Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Πανδαιμόνιο (Pandaemonium, 2000)

Το όραμα και η αγωνία της ποιητικής έκφρασης

Ριζοσπαστικά μοντέρνα προσέγγιση της φλογερής φιλίας ανάμεσα σε δυο "ιερά τέρατα" των ευρωπαϊκών γραμμάτων και πρωτεργάτες του ρομαντικού κινήματος, τους Άγγλους ποιητές Samuel Taylor Coleridge και William Wordsworth, η οποία έληξε άδοξα μαζί με τη συνεργασία τους μόλις ο δεύτερος άρχισε να εποφθαλμιά το Βασιλικό Βραβείο Ποίησης. Ο κατά δική του ομολογία ένθερμος θαυμαστής του Coleridge, σκηνοθέτης Julien Temple (Στον Πλανήτη Γη τα Κορίτσια Είναι Εύκολα, Η Γοητεία της Οργής) και ο σεναριογράφος Frank Cottrell Boyce (Το Φιλί της Πεταλούδας, Κωδικός 46) μεροληπτούν αφειδώς υπέρ του, στηλιτεύοντας την ιδιοτελή φιλοδοξία και την ατιμία, τελικά, του Wordsworth απέναντι σ' έναν γνήσια χαρισματικό άνθρωπο που του πρόσφερε χωρίς όρους ή όρια την εκτίμηση, την εμπιστοσύνη και την αγάπη του. Με σεβαστή προϋπηρεσία στα μουσικά ντοκιμαντέρ, ο Temple τολμά να αψηφήσει την ιστορική ακρίβεια για να δώσει στο βιογραφικό αυτό δράμα τη μορφή ενός εκτεταμένου βιντεοκλίπ γυρισμένου με σχεδόν βέβηλα σύγχρονη τεχνοτροπία και αισθητική, μπαίνοντας κυριολεκτικά στο μεγαλοφυώς "λοξό" μυαλό του ήρωά του και απεικονίζοντάς τον σαν έναν επαναστάτη ροκά αιώνες μπροστά απ' την εποχή του, που η οραματική του σχιζοφρένεια και η εξάρτηση από τα παραισθησιογόνα τον περιθωριοποίησαν και τον απομόνωσαν από τον κοινωνικό αλλά και τον οικογενειακό του περίγυρο. Συνταρακτικοί οι Linus Roache (Ο Ιερέας, Τα Φτερά της Αγάπης) και John Hannah (Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία, Οι Λέξεις) ως Coleridge και Wordsworth αντίστοιχα, όπως και η Emily Woof (Άντρες Έτοιμοι για Όλα, Velvet Goldmine) στο ρόλο της επίσης ποιήτριας, υπερευαίσθητης και ονειροπαρμένης Dorothy (μικρότερης αδελφής του Wordsworth, του οποίου η ηθοποιός είναι μάλιστα μακρινή συγγενής), πλαισιωμένοι ιδανικά από τη λαγαρή φωτογραφία του John Lynch (Incubus, Comes a Bright Day), το "ξεχαρβαλωμένο" μοντάζ του Niven Howie (Δυο Καπνισμένες Κάνες, Γυρίστε το Γαλαξία με Οτοστόπ) και την υφολογικά ευέλικτη μουσική του Dario Marianelli (V for Vendetta, Εξιλέωση).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αναλυτικότερη παρουσίαση της ταινίας ΕΔΩ.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Η Κλεψύδρα (Sanatorium pod Klepsydra, 1973)

Στον αστερισμό της κλεψύδρας

Θαρραλέα (αν όχι παράτολμη) απόπειρα του εικονοκλάστη Πολωνού Wojciech J. Has (Το Χειρόγραφο που Βρέθηκε στη Σαραγόσα, The Codes) να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το σπονδυλωτό μυθιστόρημα Sanatorium under the Sign of the Hourglass (Σανατόριο στον Αστερισμό της Κλεψύδρας, 1937) του αδικοσκοτωμένου στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμπατριώτη του, πρωτοπόρου ζωγράφου και συγγραφέα Bruno Schulz (ενδιαφέρουσα, αν όχι και εσκεμμένη η αντεστραμμένη συμμετρία των τελευταίων δυο ψηφίων στις χρονολογίες έκδοσης του βιβλίου και κυκλοφορίας του φιλμ). Όταν ο Josef (Jan Nowicki) επισκέπτεται τον ηλικιωμένο πατέρα του, Jakub (Tadeusz Kondrat), που πεθαίνει παρατημένος σε γηροκομείο, "διακτινίζεται" αναπάντεχα σε μια παράλληλη διάσταση ύπαρξης, όπου πρόσωπα, περιστατικά και θραύσματα αναμνήσεων από διάφορα στάδια της ζωής του μπερδεύονται και ενσωματώνονται σε σουρεαλιστικές φαντασιώσεις και αλλόκοτα ενορατικές εικόνες από το μέλλον και την ιστορία. Με φόντο τους ερειπωμένους τοίχους του μουντού, σχεδόν έρημου ιδρύματος, οι λαβύρινθοι των συνειρμών που γεννά η συνείδηση και το υποσυνείδητο καταπίνουν κάθε αίσθηση χρονικού προσανατολισμού και γραμμικής πορείας των γεγονότων. Τα έντονα περιγράμματα και οι άφοβες χρωματικές αντιθέσεις της φωτογραφίας (Witold Sobocinski) σοκάρουν με την επιθετική ομορφιά τους, θυμίζοντας ζωγραφικές συνθέσεις του Arcimboldo ή του Escher. Ποιητικό μοντάζ από τη Janina Niedzwiecka (Scorpio, Virgo and Sagittarius, The Gorgon Case) και σοφά ζυγισμένο, ρωμαλέο soundtrack από τον κινηματογραφικό συνθέτη, μαέστρο και μετέπειτα ιδρυτή της ξακουστής Πολωνικής Ορχήστρας Δωματίου Jerzy Maksymiuk (Pastorale Ηeroica, Who Is That Man?). Ίσως όχι για όλα τα γούστα, αλλά οπωσδήποτε μια απ' τις ταινίες σταθμούς του σύγχρονου σινεμά.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Εξωπραγματικότητα (The Fall, 2006)

Σκοτεινή αλληγορία σε εκθαμβωτικές αποχρώσεις

Ιδεολογικά μεγαλεπήβολο, εξαίσιο εικαστικά remake της παιδικής βουλγαρικής ταινίας του 1981 Υο Ηο Ηο (του πρώτου σκηνοθέτη από τη Βουλγαρία που υπήρξε υποψήφιος για το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Κανών, Zako Heskiya) από τον Ινδό Tarsem Singh (Το Κελί, Καθρέφτη, Καθρεφτάκι μου), βασισμένη στο πρωτότυπο σενάριο του βετεράνου Valeri Petrov (Wenn die Rosen Τanzen, A Shooting Day). Στα μέσα της δεκαετίας του '20, ο νεαρός Αμερικανός κασκαντέρ του βωβού Roy Walker (Lee Pace), στον οποίο η αυτοκτονία έχει γίνει έμμονη ιδέα ύστερα από μια ερωτική απογοήτευση και το ατύχημα που τον άφησε παράλυτο απ' τη μέση και κάτω, γνωρίζεται με τη μικρή Alexandria (Catinca Untaru), κόρη Ρουμάνων προσφύγων, στην κλινική όπου νοσηλεύονται και οι δυο - εκείνη με σπασμένο χέρι - και εκμεταλλεύεται τη μεταξύ τους συμπάθεια προκειμένου να υλοποιήσει το σκοπό του. Αρχίζει λοιπόν να της αφηγείται μια σειρά από ιστορίες δικής του επινόησης, ζητώντας της να του προμηθεύει κρυφά μορφίνη από το φαρμακείο της κλινικής ως αντάλλαγμα για τη συνέχειά τους. Καθώς περνούν οι μέρες και χάρη στη φαντασία του κοριτσιού, το παραμύθι παρεμβαίνει βαθμιαία στην πραγματικότητα και συγχέεται μ' αυτήν, ώσπου η Alexandria υποψιάζεται τι ακριβώς πάει να κάνει ο Roy. Θα καταφέρει να τον αποτρέψει χρησιμοποιώντας το ίδιο του το τέχνασμα; Με θέμα ελεύθερα εμπνευσμένο από το διήγημα του J. D. Salinger Ο Άνθρωπος που Γελά (The Laughing Man, 1949), το οποίο με τη σειρά του κλείνει το μάτι στο ομότιτλο εμβληματικό μυθιστόρημα του Victor Hugo, ο Χίλιες και Μια Νύχτες διασταυρώνονται με την ακατάσχετη οπτική ποίηση του Wojciech J. Has (Το Χειρόγραφο που Βρέθηκε στη Σαραγόσα, Η Κλεψύδρα) σ' ένα κινηματογραφικό χάρμα οφθαλμών με βαθύ συναισθηματικό και υπαρξιακό υπόστρωμα που συγκλονίζει. Οι αψεγάδιαστες ερμηνείες της τότε εννιάχρονης, πρωτοεμφανιζόμενης Untaru - η οποία αντικαθιστά επάξια τον εκπληκτικό Viktor Chouchkov (Leonid) του Yo Ho Ho - και του "χαμαιλέοντα" Pace (Soldier's Girl, Pushing Daisies) πείθουν και συνεπαίρνουν, ενώ εκτός απ' τα υπέροχα σουρεαλιστικά κοστούμια της πρόσφατα αδικοχαμένης Eiko Ishioka (Mishima, Δράκουλας), τα ονειρικά σκηνικά (Riccardo Pugliese & Cynthia Sleiter) και την αριστουργηματική φωτογραφία του Colin Watkinson (Entourage, Monday Mornings), ειδική μνεία αξίζει και η επική μουσική επένδυση του Krishna Levy (Εlodie Bradford, Whatever Lola Wants).

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Pieta (2012)

Το αμάρτημα της μητρός του

Βίαιο παραβολικό μελό του σπουδαγμένου εις Παρισίους Νοτιοκορεάτη σεναριογράφου και σκηνοθέτη Kim Ki-Duk (Bad Guy, Samaritan Girl), βραβευμένο με το Χρυσό Λιοντάρι στο 69o Φεστιβάλ Βενετίας. Η μοναχική ζωή ενός ακοινώνητου και σαδιστή τοκογλύφου (Lee Jeong-Jin) που δεν διστάζει να επιστρατεύσει ακραίες μεθόδους ώστε να εισπράξει τα δανεικά του, παίρνει εντελώς απροσδόκητη τροπή όταν επανεμφανίζεται η μητέρα του (Jo Min-Su) - ή μάλλον, μια γυναίκα που του συστήνεται ως μητέρα του - η οποία τον είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μωρό. Η εξαρχής διφορούμενη έλξη ανάμεσά τους θα οδηγήσει σε μια σεξουαλικά φορτισμένη, διαστροφική και μοιραία σχέση αλληλεξάρτησης, φέρνοντας στην επιφάνεια το ακόμα πιο αποκρουστικό τέρας που ο καθένας τους κρύβει μέσα του... Ποιητικά γκροτέσκα μικρογραφία των σύγχρονων κοινωνιών που όχι μόνο ανέχονται, αλλά και επιβραβεύουν με τον τρόπο τους την απληστία και τον κάθε βαθμό απανθρωπιάς στο όνομα του ατομικού συμφέροντος και του υλικού κέρδους, η δυσλειτουργική διμελής "οικογένεια" της Pieta αυτοκαταστρέφεται εμμονοληπτικά και αμετάκλητα, ενώ συγχρόνως καταστρέφει μεθοδικά τους πάντες και τα πάντα γύρω της. Υπάρχει άραγε ανάσταση για το "σταυρωμένο" ληστή; Είναι η εκδίκηση το πλέον ενδεδειγμένο μέσο για την αποκατάσταση μιας αδικίας; Μπορεί να ελπίζει σε κάποια μορφή λύτρωσης (ή έστω κάθαρσης) όποιος βρίσκεται ήδη στην κόλαση; Μια ταινία βουτηγμένη στο πένθος για την ανθρώπινη κατάσταση, με τη θεοσκότεινη φωτογραφία (Jo Young-Jik) και το μελαγχολικό soundtrack (In-Young Park) να εντείνουν τη δυσοίωνη ατμόσφαιρα που "κάθεται στο στομάχι" του θεατή, ταρακουνώντας τον αλύπητα απ' το λήθαργο της ρουτίνας του. Αισθητικά αρμόζουσα (αν και ελαφρώς παραπλανητική από άποψη σημειολογίας - θα καταλάβετε γιατί όταν δείτε το έργο) η υπέροχη, αναγεννησιακής έμπνευσης αφίσα.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Το Στρίψιμο της Βίδας (Otra Vuelta de Tuerca, 1985)

Εφιαλτικά παιχνίδια μυαλού

Από τα πολυδιασκευασμένα (για το σινεμά, την τηλεόραση αλλά και την όπερα) έργα της κλασικής λογοτεχνίας, Το Στρίψιμο της Βίδας του Henry James μεταφέρεται για μια ακόμα φορά στην οθόνη από τον Eloy de la Iglesia (Una Gota de Sangre para Morir Amando, Los Novios Bulgaros), με το νεαρό Ιησουΐτη δάσκαλο Roberto (Pedro Maria Sanchez) στη θέση της (ανώνυμης στο πρωτότυπο) γκουβερνάντας που πιάνει δουλειά σε μια παραθαλάσσια έπαυλη, προκειμένου να αναλάβει τη φροντίδα δυο ορφανών παιδιών. Η τρυφερή όσο και τεταμένη σχέση που αναπτύσσει ο Roberto με την οχτάχρονη Flora (Cristina Goyanes) και τον έφηβο Mikel (Asier Hernandez Landa) που αποβλήθηκε για μυστηριώδεις λόγους από το σχολείο του, σύντομα δοκιμάζεται από μια σειρά ανεξήγητων γεγονότων, τα οποία δείχνουν να συνδέονται με τις σιωπηλές φιγούρες που εμφανίζονται στους διαδρόμους και τους εξωτερικούς χώρους του σπιτιού. Φαντάσματα; Παραισθήσεις; Γεννήματα ενός άρρωστου υποσυνείδητου - κι αν ναι, τίνος; Της μικρής Flora με τα αιφνίδια βίαια ξεσπάσματα; Του αινιγματικού, ανησυχητικά ώριμου για την ηλικία του Mikel; Ή μήπως του ίδιου του Roberto, που εξαιτίας της υπερβολικά αυστηρής του εκπαίδευσης βασανίζεται από καταπιεσμένους πόθους και ενοχές; Με πενιχρά υλικά μέσα αλλά άφθονο δημιουργικό θράσος και... λόξα, ο "Ισπανός Argento" βάζει την ιδιότυπη σφραγίδα του σ' ένα ζοφερό ψυχολογικό thriller που παίζει ανελέητα με τα νεύρα, το μυαλό και τις αισθήσεις του θεατή, βγάζοντας τη γλώσσα σε όσους το "έθαψαν" στην εποχή του ως... ιερόσυλο remake της εμβληματικής ασπρόμαυρης εκδοχής του 1961 από τον Jack Clayton (με τον τίτλο Μια Μορφή στο Παράθυρο και πρωταγωνίστρια την Deborah Kerr) παρά απευθείας προσαρμογή της νουβέλας του James. Ένα "λαθρόβιο" cult διαμαντάκι που αμφιβάλλω αν κυκλοφόρησε ποτέ σε DVD, σίγουρα όμως αξίζει τον κόπο να το αναζητήσει κανείς.

One Fast Move or I'm Gone - Kerouac's Big Sur (OST, 2008)

Στο τέλος του δρόμου

Eυτυχής αν και ελάχιστα αναμενόμενη σύμπραξη του Αμερικανού ροκά Ben Gibbard (των Death Cab for Cutie και The Postal Service και του ανεξάρτητου project All-Time Quarterback) με το συμπατριώτη του τραγουδοποιό Jay Farrar (ιδρυτή των εναλλακτικών country συγκροτημάτων Uncle Tupelo και Son Volt) για τη μουσική επένδυση του ομότιτλου αφιερώματος στον Jack Kerouac από τον ντοκιμαντερίστα Curt Worden (Riding the Icelandic Horse, Action Blast!). Αξιοποιώντας την εγγενή ποίηση της γραφής του Kerouac, η οποία στηρίζεται στη δύναμη της αλληλουχίας και την αμεσότητα του συναισθήματος, ο Gibbard και ο Farrar μας χαρίζουν δώδεκα ταξιδιάρικες μπαλάντες βασισμένες σε αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Big Sur, με τη γλυκύτατη αρμονία των φωνών τους να συνοδεύεται μονάχα από ηλεκτροακουστικές κιθάρες και περιστασιακά κρουστά, έγχορδα και πλήκτρα. Οι κρυστάλλινες μελωδίες ακολουθούν πιστά την προσωδία του πεζού λόγου, αλλά ποτέ σε βάρος της δικής τους μουσικότητας: απόδειξη ότι η πρόζα μπορεί θαυμάσια να γίνει τραγούδι, εφόσον ο εσωτερικός ρυθμός της το επιτρέπει (εδώ ο πρόωρα και μαρτυρικά χαμένος Τσέχος συνθέτης Erwin Schulhoff κατάφερε να μελοποιήσει ως και το... Κομμουνιστικό Μανιφέστο - αυτό όμως είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία). Ό,τι πρέπει για συντροφιά σε πολύωρες διαδρομές με αυτοκίνητο, το εξαίσιο αυτό άλμπουμ είναι αληθινό βάλσαμο για τα αυτιά και την ψυχή μέσα στην απάνθρωπη ηχορύπανση και την ισοπεδωτική εμπορευματοποίηση του αιώνα μας. Συλλεκτικό κομμάτι για τους θαυμαστές του Kerouac και των Beats και απαραίτητο απόκτημα για τους φίλους της μελοποιημένης ποίησης (και όχι μόνο).

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Zerophilia (2005)

Κανείς δεν είναι... τέλεια

Ευφάνταστη νεανική κομεντί με ήρωα τον εσωστρεφή Luke (Taylor Handley) που ανακαλύπτει αίφνης την ικανότητά του να... αλλάζει φύλο όποτε ερεθίζεται σεξουαλικά. Πρόκειται για γενετική ιδιαιτερότητα με την επιστημονική ονομασία zerophilia, η οποία ελέγχεται από το σπανιότατο χρωμόσωμα Z και απαντάται αποκλειστικά στο... μυαλό του πρωτοεμφανιζόμενου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Martin Curland (που την εμπνεύστηκε από το υπαρκτό φαινόμενο του κατ' επιλογήν ερμαφροδιτισμού στη φύση και τη χρησιμοποίησε με επιτυχία ως viral marketing πριν την επίσημη προβολή της ταινίας). Η κατάσταση περιπλέκεται απελπιστικά όταν το θηλυκό alter ego του Luke (Marieh Delfino) ερωτεύεται τον οξύθυμο, πλην όμως ωραίο αδελφό (Kyle Schmid) της κοπελιάς που τον ενδιαφέρει (Rebecca Mozo). Κι αυτό δεν είναι παρά το μικρότερο κακό που τον βρίσκει... Μια τολμηρή και πανούργα ιδέα που παραλίγο να απογειωθεί στα χέρια του ταλαντούχου αλλά άπειρου Curland, τον οποίο φαίνεται πως ξεπερνούν οι δυνατότητες του υλικού του. Πέρα από μια δυο πράγματι ευφυείς ανατροπές, η εκμετάλλευση του ευρήματος εξαντλείται στην ανακύκλωση μάλλον προβλέψιμων φαρσικών παρεξηγήσεων και ερωτικών μπερδεμάτων, θίγοντας μόνο επιφανειακά τον ουσιαστικότερο προβληματισμό για τα κοινωνικά και πολιτισμικά ταμπού και στερεότυπα που περιβάλλουν τους ρόλους και τις σχέσεις των φύλων. Παρ' όλα αυτά, δεν παύει να είναι ένα πολύ ευχάριστο, ανάλαφρο και καλογυρισμένο εργάκι με απέριττα στυλάτη σκηνοθεσία, μπριόζες ερμηνείες από τους χαριτωμένους νεαρούς πρωταγωνιστές και όμορφη μουσική από τον Kevin McDaniels (The Guiding Light, The Outbreak). Ό,τι καταφέρνει να μας αποσπάσει έστω κι ένα χαμόγελο στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε, είναι και με το παραπάνω ευπρόσδεκτο.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Σάκος με Κόκαλα (Bag of Bones, 2011)

Τιτανικός σε λίμνη

Πολυδιαφημισμένη προσαρμογή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Stephen King για την αμερικανική καλωδιακή τηλεόραση από τους Mick Garris (Quicksilver Highway, Η Απόγνωση) και Matt Venne (Λευκός Θόρυβος 2 - Η Λάμψη, Μέσα από τον Καθρέφτη 2), οι οποίοι ωστόσο φαίνεται ότι διάβασαν... άλλο βιβλίο. Το ογκώδες, πολυεπίπεδο και κατά βάση ψυχολογικό thriller του King συρρικνώνεται και υποβιβάζεται σε μια σχεδόν απλοϊκή ιστορία φαντασμάτων, όπου εκτός από τον αειθαλή και μαγνητικό Pierce Brosnan (Ο Καθρέφτης Έχει δύο Πρόσωπα, Υπόθεση Thomas Crown) στο ρόλο του διάσημου συγγραφέα και νυν τεθλιμμένου χήρου Mike Noonan, πρωταγωνιστούν τα (όχι πάντα επιτυχημένα) ψηφιακά ειδικά εφέ και η... πλήξη. Το υπεραπλουστευτικό σενάριο του Venne και η άτσαλη σκηνοθεσία του κατά τα άλλα βετεράνου στο είδος Garris κατορθώνουν να απογυμνώσουν την αφήγηση από οποιαδήποτε δραματουργική και χαρακτηρολογική αρετή, χαραμίζοντας τη φιλότιμη ερμηνεία του Brosnan, αλλά και του υπέργηρου τηλεοπτικού καρατερίστα William Schallert (Νοικοκυρές σε Απόγνωση, True Blood) ως καταχθόνιου πεθερού της νεαρής συζυγοκτόνου Mattie Devore (Melissa George), της οποίας το αταίριαστο και καταδικασμένο ειδύλλιο με τον Mike προάγεται (ως αναμενόταν) από παράπλευρο τέχνασμα πλοκής σε κεντρικό πυρήνα της υπόθεσης, παρά την κραυγαλέα απουσία χημείας μεταξύ των δυο ηθοποιών. Η όχι κακή μουσική του Βρετανού Nicholas Pike (Ιστορίες από την Κρύπτη, Masters of Horror) αγωνίζεται να φορτίσει κάπως πιο υποβλητικά το κλίμα, στο τέλος όμως το "ναυάγιο" δυστυχώς δεν αποφεύγεται. Για όσους δεν αρκούνται στο να "σκοτώσουν" ένα βραδινό τρίωρο - και ιδίως αν συγκαταλέγονται στους πιστούς (ανα)γνώστες του King - το... τηλεκοντρόλ σώζει ζωές.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Mr. Brooks (2007)

Ένας και δύο και τρεις και τέσσερις σχιζοφρενείς δολοφόνοι

Εξέχον μέλος της κοινωνίας και υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, ο πάμπλουτος επιχειρηματίας Earl Brooks (Kevin Costner) κρύβει ένα ειδεχθές μυστικό. Όταν η "άλλη" του πλευρά κινδυνεύει να ξεσκεπαστεί, συνάπτει ανίερη συμφωνία με τον εξίσου διεστραμμένο εκβιαστή του (Dane Cook), ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει απροσδόκητα οικογενειακά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, η δαιμόνια αστυνόμος Tracey Atwood (Demi Moore) που ερευνά την υπόθεση ταλαιπωρείται από τον άπληστο πρώην σύζυγό της (Jason Lewis) αλλά και από έναν δραπέτη κατάδικο (Matt Schulze) με τον οποίο έχει προσωπική βεντέτα. Ικανές να τροφοδοτήσουν πεντέξι διαφορετικές ταινίες, οι βεβιασμένα τεμνόμενες πλοκές (και οι σχεδόν ισάριθμοι σχιζοφρενείς δολοφόνοι) που συνωστίζονται στη δίωρη διάρκεια του Mr. Brooks γεννούν την υποψία ότι ο σεναριογράφος (με τη συμβολή του Raynold Gideon) και σκηνοθέτης του φιλμ Bruce A. Evans (Starman, Kuffs) ξέμεινε στα μισά από έμπνευση και κατέφυγε σε άλλες, ανεκμετάλλευτες ως τότε ιδέες του, χωρίς να σκοτιστεί αν έδεναν λειτουργικά μεταξύ τους. Το εντυπωσιακό ξεκίνημα, με την άκρως δελεαστική νύξη μιας φρέσκιας ματιάς σε πολυφορεμένα τώρα πια θέματα όπως ο διχασμός προσωπικότητας (ανατριχιαστική έκπληξη η παρουσία του William Hurt ως... αιμοβόρου alter ego του Costner) και η χιτσκοκική ανταλλαγή εγκλημάτων, δεν αργεί να εκφυλιστεί σε μια ασυνάρτητη διαδοχή εξόφθαλμα "στημένων" συγκυριών και εντελώς προβλέψιμων "ανατροπών", στον κατήφορο της οποίας δεν βάζουν φρένο ούτε οι γοητευτικές ερμηνείες των Costner (Ο Ξιπόλητος Joe, Χορεύοντας με τους Λύκους) και Hurt (Το Φιλί της Γυναίκας Αράχνης, Παιδιά ενός Κατώτερου Θεού), ούτε το... ακροβατικό πιστολίδι της Moore (Αόρατος Εραστής, Η Επίλεκτη), ούτε η ατμοσφαιρική φωτογραφία του John Lindley (The Serpent and the Rainbow, Απόλυτος Κίνδυνος), ούτε το μεγαλόπνοο soundtrack του Ramin Djawadi (Η Απόδραση, Game of Thrones). Κρίμα.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Sinking Island (2007)

Κυνηγώντας τον... αδικοχαμένο χρόνο

Συμπαθητικό εκ πρώτης όψεως adventure διά χειρός Benoit Sokal (δημιουργού του κλασικού Amerzone και της πανέμορφης σειράς Syberia) όπου η Agatha Christie συναντά τον Jules Verne και την Jane Jensen, επιφορτίζοντας τον παίκτη με την εξιχνίαση μιας δολοφονίας σε ένα εξωτικό νησί που βουλιάζει σε πραγματικό χρόνο και τη φυγάδευση των κατοίκων του πριν την τελειωτική καταστροφή. Και εδώ ακριβώς έγκειται η ιδιομορφία αλλά και το μεγάλο πρόβλημα του Sinking Island: ενώ ακολουθούμε τον ήρωα στην εξονυχιστική εξερεύνηση τόσο του ίδιου του νησιού όσο και ενός περίτεχνου πυργόσπιτου με αμέτρητoυς ορόφους και δωμάτια, πρέπει υποχρεωτικά να σεβαστούμε τις ώρες ανάπαυσης, φαγητού και ύπνου του και να κάνουμε υπομονή ώσπου να μας δοθεί η δυνατότητα να συνεχίσουμε. Μια όντως ευρηματική νότα ρεαλισμού, που όμως στην πράξη καταντά σκέτος μπελάς. Η ενδιαφέρουσα αστυνομική πλοκή (με μια διακριτική δόση μεταφυσικού μυστηρίου) και τα πλούσια, γεμάτα χρώμα και ζωντάνια γραφικά χαντακώνονται από την έλλειψη φαντασίας και πρωτοτυπίας στους γρίφους, την αδιάκοπη επανάληψη των ίδιων και απαράλλαχτων μεθόδων επίλυσής τους και τη διαρκή αίσθηση ότι ο χρόνος που δήθεν τρέχει και μας πιέζει, δεν περνάει με τίποτα ο άτιμος. Είναι ένα απ' τα ελάχιστα παιχνίδια που δεν έχω τερματίσει και το μοναδικό που άφησα στη μέση επειδή... αγανάκτησα. Για παίκτες με πολύ γερά νεύρα, αλλά δυστυχώς όχι για τους λόγους που υπόσχεται το εξώφυλλο.