Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Brother (1972)

Άμα "δεν σε θέλει"...

Τι κι αν είσαι άνθρωπος ορχήστρα, ανακάλυψη ενός θρύλου όπως ο George Harrison - ο οποίος μάλιστα συμμετείχε όχι μόνο ως παραγωγός (μαζί με τον "πολύ" Klaus Voormann) αλλά και ως session μουσικός (στο πλάι του εξίσου θρυλικού συνοδοιπόρου του, Ringo Starr και βιρτουόζων σαν τον Peter Frampton και τον Andy Newmark) στον (περίπου) παρθενικό σου δίσκο; Τι κι αν δεν σου λείπει ούτε η ξεχωριστή φωνή, ούτε η ελκυστική εμφάνιση, ούτε οι πιασάρικες και "ξεσηκωτικές" μελωδικές εμπνεύσεις, ούτε η δημιουργική τόλμη και διάθεση για πειραματισμούς; Για κάποια παντελώς ανεξήγητη αιτία, ίσως καρμική, έτσι και δεν σου "κάτσουν" οι κατάλληλες (και συνήθως αστάθμητες) συγκυρίες, δόξα και εμπορική επιτυχία δεν βλέπεις. Ο λόγος για το ολλανδικής καταγωγής ντουέτο Lon & Derrek Van Eaton από το Τρέντον του Νιου Τζέρσεϊ και το LP τους με τον τίτλο Brother, που κυκλοφόρησε το 1972 από την εμβληματική βρετανική εταιρία Apple Records (των Beatles). Με μια εντυπωσιακή γκάμα ειδών, υφών και τεχνοτροπιών (από το τραγουδισμένο εξ ολοκλήρου σε falsetto Warm Woman, τις περιπαθείς μπαλάντες More than Words, Another Thought και Sweet Music και το σπιντάτο bluegrass Without the Lord ως την επική αισθαντικότητα με τα καλά "χωνεμένα" soul και gospel στοιχεία των Sun Song, Hear My Cry και Help Us All, τις περιποιημένες ροκιές των Maybe There's Another και Sunshine και την αξιέπαινα ριψοκίνδυνη funk απόπειρα του Ring) που εκμεταλλεύεται και αναδεικνύει τον ερμηνευτικό χαμαιλεοντισμό του Derrek και την απίστευτη δεξιοτεχνία και των δυο αδελφών σε ό,τι μουσικό όργανο πέφτει στα χέρια τους, το Brother καταφέρνει να απευθύνεται τόσο στους λάτρεις του "κλασικού" όσο και στους αρνητές κάθε περιοριστικής ταμπέλας. Ωστόσο, ο βλάσφημα προκλητικός ερωτισμός των εξωφύλλων του (αν και καλαίσθητα στημένος από τον περίφημο Λονδρέζο φωτογράφο Clive Arrowsmith) μάλλον φρέναρε τις πωλήσεις, ενώ η ευθαρσής αλλομορφία του ήχου και η ευέλικτη γλύκα των φωνητικών του Derrek άφησαν ασυγκίνητο το ευρύτερο κοινό της εποχής. Τους διστακτικούς προφανώς δεν έπεισε ούτε το ένθετο συναρμολογούμενο ζωοτρόπιο (ιδέα και κατασκευή του ίδιου του Voorman), που τοποθετείται πάνω στην πλάκα του πικάπ ενώ γυρίζει και δείχνει σε ρεαλιστικά κινούμενες ασπρόμαυρες φιγούρες τον Lon και τον Derrek να παίζουν κιθάρα και κρουστά αντίστοιχα. Αυτοί έχασαν! Ακριβώς τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το σχεδόν ξεχασμένο πλέον άλμπουμ "ξεθάφτηκε" από την επίσης αγγλική Cherry Red (πρώην RPM) Records, η οποία το επανατύπωσε σε συλλεκτικό CD μαζί με ανέκδοτες ηχογραφήσεις, επανεκτελέσεις των αρχικών κομματιών και σπάνια Β-sides (Home Dear Home, The Sea - με μια ουράνια συμφωνική coda από τον Sir John Tavener - Song of Songs, Can't Wait και τα... ευνόητα για την περίσταση Livin' και Resurrection).

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Μυαλό σε Παγίδα (Hardwired, 2009)

Πες μου το σπόνσορά σου, να σου πω ποιος είσαι

Φουτουριστική βιντεοπεριπέτεια των Ernie Barbarash (Κύβος: Ώρα Μηδέν, They Wait) και Michael Hurst (The Darkroom, Femme Fatales) η οποία ξεκινά από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (και κρίνοντας από τα δεδομένα των καιρών μας, όχι και τόσο εξωπραγματική) σεναριακή ιδέα, δεν αργεί όμως να χάσει τον μπούσουλα όσο και το μέτρο, σχεδόν εκθέτοντας τους πρωταγωνιστές της και χαραμίζοντας την αξιοπρεπέστατη δουλειά του Stephen Jackson (Βιονική Γυναίκα, Messages Deleted) στη φωτογραφία και του Schaun Tozer (Bad Money, Da Vinci's Inquest) στο soundtrack. Ο συμπαθής και συνήθως εκφραστικός Cuba Gooding Jr. (Ψέματα και Ψευδαισθήσεις, Μαφιόζος Εκτελεστής) δεν μπαίνει καν στον κόπο να κρύψει τη βαρεμάρα του στο ρόλο του βιοπαλαιστή Luke Gibson που χάνει τη γυναίκα του (Monica Mustelier) και το αγέννητο μωρό τους σε τροχαίο, ενώ ο ίδιος επιβιώνει χάρη σ' ένα πειραματικό μικροτσίπ το οποίο εμφυτεύεται στον εγκέφαλό του και του διαγράφει εντελώς τη μνήμη, προβάλλοντάς του κάθε τόσο διαφημιστικά μηνύματα και οδηγώντας τον στην παραφροσύνη. Κρίμα. Κρίμα, χίλιες φορές κρίμα για την ευρηματικότατη, πολλά υποσχόμενη σύλληψη που δεν τυγχάνει της ανάλογης δραματουργικής εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα οι ερμηνείες (κυρίως του Val Kilmer ως παρανοϊκού οραματιστή νευροβιολόγου με σκελετό γυαλιών του '50 και ξεμαλλιασμένη περούκα από αποκριάτικο βεστιάριο) να φλερτάρουν επικίνδυνα με την καρικατούρα - ως και ο εξαιρετικός καρατερίστας Michael Ironside (Splinter Cell, Masters of Horror) δείχνει μάλλον αμήχανος και απλώς δικπεραιωτικός - και το έργο να καταντά ένα ακόμα γραφικό B movie για μεταμεσονύκτιο χαβαλέ με πίτσα και μπίρες, ελαφρώς πιο φινετσάτο οπτικά από τα χιλιάδες παρόμοια. Τέλος, ο Kilmer (Ο Ιππότης της Ασφάλτου, Λάθος Ταυτότητα) στο εξώφυλλο του DVD είναι από... άλλο ανέκδοτο φιλμ (δεν κάνω πλάκα).

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Το Επαχθές Κόστος της Αναγέννησης - Δυο Cult Ταινίες για τη "Ζωή Μετά"

I. ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ (SECONDS, 1966)

Αγωνιώδες αλληγορικό thriller του John Frankenheimer (Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο, Το Τέρας της Αποκαλύψεως) βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του David Ely (1963).

Τελευταίο μέρος της λεγόμενης "Τριλογίας της Παράνοιας" (με τα Κάτω από Έναν Άλλον Ήλιο και Επτά Ημέρες του Μαΐου του ίδιου σκηνοθέτη - επίσης κινηματογραφικές διασκευές βιβλίων - να προηγούνται, ίσως συμπτωματικά, με σταθερή διαφορά δύο χρόνων μεταξύ τους) η Σατανική Επιχείρηση ιστορεί την a la Ζώνη του Λυκόφωτος περιπέτεια του ευκατάστατου μεσόκοπου επιχειρηματία Arthur Hamilton (John Randolph), ο οποίος κάτω από ύποπτα παράδοξες συνθήκες υποχρεώνεται να συνεργαστεί με την "Εταιρία", μια υπόγεια οργάνωση που τον βοηθά να σκηνοθετήσει το θάνατό του και να αποκτήσει νέο πρόσωπο και ταυτότητα, προκειμένου να εγκαταλείψει οριστικά τον ανούσιο τρόπο ζωής του.

Μεταλλαγμένος σε διάσημο νεαρό καλλιτέχνη με το όνομα Tony Wilson (Rock Hudson), αρχίζει να υλοποιεί τα αδιανόητα ως τότε απωθημένα του, ώσπου αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν έχανε και τίποτα και πως το χρέος του στην "Εταιρία" είναι πολύ πιο... αιματηρό απ' όσο φανταζόταν - και φυσικά, δίχως κανένα πια δικαίωμα υπαναχώρησης εκ μέρους του.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

The Death Ship (1959)

Άνθρωποι στη θάλασσα

Πιστή γερμανόφωνη μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του B. (Bruno?) Traven - ψευδεπώνυμου συγγραφέα του φημισμένου (επίσης διασκευασμένου για τη μεγάλη οθόνη από τον John Huston και βραβευμένου με δύο Oscar) Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε - από τον Αυστριακό τηλεοπτικό σκηνοθέτη Georg Tressler (Das Kriminalgericht, Reisedienst Schwalbe), με τον αποκαλούμενο στην εποχή του "Γερμανό James Dean" Horst Buccholz (The Magnificent Seven, Cervantes) σε έναν από τους πρώτους του (και μετρημένους στα δάχτυλα) μεγάλους ρόλους. Κυνηγημένος από την αστυνομία για μικροπαραπτώματα, ο νεαρός Αμερικανός ναύτης Philip Gale γίνεται φίλος με τον Πολωνό θερμαστή Lawski (Mario Adorf) και μπαρκάρει μαζί του στο φορτηγό πλοίο Yorikke, όπου τα μέλη του πληρώματος προσλαμβάνονται χωρίς πιστοποιητικά. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει το πανάκριβο τίμημα μιας τέτοιας "ουρανοκατέβατης" ευκαιρίας... Καταπέλτης ενάντια στην απανθρωπιά των σύγχρονων "κοινωνικών" συστημάτων, όπου ο σεβασμός στην ατομικότητα, την προσωπική αξιοπρέπεια και την ίδια τη ζωή δεν υφίσταται παρά μόνο στα λόγια και αυτόματα μηδενίζεται μπροστά στα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών, το αναρχίζον κείμενο του Traven (ο οποίος διώχθηκε για τις ακροαριστερές του πεποιθήσεις και μάλλον εξαιτίας αυτού κράτησε μυστική την αληθινή του ταυτότητα, διά βίου αλλά και μετά θάνατον) αποδίδεται με απερίφραστο ρεαλισμό από τον Tressler και τους πρωταγωνιστές του, διατηρώντας άθικτη τη σχεδόν αβάσταχτη ειλικρίνεια της αφήγησης και τη διηνεκή ισχύ της καταγγελίας του. Η απότομη "κάθοδος στην κόλαση" του καλόκαρδου, απονήρευτου και καλομαθημένου Philip εικονογραφείται με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια και αιχμηρές φωτοσκιάσεις που δίνουν μια καφκική αίσθηση εγκλωβισμού, τόσο μέσα στα ασφυκτικά έγκατα του καραβιού όσο και στην καρδιά της θαλάσσιας απεραντοσύνης. Η ανεπιτήδευτη και συχνά βίαιη ποιητικότητα των πλάνων του Tressler σίγουρα υπήρξε σημείο αναφοράς για τον Billy Budd του Peter Ustinov (Private Angelo, Lady L.), σε ένα ενδιαφέρον "αντιδάνειο" (το φιλμ του Ustinov βασίστηκε στην κλασική νουβέλα του Herman Melville, από την οποία ο Traven πιθανότατα εμπνεύστηκε το Death Ship - πάντως το όνομα του ήρωά του παραπέμπει ηχητικά και προσωδιακά στο "Billy Budd") και για τον Roman Polanski (Αποστροφή, Ο Ένοικος) στους Πειρατές - αν όχι και για τον Coppola (Ο Νονός, Πέτρινοι Κήποι) στο Αποκάλυψη Τώρα. Ωραίες οι ερμηνείες του φωτογενούς Buchholz και του μετέπειτα "θεσμού" των γερμανικών σίριαλ και B movies Mario Adorf (Der Schattenmann, Die Affare Semmeling), της πρωτοεμφανιζόμενης Elke Sommer (Τα Μυστικά Όπλα των Κατασκόπων, A Nightingale Sang in Berkeley Square) και του Έλληνα Πάνου Παπαδόπουλου (ο οποίος έκανε τριακονταετή καριέρα στη γερμανική τηλεόραση αναλαμβάνοντας χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους). Συγκρατημένο soundtrack από τον τζαζίστα και αρχιμουσικό Roland Kovac (Jonathan, Samanka) και υπέροχη νατουραλιστική φωτογραφία από τον παραγωγικότατο Heinz Pehlke (Αντιγόνη, Der Graf von Luxemburg).

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

The Lives of the Saints (2006)

Άγιοι και αμαρτωλοί, θύτες και θύματα

Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή του βόρειου Λονδίνου, ο τρομακτικά γραφικός συνοικιακός γκάνγκστερ κ. Karva (αγνώριστος ο Σκοτσέζος βετεράνος καρατερίστας James Cosmo) προορίζει για διάδοχό του το νεαρό προγονό του Othello (David Leon), τον οποίο υπεραγαπά. Εκείνος όμως σχεδιάζει κρυφά να ξεκόψει από το εγκληματικό περιβάλλον του πατριού του, να εξυγιάνει τις επιχειρήσεις του και να φέρει την ιερόδουλο φίλη του Tina (Emma Pierson) στον ίσιο δρόμο. Η αιφνίδια παρουσία ενός μικρού μουγκού θαυματοποιού (Sam MacLintock) στη ζωή τους θα βγάλει στην επιφάνεια μύχιους πόθους και επαίσχυντα απωθημένα και μυστικά και θα οδηγήσει τα γεγονότα σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, με κωμικοτραγικές και ολέθριες τελικά συνέπειες. Το φιλόδοξο κινηματογραφικό ντεμπούτο του γνωστού φωτογράφου διασημοτήτων Rankin (σε συνεργασία με τον ντοκιμαντερίστα Chris Cottam και τον πολυβραβευμένο σεναριογράφο Tony Grisoni) διακρίνουν στιγμές γνήσιας εικαστικής ποίησης, αν και η ρευστότητα της δραματουργικής διεκπεραίωσης δεν αφήνει το αβανταδόρικο κεντρικό εύρημα να απογειωθεί. Όταν μάλιστα στο τελευταίο ημίωρο του φιλμ η κατάσταση περνά στα χέρια του πιο ασταθούς ψυχικά χαρακτήρα, η έκβαση της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να είναι μονόδρομος, ουσιαστικά αχρηστεύοντας την υποτίθεται σοκαριστική κλιμάκωση και ανατροπή του φινάλε. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για ένα ενδιαφέρον σκηνοθετικό πείραμα που τολμά να "νοθεύσει" τη φλεγματική κοινωνική σάτιρα με έναν ιδιότυπο μαγικό ρεαλισμό, ζωγραφίζοντας με ολοζώντανες όσο και ζοφερές φωτοσκιάσεις έναν προαστιακό μικρόκοσμο στο τέλμα της βασανιστικά αργής του παρακμής και κατορθώνοντας να αποφύγει τις ηθικοδιδακτικές μεγαλοστομίες, ενώ συγχρόνως διατηρεί μια συνεπή ιδεολογική γραμμή. Οι φίλοι του αντισυμβατικού σινεμά (στο ύφος π.χ. του Terry Gilliam ή του Michael Winterbottom) ενδέχεται να το αγαπήσουν.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

5η Ημέρα (2007)

Αλήθεια, άγνωστη χώρα

Πρωτοφανές (απ' ό,τι έχω υπόψη μου) για τα δεδομένα της χώρας μας υβρίδιο διαδικτυακού παιχνιδιού γρίφων και διαδραστικού σίριαλ εναλλακτικής πραγματικότητας από την Typical Mutations, για το λανσάρισμα του οποίου εφαρμόστηκε μια εξίσου καινοτόμος στρατηγική: η viral αναγγελία (μέσω βίντεο στο YouTube) ενός μουσικού φεστιβάλ στην Κρήτη, με την... προδοτικά παράδοξη επωνυμία Gazpacho Music Festival και μια φευγαλέα, κρυπτική νύξη ως "δόλωμα" για τους πιο παρατηρητικούς. Η πρωτοτυπία της κεντρικής σύλληψης και το ευφυές στήσιμο της πλοκής, με τη μυθοπλαστική φαντασία να "εκμεταλλεύεται" έμπρακτα την καθημερινότητα των παικτών (βάζοντάς τους να ψάχνουν για στοιχεία όχι μονάχα στις μηχανές αναζήτησης αλλά και σε περιοδικά ή εφημερίδες, αφίσες στο δρόμο και εκπομπές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης και προσφέροντας στους "καμένους" τουλάχιστον ένα ακόμα, κρυφό και δυσκολότερα προσβάσιμο επίπεδο δράσης), κατόρθωσε χωρίς επιπλέον κόλπα προώθησης να προσελκύσει και να διατηρήσει ως το τέλος εντυπωσιακό αριθμό συμμετοχών, αφήνοντας τους άτρωτους στην αίσθηση του χιούμορ και σ' αυτό που η γλωσσολογία ορίζει ως "δεύτερο βαθμό" της έκφρασης να διαμαρτύρονται για την... κοροϊδία (!) του ανύπαρκτου φεστιβάλ. Είχα την τύχη να ανακαλύψω την 5η Ημέρα (που το λογότυπο του τίτλου της με την πρώτη ματιά διαβάζεται και ως "Σήμερα") αρκετά σύντομα αφότου ξεκίνησε και να προλάβω "ζωντανά" τα περισσότερα από τα 11 συνολικά επεισόδιά της. Δυστυχώς, ο ιστότοπός της έχει πάψει να υφίσταται εδώ και μήνες, όπως και το επίσημο site της Typical Mutations (η οποία κράτησε εσκεμμένα χαμηλό προφίλ στη διάρκεια του παιχνιδιού, εντείνοντας το διάχυτο μυστήριο γύρω απ' το project και τους δημιουργούς του, ενώ στη συνέχεια απορροφήθηκε από τη Leo Burnett Worldwide). Το ότι επρόκειτο για διαφημιστική ανάθεση από την CosmOTE και τη Sony Ericsson (με μια - ομολογουμένως - υποδειγματικά διακριτική όσο και χρηστική τοποθέτηση προϊόντων) ουδόλως μειώνει την καλλιτεχνική ή ιστορική αξία του εγχειρήματος. Σ' έναν από τους κύριους ρόλους, η άσημη τότε Ιωάννα Πηλιχού είχε αποκτήσει ενθουσιώδεις θαυμαστές ως αδίστακτη ρεπόρτερ με καρδιά... αγκινάρα, ενώ αν θυμάμαι καλά μπορούσε κανείς να ακούσει από πλήρως λειτουργικό playlist το άλμπουμ με τα τραγούδια του "διασημότερου στον κόσμο" συγκροτήματος Gravity Oven. Όποιος πληροφορήθηκε κατόπιν εορτής την ύπαρξη της 5ης Ημέρας και ενδιαφέρεται να πάρει μια ιδέα περί του προκειμένου, κάποιες σελίδες της βρίσκονται καταχωρισμένες στο αρχείο της WayBack Machine.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Moonlight (2007)

Αυτός, αυτοί & τα μυστήρια

Στα μέσα της δεκαετίας του '80, οι τότε φρέσκοι στα θεάματα Bruce Willis (Pulp Fiction, Οι Δώδεκα Πίθηκοι) και Cybill Shepherd (Η Εξαφάνιση της Κυρίας, Ήταν κάποτε ένα Έγκλημα) καθήλωναν το τηλεοπτικό κοινό ως δαιμόνιο όσο και αντισυμβατικό δίδυμο ερασιτεχνών ντετέκτιβ, ηρώων της νεοφανούς για την εποχή αστυνομικής σειράς Αυτός, Αυτή και τα Μυστήρια (ο αγγλικός τίτλος, Moonlighting, παίζει με τη διπλή έννοια της "ανεπίσημης" επαγγελματικής απασχόλησης και των απίθανων συγκυριών). Σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, ο σεναριογράφος Trevor O. Munson (Lone Star State of Mind) καταπιάστηκε με παρεμφερείς ιδέες στο μυθιστόρημά του Angel of Vengeance (Άγγελος Εκδίκησης), αναθέτοντας όμως το ρόλο του ιδιόρρυθμου ερευνητή σε ένα... βαμπίρ με συνείδηση και ηθικές αρχές (το πλέον αρμόδιο να πολεμήσει το έγκλημα στον αθέατο κόσμο της νύχτας), το οποίο συνεταιρίζεται με ωραία θνητή δημοσιογράφο και φυσικά, στην πορεία προκύπτει έρως σφοδρός. Το βιβλίο επρόκειτο να γυριστεί σε ταινία με το μάλλον ευπρόβλεπτο τίτλο Twilight (Λυκόφως) και πρωταγωνιστή τον Bruce Willis, σ' ένα εμφανέστατο κλείσιμο του ματιού στο Moonlighting του '84. Όταν η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη ακυρώθηκε, το project πέρασε από σαράντα κύματα ώσπου να καταλήξει στη μικρή, με τη μορφή εβδομαδιαίου σίριαλ σε παραγωγή του ίδιου του Munson και με τον τίτλο αλλαγμένο σε Moonlight (στο πνεύμα ίσως της αρχικής του πηγής έμπνευσης). Στο μεταξύ, κατά σατανική σύμπτωση (;) η νεόκοπη συγγραφέας Stephenie Meyer σημείωνε μια άνευ προηγουμένου εκδοτική και κινηματογραφική επιτυχία με τη δική της "νεανική" και... αγρίως αποστειρωμένη βερσιόν της βαμπιρικής μυθολογίας (επίσης τιτλοφορούμενη Twilight), επισκιάζοντας με την εμετική πιο εύπεπτη και πολιτικά ορθή της προσέγγιση την πραγματικά μοντέρνα και σκοτεινά σέξι, "ενήλικη" εκδοχή του Munson - ο οποίος, παρά τη θετική γενικά ανταπόκριση των τηλεθεατών, είδε το δημιούργημά του να συμπληρώνει με τα χίλια ζόρια τον πρώτο του (και μονάκριβο) κύκλο 16 επεισοδίων. Με το ραγδαία ανερχόμενο και σαγηνευτικό του cast (Alex O'Loughlin, Sophia Myles, Jason Dohring και Shannyn Sossamon), την υποβλητική φωτογραφία (Marvin V. Rush) και μουσική (Trevor Morris & John Frizzell), τη συγκινητική απεικόνιση ενός περιπετειώδους ρομάντζου παράλληλα με μια άσπονδη αλλά και τρυφερή αντρική φιλία και το λεπτό, επιδέξιο χειρισμό των όποιων κλισέ του, το βίαιο και ποιητικό αυτό σύγχρονο παραμύθι σίγουρα δεν άξιζε τις αλλεπάλληλες κακοτυχίες που το βρήκαν (με αποκορύφωμα την πολύμηνη απεργία των Αμερικανών σεναριογράφων) ως την οριστική του ματαίωση από το δίκτυο CBS, το Μάιο του 2008. Πάντως για όσους το έχασαν τότε που προβαλλόταν από ιδιωτικό κανάλι στην Ελλάδα, έχει κυκλοφορήσει σε κασετίνα τεσσάρων DVD από τη Warner Bros.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Hitchcock - The Final Cut (2002)

Όταν τρίζουν τα κόκαλα...

Αρκετές αναρτήσεις νωρίτερα σ' αυτήν εδώ τη στήλη, είχα γκρινιάξει για το Sinking Island και τις μη φιλικές προς τον παίκτη ιδιοτυπίες της δομής του, οι οποίες με εμπόδισαν τότε να το τερματίσω. Ε λοιπόν, παίρνω πίσω ό,τι έγραψα, ζητώ ταπεινά συγνώμη από τον ταλαντούχο κ. Sokal και υπόσχομαι σε εύθετο χρόνο να δώσω μια ακόμα ευκαιρία στο αν μη τι άλλο, αψεγάδιαστο αισθητικά και συμπαγές θεματολογικά παιχνίδι του. Διότι όσα ελαττώματα και αν έχει, δεν υπάρχει περίπτωση να αποδειχτεί χειρότερο από την κακόγουστη φάρσα της οποίας οι αυτουργοί είχαν μάλιστα το θράσος να πιάσουν στο στόμα τους τον περιώνυμο μετρ της αγωνίας και ερήμην του να τον χρίσουν μέντορά τους. Όμως το ότι κότσαραν τη φωτογραφία του εμβληματικού σκηνοθέτη στο εξώφυλλο του CD εγκατάστασης και σκόρπισαν μέσα στο παιχνίδι αποσπάσματα από τις πιο γνωστές ταινίες του, δεν καθιστά αυτόματα το προϊόν αντάξιο μιας τέτοιας ετερόφωτης αυτοδιαφήμισης. Οι φιγούρες πρώτα απ' όλα είναι τόσο κακοσχεδιασμένες και πρόχειρα προγραμματισμένες που κινούνται σαν εξαρθρωμένα νευρόσπαστα, η κάμερα αγνοεί επιδεικτικά τους χειρισμούς του παίκτη, φλερτάροντας με παράλογες γωνίες και προκαλώντας κυριολεκτικά ναυτία, οι διάλογοι όπως και η πλοκή (Benoit Rullier & Pierre Marmiesse) δεν βγάζουν το παραμικρό νόημα, το soundtrack και τα ηχητικά εφέ (Bostjan Troha) αποτελούνται από πέντε αριθμητικώς λούπες κονσέρβας που επαναλαμβάνονται σαν να κόλλησε η βελόνα. Όσο για τους γρίφους (λέμε τώρα), οι περισσότεροι δίνουν την εντύπωση ότι όποιος τους επινόησε μας δουλεύει, ενώ οι ακατάπαυστες και ακατάληπτες τσιρίδες της... μάινας που μεταφράζει (!) τη "νοηματική" γλώσσα της κωφάλαλης femme fatale - το εύρημα ακούγεται ίσως ενδιαφέρον αλλά πιστέψτε με, δεν θα μπορούσε να χαντακωθεί πιο θεαματικά - είναι ικανές να ξυπνήσουν τον αιμοδιψή δολοφόνο μέσα σας. Καθόλου δεν αστειεύομαι. Αφήστε που το πρόγραμμα εγκατάστασης απενεργοποιεί την επιτάχυνση υλικού στις κάρτες ήχου και γραφικών, χωρίς ωστόσο να θεωρείται αναγκαία η ενημέρωση του χρήστη ούτε η επαναφορά των εργοστασιακών, έστω, ρυθμίσεων με την απεγκατάσταση της εφαρμογής. Το ένα και μοναδικό θετικό της αξιολόγησης πηγαίνει με όλη μου την καρδιά στους σχεδιαστές των σκηνικών και των στατικών γραφικών (Iusse Perret & Matja Stuklek), οι οποίοι θα νόμισαν ότι τους προσέλαβαν σε κανονικό project και οι καημένοι κάθισαν κι έφτιαξαν αληθινά έργα δισδιάστατης τέχνης (που δείχνουν σχεδόν συγκινητικά όμορφα και περιποιημένα σε σχέση με το υπόλοιπο αλαλούμ). Τα ιδρυτικά στελέχη της σλοβενικής Arxel Tribe και της γαλλικής UbiSoft πρέπει να έπεσαν θύματα εκβιασμού, να έχασαν κάποιο στοίχημα ή να χρωστούσαν καμιά ΠΟΛΥ μεγάλη χάρη στον εμπνευστή του εν λόγω εκτρώματος, έτσι ώστε οι δυο σημαντικές, δοκιμασμένες και διεθνώς αναγνωρισμένες στο χώρο εταιρίες να υποχρεωθούν να αναλάβουν την κατασκευή, την έκδοση και τη διανομή του με άκρως εξευτελιστικούς γι' αυτές όρους. Δεν εξηγείται διαφορετικά.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Kentucky Route Zero (2013)

Μαγικός ρεαλισμός σε πέντε πράξεις

Πολύ όμορφο οπτικά (και ακουστικά) point & click εναλλακτικής πραγματικότητας που αντλεί την πρωτοτυπία του από το... παρελθόν, παντρεύοντας ευθαρσώς την ιδέα των βασισμένων σε κείμενο παιχνιδιών DOS της δεκαετίας '80-'90 με ένα γλυκύτατο "χειροποίητο" γραφικό περιβάλλον, ώστε να δίνει την αίσθηση διαδραστικού κόμικ ή ταινίας κινουμένων σχεδίων παρά ενός τυπικού βιντεοπαιχνιδιού adventure. Σε κλίμα ομιχλώδες που παραπέμπει στον Lynch (Ο Ύποπτος Κόσμος του Twin Peaks, Χαμένη Λεωφόρος) ή τον Cronenberg (Νεκρή Ζώνη), ο φιλήσυχος πρωταγωνιστής που ακούει στο όνομα Conway και εκτελεί μεταφορές επίπλων με το φορτηγάκι του ανακαλύπτει σε μια απ' τις διαδρομές του τη "λεωφόρο Μηδέν" (Route Zero), η οποία διασχίζει μια αχαρτογράφητη και ίσαμε τότε άγνωστή του περιοχή της πολιτείας του Κεντάκι. Μέσω μιας "μαγικής" τηλεόρασης που λειτουργεί ως πύλη προς παράλληλες διαστάσεις, ο Conway μεταμορφώνεται σε ένα είδος γήινου και αντι-ηρωικού Doctor Who ο οποίος (σχεδόν) παρά τη θέλησή του πραγματοποιεί ταξίδια αστραπή στο χωροχρόνο παρέα με το βαριεστημένο σκύλο του, την πολυμήχανη ηλεκτρολόγο Sharon και στη συνέχεια τη χήρα ιδιοκτήτρια παλαιοπωλείου Lysette, παρεμβαίνοντας στη ροή μιας ιδιότυπης, ποιητικά στρεβλωμένης καθημερινότητας και μαθαίνοντας να εκτιμά την αξία της φιλίας και της συνεργασίας στις δυσχερείς περιστάσεις. Με το εξαίσιο ηλεκτρονικό soundtrack του Ben Babbitt και τις νοσταλγικές, ηχογραφημένες ειδικά για το παιχνίδι bluegrass μελωδίες από το συγκρότημά του The Bedquilt Ramblers να συνοδεύουν μια ιστορία πολυεπίπεδη, ευφάνταστη όσο και καλογραμμένη, η οποία εξελίσσεται σύμφωνα με τις εκάστοτε επιλογές του παίκτη (και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τον Philip K. Dick ή τον Neil Gaiman), το νέο "πνευματικό παιδί" των συνιδρυτών της ανεξάρτητης αμερικανικής εταιρίας Cardboard Computer (A House in California, Ruins), προγραμματιστών, ραδιοφωνικών παραγωγών και εικαστικών καλλιτεχνών Jake Elliott & Tamas Kemenczy υπόσχεται να μας κρατήσει συντροφιά σε... δόσεις για την υπόλοιπη χρονιά - μπορεί και την επόμενη. Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει οι δυο πρώτες "πράξεις" του Kentucky Route Zero και αναμένονται (με ανυπομονησία) οι άλλες τρεις.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Haunted Halls - Green Hills Sanitarium (Συλλεκτική Έκδοση, 2011)

Κυνήγι "θησαυρού" και φαντασμάτων a la Lovecraft

Εξαιρετικά καλοφτιαγμένη, συμπαθέστατη από άποψη πλοκής νεανική point & click περιπέτεια, η υπόθεση της οποίας εξελίσσεται στο σκιαχτερό άσυλο του τίτλου και στηρίζεται στο "κυνήγι κρυφών αντικειμένων" (hidden object hunt) για την επίλυση των απανωτών, αλλά σχετικά βατών γρίφων της. Ανησυχώντας για την τύχη του εξαφανισμένου φίλου της Tim, η νεαρή ηρωίδα καταφθάνει στο άσυλο προκειμένου να τον σώσει από τα χέρια του αδίστακτου και παράφρονα Dr. Blackwell, ενώ συγχρόνως αναλαμβάνει να βοηθήσει τους τροφίμους που ο τελευταίος χρησιμοποιεί ως πειραματόζωα, ελέγχοντάς τους ψυχολογικά μέσα από τις ενδόμυχες ανασφάλειες και φοβίες τους. Τα υπέροχα γραφικά μετατρέπουν την αγωνιώδη αναζήτηση τόσο για τον αιχμάλωτο Tim όσο και για τα πολυάριθμα "κλειδιά" που οδηγούν προς τη λύση του δράματος σε καθαρή εικαστική απόλαυση, αν και τα μοτίβα της όμορφης και προσεγμένης κατά τα άλλα μουσικής επένδυσης επαναλαμβάνονται λίγο κουραστικά, υπονομεύοντας (ίσως επίτηδες) τη συγκέντρωση στους γρίφους που την απαιτούν περισσότερο. Η πρόοδος του παίκτη αποθηκεύεται αυτόματα στο παρασκήνιο, ενώ για τους λιγότερο εξοικειωμένους (ή τους ανυπόμονους) υπάρχει η δυνατότητα να συμβουλεύονται τον ενσωματωμένο στο μενού οδηγό στρατηγικής ή/και να παρακάμπτουν τη διαδικασία των πιο χρονοβόρων από τους γρίφους. Οι "ψημένοι" στο είδος αμέσως θα εντοπίσουν τις τιμής ένεκεν αναφορές σε "αρχετυπικά" παιχνίδια όπως τα Nancy Drew, Alone in the Dark και Sanitarium, καθώς και στο νιτσεϊκό Black Mirror, στο εμπνευσμένο από τον Lovecraft Darkness Within ή ακόμα και στο Resident Evil. Το Haunted Halls - Green Hills Sanitarium επανακυκλοφορεί σε συλλεκτική έκδοση που προσφέρει ένα πρόσθετο κεφάλαιο δράσης και πολλές άλλες εκπλήξεις, στις οποίες αποκτά πρόσβαση όποιος τερματίζει έστω και μια φορά με επιτυχία το παιχνίδι. Ένα μικρό διαμάντι που απευθύνεται κυρίως σε μεγάλα παιδιά, τίποτα όμως δεν εμποδίζει και τους ενήλικες να το καταευχαριστηθούν.