Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Μουσικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτική Μουσικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουλίου 2024

Che Guevara - 19 Τραγούδια απ' Όλο τον Κόσμο (1997)

Τροβαδούροι του κόσμου για τον Che

Ένα ακόμα συλλεκτικό αφιερωματικό άλμπουμ, σε CD αυτήν τη φορά, το οποίο δεν θυμάμαι αν (και πότε) βρήκαμε σε δισκάδικο ή το έδινε κάποια εφημερίδα ή περιοδικό, με αφορμή μια επέτειο σχετική με τον Che. Σύμφωνα με τις πληροφορίες στο εξώφυλλο και το ένθετο βιβλιαράκι του CD, την επιλογή, ανθολόγηση και επιμέλεια των τραγουδιών έχει κάνει η Meri Lao - άραγε η γνωστότερη με το όνομα αυτό, διακεκριμένη Ιταλοαργεντινή συγγραφέας, μουσικός και ακτιβίστρια América Franco de Lao αυτοπροσώπως; - ενώ η συλλογή κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Βελισσάριος (Velissarios Editions). Τα περισσότερα κομμάτια είναι γραμμένα στην ισπανική (από τους Κουβανούς Carlos Puebla, Pablo Milanés, Silvio Rodríguez, Harold Gramatges & Nicolás Guillen, τον Βάσκο Jesús Munárriz, τον Αργεντινό Alfredo De Robertis, τους Χιλιανούς Victor Jara και Juan Capra και τον Ουρουγουανό Daniel Viglietti) και την ιταλική γλώσσα (από τους Domenico Modugno & Silvano Spadaccino, Marcello Minerbi, Sergio Endrigo), ενώ περιλαμβάνονται και συμμετοχές των Βραζιλιάνων Capinan & Giberto Gil και Sérgio Ricardo, της Γαλλίδας τραγουδοποιού Colette Magny (σε ποίηση José Martí και του ίδιου του Che Guevara), του Γερμανού Wolf Bierman, όπως και το σπαρακτικό αραβικό μοιρολόι του αντιστασιακού Αιγύπτιου ποιητή και μουσικοσυνθέτη Ahmed Fouad Negm μαζί με τον συναγωνιστή και μόνιμο συνεργάτη του, εμβληματικό "τυφλό βάρδο" El Sheikh Imam. Η μοναδικότητα του άλμπουμ τού προσδίδει ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς είναι εξαιρετικά δυσεύρετο και ούτε στοιχεία του εκδότη δεν υπάρχουν τώρα πια.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2024

Poets in New York - Poetas en Nueva York (1986)

Ποιητές στη Νέα Υόρκη

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς και από ποιο δισκάδικο (τη μακρινή εκείνη εποχή που τα δισκάδικα ήταν στις δόξες τους) η Βερίνα κι εγώ ξετρυπώσαμε το συλλεκτικό αυτό άλμπουμ (τότε ακόμα σε βινύλιο - αργότερα βγήκε και σε CD) που κυκλοφόρησε το 1986 από τη CBS και δανείζεται τον τίτλο του από το εμβληματικό συνθετικό ποίημα του Federico Garcia Lorca Ο Ποιητής στη Νέα Υόρκη (Poeta en Nueva York, 1929-1930), γραμμένο κατά την επίσκεψή του για σειρά διαλέξεων στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια - η οποία, μάλιστα, συνέπεσε με το μεγάλο οικονομικό κραχ. Το Poets in New York είναι μια αφιερωματική ανθολογία μελοποιημένης ποίησης του Lorca, είτε μεταφρασμένης είτε στο πρωτότυπο, με τη συμμετοχή σπουδαίων καλλιτεχνών απ' όλο τον κόσμο όπως ο Καναδός Leonard Cohen (Take This Waltz), ο Ιταλός Angelo Branduardi (Grido A Roma), ο Ισραηλινός David Broza (Tu Infancia en Menton), οι Βραζιλιάνοι Raimundo Fagner & Chico Buarque (A Aurora), ο δικός μας Μίκης Θεοδωράκης με τον Georges Moustaki (Φεύγω για το Σαντιάγο), ο Σκωτσέζος Donovan (Unsleeping City), ο Γερμανός Manfred Maurenbrecher (Kleines Unendliches Gedicht), οι Ισπανοί Lluis Llach (Els Negres - Norma i Paradis), Victor Manuel (Nacimiento De Cristo), Paco & Pepe de Lucia (Asesinato) και ο Βάσκος τραγουδοποιός, συγγραφέας και cult ηθοποιός των δεκαετιών '70-'80 Patxi Andión (Oda A Walt Whitman). Η μουσική και πολιτισμική πολυφωνία της συλλογής αναδεικνύει περίτρανα την παγκόσμια όσο και διαχρονική εμβέλεια της ποίησης του Lorca, τη δημιουργική του οξυδέρκεια, διορατικότητα και ευελιξία, καθώς και το πάντοτε καίριο των κοινωνικών του προβληματισμών και του σχολιασμού της ανθρώπινης κατάστασης. Το πλήρες άλμπουμ μπορεί να ακουστεί ΕΔΩ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Παρακολουθώντας το παρακάτω βίντεο, πρόσεξα ότι το ντύσιμο, το μαλλί και το μούσι του Patxi Andión, καθώς και η πόζα του στην αρχή του τραγουδιού (στο κομμάτι της απαγγελίας) είναι παρόμοια - προφανώς επίτηδες - με του ποιητή Walt Whitman στη νεανική του απεικόνιση από τον χαράκτη Samuel Hollyer (1855, από χαμένο φωτογραφικό κλισέ του Gabriel Harrison).

PATXI ANDION: ODA A WALT WHITMAN @ RTP (18.4.87)

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Η Μεγάλη Αγρυπνία (1975)

Μαύρο τραγούδι ποιος θα πει;

Μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα Ελληνίδες συνθέτριες ορχηστρικής μουσικής και από τις ακόμα λιγότερες που ειδικεύονται στη μουσική επένδυση θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης (μια εκ των οποίων υπήρξε η τραγωδός Κατίνα Παξινού), η παραγωγικότατη και διεθνώς αναγνωρισμένη Ελένη Καραΐνδρου ξεκίνησε την καριέρα της με το ψευδώνυμο Ελένη Καρρά, γράφοντας τραγούδια για τη Δήμητρα Γαλάνη (1969), τον Μανώλη Μητσιά (1970) και τη Νάνα Μούσχουρη (1971-72) και στη συνέχεια (1972-73), με το πλήρες της πλέον επώνυμο, για τη Μαρία Φαραντούρη, αυτοεξόριστη τότε στο Λονδίνο λόγω δικτατορίας. Με τη ρωμαλέα contralto φωνή της τελευταίας (ηχογραφημένη στα θρυλικά Apple Studios), στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου) και εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη, Η Μεγάλη Αγρυπνία της Καραΐνδρου κυκλοφόρησε το 1975, δυο χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Άλμπουμ εξαιρετικής ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας, για λόγους πέρα από την προφανή του τοποθέτηση απέναντι στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα - με πρώτο και κύριο το ότι μια γυναίκα (και μάλιστα νεότατη) διεκδικούσε δυναμικά τη θέση της στον "έντεχνο" μουσικό όσο και στον "αντιστασιακό" χώρο, που ανδροκρατούνταν και σχεδόν μονοπωλούνταν από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Του οποίου την επίδραση ομολογώ ότι μου φάνηκε πως διέκρινα στο πρώτο άκουσμα της Μεγάλης Αγρυπνίας, για να αντιληφθώ λίγο αργότερα την πλάνη μου. Διότι μια προσεκτική δεύτερη ακρόαση μου αποκάλυψε το διακριτικά περίτεχνο, ευπρόσδεκτα πολυσυλλεκτικό αμάλγαμα υφών και ηχοχρωμάτων στις μελωδίες και την τολμηρή ιδιαιτερότητα της ενορχήστρωσης, που δυστυχώς συνθλίβονταν από τον ασυμμάζευτο όγκο, την ισοπεδωτικά δεσπόζουσα υφή και την ανηλεώς ακατέβατη ένταση της φωνής. Η Φαραντούρη είναι αναντίρρητα μοναδική στο είδος της ερμηνεύτρια, της οποίας η άκρως ιδιάζουσα "ηρωική" χροιά συνδέθηκε άρρηκτα με το ελληνικό "τραγούδι διαμαρτυρίας". Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το ότι οι στίχοι σχολίαζαν έμμεσα την κατάσταση της χώρας δεν σήμαινε πως έπρεπε σώνει και καλά να τους βροντοφωνάζει. Το "έμμεσα", δηλαδή η ουσία και ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτού του κύκλου τραγουδιών, πήγε περίπατο μαζί με τα κρυπτικά νοηματικά παιχνίδια, τις λογοτεχνικές αναφορές (από τα χτυπητά παραδείγματα, η παράφραση της Αγνώριστης του Σολωμού στο Μην το Ξυπνάτε ή του Άξιον Εστί του Ελύτη στα Χαίρε, με την εμφανώς εσκεμμένη μουσική παραπομπή στον Θεοδωράκη και τη βυζαντινή υμνογραφία) και την υπόγεια, μελαγχολική σάτιρα του Μύρη - μια πιο εγκεφαλική και αφαιρετικά εκλεπτυσμένη απάντηση στην απροκάλυπτα στρατευμένη, καθαρόαιμα αγωνιστική τραγουδοποιία της εποχής. Μια προηγούμενη εκδοχή του ανατριχιαστικού Αντινανουρίσματος από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (που ακούγεται σε ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με θέμα την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το οποίο ωστόσο ουδέποτε προβλήθηκε) και την Καραΐνδρου αυτοπροσώπως στο πιάνο, υποψιάζει για το πώς θα ήταν ίσως το άλμπουμ με μια πιο ήπια και εκφραστικά ευέλικτη φωνή - στο στυλ της Καγιαλόγλου, ας πούμε.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Pink Narcissus (OST, 2014)

Dorian in the Harlot's House

Το 1971 και ύστερα από εφτά χρόνια γυρισμάτων στο μικρό νεοϋορκέζικο διαμέρισμά του, ο εικαστικός καλλιτέχνης και performer James Bidgood ολοκλήρωσε τη μια και μοναδική ταινία του, με τίτλο Pink Narcissus και θέμα τις αχαλίνωτες φαντασιώσεις μιας αρσενικής οδαλίσκης (Bobby Kendall) - ένα περιπαθές, ακραιφνώς ποιητικό εγκώμιο της ομορφιάς και της (αυτο)λατρείας του σώματος. Δίχως άμεσα αντιληπτή πλοκή ή διαλόγους, με συνεχή μουσική υπόκρουση και την παρουσία της ανθρώπινης φωνής να περιορίζεται σε δυο τρία ηχογραφημένα ραδιοφωνικά αποσπάσματα, ο Ροζ Νάρκισσος υπήρξε - μαζί με κάποια από τα σύντομα πειραματικά φιλμάκια των πρωτοπόρων Maya Deren (Witch's Cradle, The Very Eye of Night), Kenneth Anger (Rabbit's Moon, Scorpio Rising) και Andy Warhol (Sunset, Outer & Inner Space) - πρόδρομος των βιντεοκλίπ όπως τα ξέρουμε σήμερα. Η "πατρότητα" του έργου, ωστόσο, παρέμεινε άγνωστη (ενίοτε μάλιστα αποδιδόταν στον Anger ή στον Warhol, παρά τις εμφανείς ανομοιότητες με τα στυλ τους) για πάνω από μια εικοσαετία, εξαιτίας διαφωνιών του Bidgood με την εταιρία παραγωγής. Το 2011, στο πλαίσιο του γαλλικού κινηματογραφικού θεσμού L'Etrange Festival, το θρυλικό new wave συγκρότημα Tuxedomoon (Downtown 81, Bardo Hotel) ανέλαβε τη σύνθεση πρωτότυπου soundtrack που θα αντικαθιστούσε την ηχητική μπάντα του φιλμ (την οποία είχαν επιμεληθεί οι Gary Goch & Martin Jay Sadoff) και θα παιζόταν ζωντανά κατά τη διάρκεια αφιερωματικής προβολής του, σε αποκατεστημένη κόπια απ' όπου όμως λείπουν γύρω στα εφτά λεπτά, λόγω φθοράς της αρχικής μπομπίνας. Η σεβαστή διαφορά ηλικίας μεταξύ ταινίας και μουσικής επένδυσης εκμηδενίζεται χάρη στην οραματική διαχρονικότητα της πρώτης και τους εύστοχους ελιγμούς της δεύτερης ανάμεσα σε είδη, ύφη, υφές και διαθέσεις. Φυσικοί και ηλεκτρονικοί ήχοι - πιάνο, πλήκτρα, βιολί (Blaine L. Reininger), σαξόφωνο και κλαρινέτο (Steven Brown), τρομπέτα, κυνηγετικό κόρνο και φυσαρμόνικα (Luc van Lieshout) - και εφέ ακολουθούν την παστέλ πανδαισία που ξετυλίγεται με την ωμή αγνότητα εφηβικής ονείρωξης σε εξαίσια χειροποίητα σκηνικά βγαλμένα από παιδικό παραμύθι και μαζί αισθησιακό εφιάλτη, γεμάτα χάρτινες πεταλούδες, μηχανικές κάμπιες και εξωτικά πουλιά, λουλούδια από σύρμα και πολύτιμες πέτρες, χάντρες, τούλια, φαλλικά ψάρια και μεταξωτά φύκια που κολυμπούν μέσα σε μια πυκνή, νερένια ατμόσφαιρα, ανδρόγυνα χανουμάκια και αποτρόπαιες ζωντανές μαριονέτες που βασανίζονται από ασίγαστο πόθο, ενώ το υπονομευτικά δυσοίωνο, πανταχού παρόν ostinato του μπάσου (Peter Principle) προϊδεάζει για τη σκοτεινή όσο και δαιμόνια ανατροπή του τέλους. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε περιορισμένη συλλεκτική έκδοση 1000 βινυλίων με τα πρώτα 500 κομμάτια αριθμημένα και (προαιρετικά) σε ψηφιακή μορφή για μεταφόρτωση με τη χρήση ειδικού κωδικού, από την ανεξάρτητη βελγική Crammed Discs.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Brother (1972)

Άμα "δεν σε θέλει"...

Τι κι αν είσαι άνθρωπος ορχήστρα, ανακάλυψη ενός θρύλου όπως ο George Harrison - ο οποίος μάλιστα συμμετείχε όχι μόνο ως παραγωγός (μαζί με τον "πολύ" Klaus Voormann) αλλά και ως session μουσικός (στο πλάι του εξίσου θρυλικού συνοδοιπόρου του, Ringo Starr και βιρτουόζων σαν τον Peter Frampton και τον Andy Newmark) στον (περίπου) παρθενικό σου δίσκο; Τι κι αν δεν σου λείπει ούτε η ξεχωριστή φωνή, ούτε η ελκυστική εμφάνιση, ούτε οι πιασάρικες και "ξεσηκωτικές" μελωδικές εμπνεύσεις, ούτε η δημιουργική τόλμη και διάθεση για πειραματισμούς; Για κάποια παντελώς ανεξήγητη αιτία, ίσως καρμική, έτσι και δεν σου "κάτσουν" οι κατάλληλες (και συνήθως αστάθμητες) συγκυρίες, δόξα και εμπορική επιτυχία δεν βλέπεις. Ο λόγος για το ολλανδικής καταγωγής ντουέτο Lon & Derrek Van Eaton από το Τρέντον του Νιου Τζέρσεϊ και το LP τους με τον τίτλο Brother, που κυκλοφόρησε το 1972 από την εμβληματική βρετανική εταιρία Apple Records (των Beatles). Με μια εντυπωσιακή γκάμα ειδών, υφών και τεχνοτροπιών (από το τραγουδισμένο εξ ολοκλήρου σε falsetto Warm Woman, τις περιπαθείς μπαλάντες More than Words, Another Thought και Sweet Music και το σπιντάτο bluegrass Without the Lord ως την επική αισθαντικότητα με τα καλά "χωνεμένα" soul και gospel στοιχεία των Sun Song, Hear My Cry και Help Us All, τις περιποιημένες ροκιές των Maybe There's Another και Sunshine και την αξιέπαινα ριψοκίνδυνη funk απόπειρα του Ring) που εκμεταλλεύεται και αναδεικνύει τον ερμηνευτικό χαμαιλεοντισμό του Derrek και την απίστευτη δεξιοτεχνία και των δυο αδελφών σε ό,τι μουσικό όργανο πέφτει στα χέρια τους, το Brother καταφέρνει να απευθύνεται τόσο στους λάτρεις του "κλασικού" όσο και στους αρνητές κάθε περιοριστικής ταμπέλας. Ωστόσο, ο βλάσφημα προκλητικός ερωτισμός των εξωφύλλων του (αν και καλαίσθητα στημένος από τον περίφημο Λονδρέζο φωτογράφο Clive Arrowsmith) μάλλον φρέναρε τις πωλήσεις, ενώ η ευθαρσής αλλομορφία του ήχου και η ευέλικτη γλύκα των φωνητικών του Derrek άφησαν ασυγκίνητο το ευρύτερο κοινό της εποχής. Τους διστακτικούς προφανώς δεν έπεισε ούτε το ένθετο συναρμολογούμενο ζωοτρόπιο (ιδέα και κατασκευή του ίδιου του Voorman), που τοποθετείται πάνω στην πλάκα του πικάπ ενώ γυρίζει και δείχνει σε ρεαλιστικά κινούμενες ασπρόμαυρες φιγούρες τον Lon και τον Derrek να παίζουν κιθάρα και κρουστά αντίστοιχα. Αυτοί έχασαν! Ακριβώς τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το σχεδόν ξεχασμένο πλέον άλμπουμ "ξεθάφτηκε" από την επίσης αγγλική Cherry Red (πρώην RPM) Records, η οποία το επανατύπωσε σε συλλεκτικό CD μαζί με ανέκδοτες ηχογραφήσεις, επανεκτελέσεις των αρχικών κομματιών και σπάνια Β-sides (Home Dear Home, The Sea - με μια ουράνια συμφωνική coda από τον Sir John Tavener - Song of Songs, Can't Wait και τα... ευνόητα για την περίσταση Livin' και Resurrection).

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Story Girl (2011)

Κέλτικη πανδαισία με baroque "παραδρομές"

Έκτο CD των αδελφών Gothard, τριών πολυτάλαντων νεαρών Αμερικανίδων που (ως τώρα, τουλάχιστον) ασχολούνται αποκλειστικά με τη μουσική, τους χορούς και γενικότερα την πολιτισμική κληρονομιά των Κελτών. Δώδεκα παραδοσιακά αλλά και πρωτότυπα ορχηστρικά - με το νοσταλγικό Willow's Waltz και το ξέφρενα ρυθμικό The Three Coins να αναδεικνύουν τη συνθετική δεινότητα και την ερμηνευτική δεξιοτεχνία της Willow, της Greta και της μόλις δεκαεφτάχρονης Solana - και τραγούδια όπου η έλλειψη χτυπητής ιδιαιτερότητας στη γλυκιά και αέρινη κατά τα άλλα υφή των φωνών τους αναπληρώνεται από τον έξυπνο καταμερισμό και την οργάνωση των φωνητικών. Στην επίσημη σελίδα τους αφήνεται να εννοηθεί πως (σχεδόν) τα πάντα, από τις ενορχηστρώσεις των κομματιών, το γύρισμα των βιντεοκλίπ και την προώθηση του υλικού τους ως τις χορογραφίες και την κατασκευή των κοστουμιών για τις ζωντανές εμφανίσεις τους περνούν απ' τα χέρια των ίδιων των κοριτσιών - και αν είναι όντως έτσι, στα αποδεδειγμένα καλλιτεχνικά τους προσόντα πρέπει να προστεθεί και ένα πρώιμα υπερανεπτυγμένο επιχειρηματικό δαιμόνιο. Η έκπληξη της αφηνιασμένης (και πιθανώς... ανιστόρητης) ostinata baroque πινελιάς στη διασκευή του πασίγνωστου και χιλιοτραγουδισμένου Scarborough Fair προδίδει μια διάθεση ανυπακοής στις μορφολογικές επιταγές του μουσικού είδους που υπηρετούν, η οποία αξίζει να εξερευνηθεί περισσότερο σε μελλοντικές δημιουργικές αναζητήσεις τους.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

One Fast Move or I'm Gone - Kerouac's Big Sur (OST, 2008)

Στο τέλος του δρόμου

Eυτυχής αν και ελάχιστα αναμενόμενη σύμπραξη του Αμερικανού ροκά Ben Gibbard (των Death Cab for Cutie και The Postal Service και του ανεξάρτητου project All-Time Quarterback) με το συμπατριώτη του τραγουδοποιό Jay Farrar (ιδρυτή των εναλλακτικών country συγκροτημάτων Uncle Tupelo και Son Volt) για τη μουσική επένδυση του ομότιτλου αφιερώματος στον Jack Kerouac από τον ντοκιμαντερίστα Curt Worden (Riding the Icelandic Horse, Action Blast!). Αξιοποιώντας την εγγενή ποίηση της γραφής του Kerouac, η οποία στηρίζεται στη δύναμη της αλληλουχίας και την αμεσότητα του συναισθήματος, ο Gibbard και ο Farrar μας χαρίζουν δώδεκα ταξιδιάρικες μπαλάντες βασισμένες σε αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Big Sur, με τη γλυκύτατη αρμονία των φωνών τους να συνοδεύεται μονάχα από ηλεκτροακουστικές κιθάρες και περιστασιακά κρουστά, έγχορδα και πλήκτρα. Οι κρυστάλλινες μελωδίες ακολουθούν πιστά την προσωδία του πεζού λόγου, αλλά ποτέ σε βάρος της δικής τους μουσικότητας: απόδειξη ότι η πρόζα μπορεί θαυμάσια να γίνει τραγούδι, εφόσον ο εσωτερικός ρυθμός της το επιτρέπει (εδώ ο πρόωρα και μαρτυρικά χαμένος Τσέχος συνθέτης Erwin Schulhoff κατάφερε να μελοποιήσει ως και το... Κομμουνιστικό Μανιφέστο - αυτό όμως είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία). Ό,τι πρέπει για συντροφιά σε πολύωρες διαδρομές με αυτοκίνητο, το εξαίσιο αυτό άλμπουμ είναι αληθινό βάλσαμο για τα αυτιά και την ψυχή μέσα στην απάνθρωπη ηχορύπανση και την ισοπεδωτική εμπορευματοποίηση του αιώνα μας. Συλλεκτικό κομμάτι για τους θαυμαστές του Kerouac και των Beats και απαραίτητο απόκτημα για τους φίλους της μελοποιημένης ποίησης (και όχι μόνο).

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Sirens (Demo, 2009)

Πριν το μετά...

Και όμως, πρόκειται για ένα και το αυτό πρόσωπο. Εύλογα αδυνατεί να πιστέψει κανείς πως η εύθραυστη, νεραϊδένια φωνή και οι απόκοσμα αιθέριες μελωδίες είναι της ίδιας τραγουδοποιού που μας "ξεφούρνισε" φέτος το ιλουστρασιόν ευπώλητο Born to Die. Σύμφωνοι - το μακροσκελές, εξ ολοκλήρου ακουστικό demo με τον απόλυτα ταιριαστό τίτλο Sirens και την υπογραφή May Jailer (ένα ακόμα απ' τα καλλιτεχνικά προσωπεία της κατά κόσμον Elizabeth Grant) γίνεται πού και πού λίγο μονότονο και ίσως πέφτει βαρύ στο εθισμένο σε αγχωτικούς ρυθμούς και φευγαλέες εντυπώσεις κοινό των ημερών μας. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί τον ακραίο βαθμό γενικευμένης - εμφανισιακής ΚΑΙ φωνητικής (!) - "μετάλλαξης" που υπέστη προσφάτως η νεαρή δημιουργός προκειμένου να πλησιάσει τους εν λόγω ακροατές (και να ξελασπώσει τη δισκογραφική της εταιρία). Πρόκειται άραγε για ένα ταλαντούχο αλλά αφελές (ή αρρωστημένα φιλόδοξο) θύμα της μουσικής βιομηχανίας που εξαναγκάστηκε να "θάψει" τη φευγάτη ιδιοφυΐα του κάτω από ένα εκτυφλωτικό περίβλημα ψευτιάς, ή για μια έξυπνη επιχειρηματία που διάλεξε την πιο κατάλληλη εποχή (και προφανώς, τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο) για να προβληθεί και να τα οικονομήσει; Ακούγοντας το σχεδόν αριστουργηματικό Sirens (όπως και το άλλο πολύ όμορφο, "ανεπίσημο" δείγμα γραφής της) μετά το σχεδόν αφόρητο Born to Die, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλήξω στο αν τη δουλεύουν ή μας δουλεύει.

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Η Άφθαρτη Γοητεία του Εφήμερου - Δυο "Concept Albums" με Κοινό Παρονομαστή

I. ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ (2003)

Το 2003, ένα χρόνο πριν τη διάλυσή τους, οι Πυξ Λαξ έβγαλαν το "πολυσυλλεκτικό" άλμπουμ έκπληξη Χαρούμενοι στην Πόλη των Τρελών, με μάλλον... σουρεαλιστικές (ώστε να δικαιολογούν τον τίτλο) παρεμβάσεις από τους Μελίνα Τανάγρη, Ψαραντώνη, Eric Burdon (των Animals), Gordon Gano (των Violent Femmes), Steve Wynn (των Dream Syndicate) και Marc Almond - που όπως θα δούμε και πιο κάτω, επανακάμπτει με αρκετά παράδοξη συχνότητα στο άρθρο αυτό. Τους αγγλικούς στίχους για τα δημοφιλή, αν και αγνώριστα χάρη στις αναθεωρημένες ενορχηστρώσεις τραγούδια των Πυξ Λαξ που ερμηνεύουν οι επίτιμοι προσκεκλημένοι (πλην του Ψαραντώνη που συμμετέχει σε δυο προηγουμένως ανέκδοτα κομμάτια με ελληνικό στίχο, το ένα - Εμείς Κρασί δεν Ήπιαμε - σε ποίηση Γρυπάρη από τους Σκαραβαίους και Τερακότες) ανέλαβε (εύλογα) να γράψει ο Τόλης Φασόης των πάλαι ποτέ Sharp Ties, ο οποίος μεταμορφώνει άρδην τα ενίοτε πεζολογικά πρωτότυπα σε κομψές και ευφάνταστες ιμπρεσιονιστικές παραβολές και επιπλέον διασκευάζει - με όλη τη σημασία της λέξης - το κλασικό (I Can't Get No) Satisfaction των Stones.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Born to Die (2012)

Το γιαλαντζί glamour μιας (ακόμα) ντίβας διαίτης

To Fin de Siecle ουκ έρχεται μόνον. Φέρνει μαζί του ένα πολύχρωμο τσίρκο από ιδεολογικές και αισθητικές παραδοξότητες, ακρότητες και "ακροβασίες" που απεγνωσμένα πολεμούν να προσελκύσουν έστω την περιέργεια ενός απρόθυμου, μπουχτισμένου κοινού. Σε καιρούς μεταβατικούς και οξύμωρους, όπου ο άρτος χρησιμεύει σχεδόν αποκλειστικά ως μέσο πολιτικών εκβιασμών ενώ τα θεάματα (και τα ακροάματα) αφθονούν, η διεθνής βιομηχανία του "πλαστικού πολιτισμού" καταφεύγει σε παντός είδους δολώματα ώστε να ξαφρίζει το ραγδαία εξατμιζόμενο κομπόδεμα των απανταχού θυμάτων θαμώνων της, προσφέροντάς τους συγχρόνως το άλλοθι μιας δήθεν και εκ του ασφαλούς "αμφισβήτησης του κατεστημένου": η ανηλεής κρεατομηχανή που εν μια νυκτί κατασκευάζει και εξίσου εύκολα αποκαθηλώνει "είδωλα", φροντίζει να καταπνίγει κάθε ουσιαστική αντίδραση στον παρεμβατισμό της επιβάλλοντας ως και το τι οφείλουμε να θεωρούμε "εναλλακτικό".