Ανθρωποκυνηγό), του συνθέτη Danny Elfman (μόνιμου συνεργάτη του "τρομερού παιδιού" Tim Burton) και ενός απαστράπτοντος cast, με επικεφαλής τον Sir Anthony Hopkins ("θεσμό" πλέον ως Hannibal Lecter) και τον Edward Norton (αλησμόνητο στο Φόβο Ενστίκτου και τα Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας), ο Κόκκινος Δράκος θα είχε κάθε λόγο να θεωρείται προκαταβολικά κερδισμένο στοίχημα. Έλα όμως που η άτιμη η "στραβή" δεν αργεί να γίνει: λίγο το "ξεχείλωμα" της πλοκής για να χωρέσει το ασυμμάζευτο ταμπεραμέντο του Hopkins - αλήθεια, πόσες φορές μπορεί ένας ηθοποιός να επαναλάβει τον ίδιο ρόλο με την ίδια κι απαράλλαχτη μανιέρα, δίχως στο τέλος να παρωδεί ακούσια (;) τον εαυτό του; - λίγο ο Norton που κοιμάται όρθιος (οι μυστηριώδεις ξανθές ανταύγειες που εμφανίζονται ξαφνικά στη φράντζα του είναι η πιο συναρπαστική συνεισφορά του στο έργο), λίγο η πεποίθηση ότι οι θεατές είναι κρετίνοι και δεν θα καταλάβουν τίποτα αν δεν τους το κάνεις όσο το δυνατόν πιο λιανά... Ως και ο "νεραϊδοπαρμένος" - το λέει και τ' όνομά του - Elfman (Ο Σκαθαροζούμης, Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης), που η μουσική του είναι συνήθως χαρακτηριστικά απροσπέραστη, πρέπει να βαριόταν τη ζωή του όταν έγραφε το soundtrack και το ξεπέταξε σε μισή ώρα το πολύ. Ευτυχώς που ο Ralph Fiennes (κατά συρροήν δολοφόνος Francis Dolarhyde), ο μακαρίτης Philip Seymour Hoffman (γλοιώδης δημοσιογράφος Freddy Lounds) και η Emily Watson (Reba McClane, τυφλή ερωμένη του Dolarhyde) έχουν πάρει κάπως πιο σοβαρά το ζήτημα - αν και ο Fiennes (Quiz Show, Ο Άγγλος Ασθενής), που ήταν στις ομορφιές του εκείνο τον καιρό, όσο και να χτυπιέται και με το ανεπαίσθητο πλαστικό μακιγιάζ δεν πολυπείθει ως ψυχασθενής κομπλεξικός για την εμφάνισή του. Ό,τι κερδίζει στο τεχνικό μέρος (χάρη στον προηγμένο εξοπλισμό) έναντι του "σπαρτιάτικου" Ανθρωποκυνηγού, ο Κόκκινος Δράκος το χάνει σε ουσία και δύναμη, προδίδοντας την απειρία του Rattner και την ανικανότητά του να κυριαρχήσει στο θέμα και στους πρωταγωνιστές του, ώστε να αποσπάσει ομοιογενείς και εξίσου βαρύνουσες ερμηνείες. Ένας υπερβολικά αναγνωρίσιμος Hopkins κι ένας αγνώριστος (με τη χείριστη έννοια) Norton βουλιάζουν κυριολεκτικά το πλοίο και κανείς δεν κουνάει το δαχτυλάκι του για να τους σταματήσει.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

The Death Ship (1959)

Άνθρωποι στη θάλασσα

Πιστή γερμανόφωνη μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του B. (Bruno?) Traven - ψευδεπώνυμου συγγραφέα του φημισμένου (επίσης διασκευασμένου για τη μεγάλη οθόνη από τον John Huston και βραβευμένου με δύο Oscar) Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε - από τον Αυστριακό τηλεοπτικό σκηνοθέτη Georg Tressler (Das Kriminalgericht, Reisedienst Schwalbe), με τον αποκαλούμενο στην εποχή του "Γερμανό James Dean" Horst Buccholz (The Magnificent Seven, Cervantes) σε έναν από τους πρώτους του (και μετρημένους στα δάχτυλα) μεγάλους ρόλους. Κυνηγημένος από την αστυνομία για μικροπαραπτώματα, ο νεαρός Αμερικανός ναύτης Philip Gale γίνεται φίλος με τον Πολωνό θερμαστή Lawski (Mario Adorf) και μπαρκάρει μαζί του στο φορτηγό πλοίο Yorikke, όπου τα μέλη του πληρώματος προσλαμβάνονται χωρίς πιστοποιητικά. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει το πανάκριβο τίμημα μιας τέτοιας "ουρανοκατέβατης" ευκαιρίας... Καταπέλτης ενάντια στην απανθρωπιά των σύγχρονων "κοινωνικών" συστημάτων, όπου ο σεβασμός στην ατομικότητα, την προσωπική αξιοπρέπεια και την ίδια τη ζωή δεν υφίσταται παρά μόνο στα λόγια και αυτόματα μηδενίζεται μπροστά στα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών, το αναρχίζον κείμενο του Traven (ο οποίος διώχθηκε για τις ακροαριστερές του πεποιθήσεις και μάλλον εξαιτίας αυτού κράτησε μυστική την αληθινή του ταυτότητα, διά βίου αλλά και μετά θάνατον) αποδίδεται με απερίφραστο ρεαλισμό από τον Tressler και τους πρωταγωνιστές του, διατηρώντας άθικτη τη σχεδόν αβάσταχτη ειλικρίνεια της αφήγησης και τη διηνεκή ισχύ της καταγγελίας του. Η απότομη "κάθοδος στην κόλαση" του καλόκαρδου, απονήρευτου και καλομαθημένου Philip εικονογραφείται με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια και αιχμηρές φωτοσκιάσεις που δίνουν μια καφκική αίσθηση εγκλωβισμού, τόσο μέσα στα ασφυκτικά έγκατα του καραβιού όσο και στην καρδιά της θαλάσσιας απεραντοσύνης. Η ανεπιτήδευτη και συχνά βίαιη ποιητικότητα των πλάνων του Tressler σίγουρα υπήρξε σημείο αναφοράς για τον Billy Budd του Peter Ustinov (Private Angelo, Lady L.), σε ένα ενδιαφέρον "αντιδάνειο" (το φιλμ του Ustinov βασίστηκε στην κλασική νουβέλα του Herman Melville, από την οποία ο Traven πιθανότατα εμπνεύστηκε το Death Ship - πάντως το όνομα του ήρωά του παραπέμπει ηχητικά και προσωδιακά στο "Billy Budd") και για τον Roman Polanski (Αποστροφή, Ο Ένοικος) στους Πειρατές - αν όχι και για τον Coppola (Ο Νονός, Πέτρινοι Κήποι) στο Αποκάλυψη Τώρα. Ωραίες οι ερμηνείες του φωτογενούς Buchholz και του μετέπειτα "θεσμού" των γερμανικών σίριαλ και B movies Mario Adorf (Der Schattenmann, Die Affare Semmeling), της πρωτοεμφανιζόμενης Elke Sommer (Τα Μυστικά Όπλα των Κατασκόπων, A Nightingale Sang in Berkeley Square) και του Έλληνα Πάνου Παπαδόπουλου (ο οποίος έκανε τριακονταετή καριέρα στη γερμανική τηλεόραση αναλαμβάνοντας χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους). Συγκρατημένο soundtrack από τον τζαζίστα και αρχιμουσικό Roland Kovac (Jonathan, Samanka) και υπέροχη νατουραλιστική φωτογραφία από τον παραγωγικότατο Heinz Pehlke (Αντιγόνη, Der Graf von Luxemburg).

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Black Mirror 3 - Final Fear (2011)

Οι αιχμάλωτοι ίσκιοι των ψυχών

Τρίτο και τελευταίο (απ' ό,τι φαίνεται) "επεισόδιο" της σειράς παιχνιδιών adventure ψυχολογικού τρόμου με τον τίτλο The Black Mirror, που λάνσαρε το 2003 η μικρή τσέχικη εταιρία Future Games πριν την "κληροδοτήσει" στην καναδική The Adventure Company, από την οποία τελικά την παρέλαβε η γερμανική DTP Entertainment. Δεν είναι ανάγκη να έχει παίξει κανείς τα δυο πρώτα μέρη για να κατανοήσει την πλοκή και το πνεύμα του τρίτου, αλλά θα το χαρεί περισσότερο εάν γνωρίζει ήδη το υπαρξιακό και μεταφυσικό υπόβαθρο της υπόθεσης - κυρίως του δεύτερου, στις τοποθεσίες και τα γεγονότα του οποίου επιστρέφουμε ώστε να αποδείξουμε τελεσίδικα την αθωότητα του νεαρού ήρωα και να τερματίσουμε τη διαχρονική επανάληψη ενός φρικτού πεπρωμένου. Δυστυχώς, η αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση που επιχειρείται μέσα από ένα διασκεδαστικό κράμα τραβηγμένης απ' τα μαλλιά ψευδοεπιστήμης (όχι δίχως την απαραίτητη δόση αιτιολογικού μύθου και παγανιστικής δοξασίας) και εκλαϊκευμένης θεολογίας και φιλοσοφίας μένει στο επιφανειακό "πασάλειμμα" που απλώς... δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα, καλύπτοντας όπως όπως τα κενά της αφήγησης, ενώ η συχνά εκνευριστική δυσκινησία της κεντρικής φιγούρας αδικεί τα ωραιότατα γραφικά και το λιτά υποβλητικό soundtrack. Σε γενικές γραμμές οι γρίφοι (ως και οι πιο κρίσιμοι) βασίζονται στην κοινή λογική και η δυσκολία τους δεν ξεπερνά το μέτριο - με μόνη εξαίρεση αυτόν του υπόγειου λαβυρίνθου προς το τέλος, που κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι δυσανάλογα περίπλοκος σε σχέση με το αντικείμενό του (αλλά και με τη μάλλον απογοητευτικά σύντομη και ελάχιστα διαδραστική δοκιμασία του φινάλε, από την οποία μάλιστα υποτίθεται ότι εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας - και ζητώ συγνώμη για την πιθανή χαλάστρα απ' όσους δεν έχουν ακόμα ασχοληθεί με τα παιχνίδια της σειράς). Υποπτεύομαι επίσης πως δεν χρησιμοποιήθηκαν παρά δυο μονάχα φωνητικοί ηθοποιοί (ο Tony Babcock σε όλους τους αντρικούς ρόλους και η Jennifer De Lucia σε όλους τους γυναικείους) - πράγμα όχι ακριβώς αξιόμεμπτο, θα μπορούσε όμως να μην είναι τόσο απροκάλυπτο (και ευτυχώς που οι από προεπιλογή ενεργοποιημένοι υπότιτλοι έχουν διαφορετικό χρώμα για κάθε πρόσωπο, καθώς σε ορισμένα σημεία είναι σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσεις ποιος μιλάει). Έξτρα πόντοι στο τελευταίο κεφάλαιο για τη δυνατότητα εναλλαγής μεταξύ του πρωταγωνιστή Adrian Gordon και της μοντέρνας καλόγριας Valentina Antolini και την καίρια διαφοροποίηση των διαλόγων, των πληροφοριών και των γραμμών δράσης ανάλογα με το χαρακτήρα που έχει επιλεγεί.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Scrabble 3D (2010)

Η πολυμορφική μαγεία της λέξης

Ενδιαφέρουσα, σχετικά φρέσκια (και μάλιστα ανοιχτού κώδικα) ψηφιακή βερσιόν του κοσμαγάπητου επιτραπέζιου παιχνιδιού, με τη στοιχειώδη μέθοδο της μεταφοράς και απόθεσης (drag & drop) των γραμμάτων από την "κληρωτίδα" στον πίνακα για το διασταυρούμενο (μετα)σχηματισμό λέξεων σε οριζόντια και κάθετη διάταξη. Διατηρώντας στο ακέραιο τη λογική και τις ιδιότητες του παραδοσιακού Scrabble, η ηλεκτρονική αυτή εκδοχή έχει εμπλουτιστεί με την υποστήριξη λεξικών και αλφαβήτων σε 18 (προς το παρόν) γλώσσες, μεταξύ των οποίων και Ελληνικά, προαιρετικό υπολογισμό της μεγαλύτερης δυνατής βαθμολογίας και των διαθέσιμων συνδυασμών γραμμάτων σε κάθε κίνηση, αυτόματο έλεγχο ενημερώσεων και τη δυνατότητα πολλαπλών τρόπων παιξίματος (εναντίον του εαυτού μας, του υπολογιστή ή και άλλων παικτών απ' όλο τον κόσμο σε πραγματικό χρόνο, εφόσον συνδεθούμε σε δίκτυο). Από το λεπτομερέστατο μενού των Επιλογών μπορούμε να παραμετροποιήσουμε σχεδόν τα πάντα, ως και να ορίσουμε δικούς μας κανόνες για μια μεμονωμένη παρτίδα ή για ολόκληρο το παιχνίδι. Με εξαίρεση τις κάπως δύσχρηστες εντολές (όχι σπάνιο χαρακτηριστικό των γερμανικών προγραμμάτων, τουλάχιστον ώσπου να πάρει κανείς το "κολάι" τους) και τις ενίοτε... ζαβολιές του αυτοματοποιημένου "αντιπάλου", το τρισδιάστατο Scrabble του νεότατου διδάκτορα ψυχολογίας και προγραμματιστή από το Βερολίνο Heiko Tietze είναι μια άρτια στη διεκπεραίωση, επιμορφωτική αλλά και εθιστικά διασκεδαστική πνευματική άσκηση για κάθε ηλικία και επίπεδο γλωσσομάθειας. Διαθέσιμο εντελώς δωρεάν από το SourceForge και τη Softpedia.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Grisoft AVG 2013 (2012)

2013 και φαρμακερό...

Με εξαίρεση τους παίκτες του ΠΡΟ-ΠΟ, το σύνολο σχεδόν του πολιτισμένου κόσμου είθισται να θεωρεί το 13 γρουσούζικο. Αίθουσες θεάτρου, αεροπλάνα και υπεραστικά λεωφορεία δεν το περιλαμβάνουν στην αρίθμηση των καθισμάτων τους (αποφεύγεται μάλιστα ως και το γράμμα B, που θυμίζει οπτικά τον "καταραμένο" αριθμό) ενώ ορισμένες εταιρίες λογισμικού δεν βγάζουν στην κυκλοφορία τη δέκατη τρίτη βερσιόν των προϊόντων τους, μια και δεν είναι λίγοι οι χρήστες υπολογιστών (ή ακόμα και οι ίδιοι οι προγραμματιστές) που αν και "περπατημένοι", τυχαίνει επίσης να είναι ιδιαίτερα προληπτικοί. "Αυτά είναι χαζομάρες", αποφάνθηκαν ένα ωραίο πρωί οι Τσέχοι κατασκευαστές του δημοφιλούς Anti-Virus Guard (γνωστότερου στο πλατύ κοινό με τα αρχικά της ονομασίας του, AVG) και περιχαρείς έσπευσαν να λανσάρουν την ολοκαίνουργια έκδοση της "σουίτας ασφαλείας" τους, με τη... θαρραλέα επωνυμία AVG Internet Security 2013, πριν καν το τέλος του 2012 (συγκεκριμένα, στις αρχές Οκτωβρίου).