Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

The NADI Project (2016)

Η μυστηριώδης νήσος

Καλοστημένο σύντομο adventure από την ιταλική Monkeys Tales Studio, το οποίο διατίθεται δωρεάν μέσω Steam. Ενώ βρίσκεται σε επαγγελματικό ταξίδι, ο χαρακτήρας που ελέγχουμε παθαίνει αεροπορικό ατύχημα και ξεβράζεται σε μυστηριώδες εγκαταλελειμμένο νησί, γεμάτο βαρέλια με εκρηκτικές ύλες. Η φωνή ενός μικρού κοριτσιού τον καθοδηγεί στη λεπτομερή εξερεύνηση μιας παραθαλάσσιας σπηλιάς, μιας μισογκρεμισμένης οικογενειακής έπαυλης, μιας εγκατάστασης τηλεπικοινωνιών και ενός φάρου, ώστε να συνθέσει βαθμιαία τη λύση του τραγικού αινίγματος που κυριολεκτικά στοιχειώνει το (όχι και τόσο) έρημο νησί. Τα θαυμάσια γραφικά, το υποβλητικό soundtrack και η ενδιαφέρουσα υπόθεση με τη μάλλον αναπάντεχη εξέλιξη και το συγκινητικό φινάλε αποζημιώνουν για την κάποια βιασύνη στον προγραμματισμό και τα "ανυπάκουα" χειριστήρια (το ποντίκι ειδικά, είναι ψυχοβγάλτης). Ως πρώτη γεύση από τη δουλειά των τριών νεαρών προγραμματιστών από την Μπολόνια που στελεχώνουν τη Monkeys Tales Studio (καμιά σχέση με τη βελγική Monkey Tales Games, η οποία καταπιάνεται κυρίως με βιντεοπαιχνίδια εκπαιδευτικού περιεχομένου), το NADI Project είναι εντυπωσιακό αισθητικά και πολλά υποσχόμενο δραματουργικά και μακάρι να διαρκούσε αρκετά παραπάνω, μ' όλες τις τεχνικές του "δυστροπίες". Ένα ακόμα παιχνιδάκι δικής τους παραγωγής, το αφιερωμένο στους ανέλπιδα ερωτοχτυπημένους... κομπιουτεράδες PROTOThYPE_a love story, είναι επίσης διαθέσιμο σε συμβολική τιμή μέσω Steam, ενώ έχουν στα σκαριά και ένα τρίτο project, το επιστημονικής φαντασίας Pandora - The Journey. Θα τους παρακολουθούμε...

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (21.6.17) και ΕΔΩ.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Serena (2014)

Η ανατροπή της ανατροπής, ω ανατροπή

Ωραίο ατμοσφαιρικό παιχνιδάκι διεθνούς συμπαραγωγής, από την εξ Αργεντινής ανεξάρτητη Senscape σε συνεργασία με τις CBE Software, Digital Media Workshop, Guys from Andromeda & Infamous Quests. Ο πρωταγωνιστής του, ένας ξεπεσμένος συγγραφέας, βρίσκεται in media res κλεισμένος σε ένα ξύλινο σπίτι στο δάσος, πασχίζοντας να θυμηθεί τι του συνέβη και να ανασυνθέσει το πρόσφατο παρελθόν του μέσα από τις αναμνήσεις που του φέρνουν τα αντικείμενα γύρω του. Η Serena του τίτλου δεν είναι άλλη από τη σύζυγο του ήρωα, η οποία έχει προφανώς εξαφανιστεί κάτω από μάλλον ανησυχητικές συνθήκες (το όνομά της αποτελεί φόρο τιμής στην ακτιβίστρια Serena Nelson, ένθερμη υποστηρίκτρια των ανεξάρτητων παιχνιδιών adventure, η οποία αντιμετώπισε συστηματική παρενόχληση όταν αποκαλύφθηκε ότι έχει πραγματοποιήσει αλλαγή φύλου). Όσες εκπλήξεις μπορεί να χωρέσει το σενάριο ενός παιχνιδιού που ζήτημα να διαρκεί ένα μισάωρο και εκτυλίσσεται μέσα σε δυο όλα κι όλα δωμάτια, οι δημιουργοί της Serena τις σκαρφίζονται και τις "ξετινάζουν" με ανενδοίαστο κέφι, χαρίζοντάς μας το οπτικοποιημένο και διαδραστικό αντίστοιχο ενός ευφυούς διηγήματος μυστηρίου: η ιστορία θα μπορούσε να είχε γραφτεί από τον Poe ή τον Oscar Wilde, τους οποίους εξάλλου τιμά με πανούργα κλεισίματα του ματιού. Το κλειδί της υπόθεσης είναι οι σκέψεις και οι διαπιστώσεις του κεντρικού χαρακτήρα (στον οποίο δανείζει τη φωνή του ο βετεράνος σχεδιαστής και σεναριογράφος βιντεοπαιχνιδιών Josh Mandel, πρώην συνεργάτης της θρυλικής Sierra) που επηρεάζουν όχι μονάχα την εξέλιξη της πλοκής, αλλά και το "άψυχο" περιβάλλον. Μοναδική αιτία "γκρίνιας" από την πλευρά μου, η τάση της κάμερας να περιστρέφεται αυτοβούλως και ασταμάτητα αν τυχόν δεν τοποθετήσουμε τον κέρσορα ακριβώς στο σημείο που πρέπει ώστε να μετακινηθούμε μέσα στο χώρο. Κατά τα άλλα, το έξυπνο και αρκετά πρωτότυπο αυτό παιχνίδι - που διατίθεται μάλιστα εντελώς δωρεάν μέσω Steam - προτείνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του είδους και ιδίως στους νεοφώτιστους (ή τους ενδιαφερόμενους, πλην αμύητους).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (24.12.18) και ΕΔΩ.

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ιστορίες που δεν Πρέπει Ποτέ να Ειπωθούν - Δυο Βιντεοπαιχνίδια με Εκλεκτικές Συγγένειες

I. MIASMATA (2012)

Σ' έναν άλλο τόπο και χρόνο, ξυπνάς ξεβρασμένος στην ακτή κάποιου μυστηριώδους νησιού, προπύργιου - ή κρησφύγετου - μιας ομάδας λαμπρών επιστημόνων που όμως έχουν γίνει όλοι άφαντοι. Είσαι εξόριστος, προδομένος μα και προδότης. Πάσχεις από μια απροσδιόριστη, θανάσιμη μολυσματική ασθένεια, της οποίας τη θεραπεία πρέπει να ανακαλύψεις για να γιατρευτείς και ο ίδιος πριν φύγεις από το νησί. Και το όνομά σου είναι Robert Hughes.

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Lethe's Betrayal & Lethe's Betrayal Nocturnes (2017)

Ζοφερά νανουρίσματα της λησμονιάς

Η Λήθη στην ελληνική μυθολογία ήταν ένα από τα πέντε ποτάμια του Άδη, εκείνο που χάριζε αιώνια λησμονιά σε όποιον έπινε απ' τα νερά του. Όχι σπάνια, η λήθη, ταυτόσημη του θανάτου, θεωρείται ανακούφιση απ' το φορτίο της μνήμης - δεν είναι ωστόσο ανάγκη να πεθάνει κανείς για να ξεχάσει. Η εθελούσια επιλογή της λησμονιάς ενάντια στην οδύνη των αναμνήσεων είναι ίσως ένας τρόπος αντιμετώπισης του πένθους, αλλά και των λιγότερο δυσβάστακτων προβλημάτων της καθημερινότητας. Δεν αποτελεί πάντως απαραίτητα και εγγυημένη λύση...

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Apple Tree Yard (2017)

Η αποκτήνωση του φόβου

Αρκετά καλοφτιαγμένο υβρίδιο ψυχολογικού thriller και δικαστικού δράματος σε παραγωγή του BBC, βασισμένο στο ομότιτλο πολυσέλιδο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας (καταγωγής Ρομά) δημοσιογράφου Louise Doughty. Τα τέσσερα ωριαία επεισόδια της μίνι σειράς (σε σενάριο της συγγραφέα μαζί με την Amanda Coe και σκηνοθεσία της Jessica Hobbs) κυλούν με μάλλον άστατο ρυθμό, πότε στριμώχνοντας πεντακόσια πράγματα μέσα σε λίγα λεπτά δράσης και πότε δοκιμάζοντας την αντίσταση του θεατή στα θέλγητρα του... Μορφέα με μακρόσυρτα πλάνα άδειων διαδρόμων και βουβών βλεμμάτων χαμένων στο κενό. Έχει ωστόσο το ενδιαφέρον της και δεν σε αφήνει να την παρατήσεις στη μέση, εν μέρει επίσης χάρη στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Emily Watson (Κόκκινος Δράκος, Πορτοκάλια στον Ήλιο), Ben Chaplin (Dorian Gray, Mad Dogs) και Mark Bonnar (Jeckyl & Hyde, Shetland). Διακεκριμένη μεσήλιξ πανεπιστημιακός ονόματι Yvonne Carmichael (Watson) με καλοπροαίρετο, πλην επιρρεπή στα εκτός γάμου "ξινά" σύζυγο (Bonnar) συνάπτει ευκαιριακή σχέση με ωραίο αινιγματικό άγνωστο (Chaplin), η οποία όμως παίρνει συνταρακτική τροπή όταν η Yvonne πέφτει θύμα βιασμού και συστηματικής παρενόχλησης από λιγούρη κρυπτοψυχάκια συνάδελφό της (Steven Elder) και ο μυστικοπαθής εραστής της, που ως τα μισά του τρίτου επεισοδίου εκείνη και εμείς τον ξέρουμε μονάχα ως "X", αναλαμβάνει να "καθαρίσει"... Το ότι οι κακοποιημένες γυναίκες συχνά τυχαίνει να αντιμετωπίζονται απάνθρωπα από την κοινωνία και (ειρωνικά) τη δικαιοσύνη δεν παύει βέβαια να είναι μια θλιβερά επαίσχυντη αλήθεια, όπως και το ότι οι δικηγόροι καταφεύγουν στα πιο ποταπά μέσα προκειμένου να κερδίσουν μια υπόθεση. Από κει και πέρα όμως, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε όντως να γίνει δεκτή στο δικαστήριο μια αφελέστατη έως εξωφρενική σειρά ισχυρισμών υπέρ ή εναντίον ενός προσώπου. Φτάνεις μάλιστα στο σημείο να αγανακτείς όχι τόσο με την αδικία εις βάρος της ηρωίδας, όσο με τις ασύστολες μπαρούφες που αμολάνε αβέρτα οι εκπρόσωποι της κάθε πλευράς - και να απορείς πώς οι έρμοι οι ένορκοι δεν κατέληξαν ομαδικά στο τρελάδικο. Το εσκεμμένα (φαντάζομαι) "ανοιχτό" φινάλε δείχνει κάπως αδύναμο αμέσως μετά τις γεμάτες ένταση σκηνές της δίκης, επισφραγίζοντας με τη διφορούμενη ανατροπή (;) του τη γενική αίσθηση "ξενερώματος". Ίσως ένα επεισόδιο λιγότερο θα βοηθούσε την πλοκή να βρει εξαρχής τις ισορροπίες και το δρόμο της, δίχως να παραπαίει αδιάκοπα μεταξύ αμήχανου σασπένς και μιας ελαφρώς εξυπνακίστικης αυτοϋπονομευτικής διάθεσης. Ο ρόλος του Ben Chaplin, το "κλειδί" όλης της ιστορίας, τελικά αποδεικνύεται ο πιο προχειρογραμμένος και αδύναμος (αν όχι αθέλητα κωμικός), σχεδόν χαραμίζοντας τον πολύ καλό ηθοποιό αντί να προβάλλει και να αξιοποιεί το φανερά "ψαγμένο" παίξιμο και τη σκοτεινά αντισυμβατική γοητεία του.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Pacific Standard Time (2016)

Μακροβούτι στα ρηχά

Ας την πούμε ενδιαφέρουσα, ωραία γυρισμένη αστυνομική ταινιούλα (στις αίθουσες προβλήθηκε με τον κατά τη γνώμη μου αρκετά πιο αβανταδόρικο, πολανσκικό - όπως και το προφανώς επιδιωκόμενο κλίμα του φιλμ - εναλλακτικό τίτλο Blood on the Water), που δυστυχώς, παρά τις μάλλον μεγαλεπήβολες προθέσεις της, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τη συμπαθή μετριότητα. Νεαρό ζεύγος επίδοξων γιάπηδων, ο Percy (Alex Russell) και η Veronica (Willa Holland), περνούν τις καλοκαιρινές διακοπές των ονείρων τους σε δανεική βίλα πλούσιων γνωστών τους, όταν δέχονται αιφνιδιαστικά επίσκεψη από τον παλιό τους φίλο και συμφοιτητή, εξαιρετικά ευφυή και ελκυστικό Freedgood (Miguel Gomez), ο οποίος έχει στο μεταξύ ανακατευτεί με τον υπόκοσμο και καταζητείται. Η φορτική επιμονή του Freedgood να μπλέξει και τον Percy στις παλιοδουλιές του όσο και να αναθερμάνει το δικό του ατυχές ειδύλλιο με τη Veronica προκαλεί επικίνδυνες εντάσεις ανάμεσα στους τρεις τους, ώσπου ο Percy και η Veronica αναγκάζονται να σκαρφιστούν μια αβυσσαλέα πλεκτάνη προκειμένου να τον ξεφορτωθούν... Τι κρίμα που η πολλά υποσχόμενη αυτή ιδέα δεν αναπτύχθηκε σεναριακά ούτε σκηνοθετήθηκε (από τους "ολιγογράφους" ντοκιμαντερίστες αδελφούς Ben & Orson Cummings) με το αρμόζον σθένος ώστε να πείσει για τη στερεότητά της, παρά αναλώνεται σε εξεζητημένα τεχνάσματα που μάταια πασχίζουν να αναπληρώσουν τα χαώδη κενά της πλοκής. Η "σοκαριστικά" ανατρεπτική (a la Συνήθεις Ύποπτοι) αποκάλυψη του φινάλε πιο πολύ μπουρδουκλώνει παρά ξεκαθαρίζει την υπόθεση, καθώς ο "δαιμόνιος" αστυνομικός (David S. Lee) που βρίσκει τη λύση της μέσα από ένα εφετζίδικα μονταρισμένο flash back έχει παίξει σ' όλη τη διάρκεια του έργου έναν από τους πιο ακατανόητους κινηματογραφικούς ρόλους που γράφτηκαν ποτέ. Για το αλλοπρόσαλλο αποτέλεσμα φταίει ίσως ακόμα το ότι η μόνη που δείχνει να έχει πάρει στα σοβαρά το θέμα είναι η Holland (Legion, Gossip Girl), ενώ οι άντρες ηθοποιοί μοιάζουν λες και συμμετέχουν με μισή καρδιά σε σχολική φάρσα. Καλά που η όμορφη φωτογραφία του Michael Alden Lloyd (Envisioning Home, Blood Is Blood) και το soundtrack των Newton Brothers (Ο Καθρέφτης της Κολάσεως, Chasing Life) ευπρεπίζουν κάπως το σύνολο.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Black Widows (2016)

Μία για όλες & όλες για μία

Τρεις κολλητές φίλες, η Darcy (Jordan Elizabeth), η Nora (Brigitte Graham) και η Olivia (Shelby Kocee) - που θυμίζουν χιουμοριστικά τους Τρεις Σωματοφύλακες - αποφασίζουν να εκδικηθούν τον διεστραμμένο "επαγγελματία γόη" (Jake Brown) που κακοποίησε την πρώτη, σκαρώνοντάς του ένα αθώο, μάλλον παιδιάστικο χουνέρι για να τον κάνουν απλώς ρεζίλι. Όμως τα πράγματα (φυσικά) δεν εξελίσσονται ακριβώς σύμφωνα με το σχέδιο... Απρόσμενα χαριτωμένη, ανεξάρτητη μαύρη κομεντί με παντελώς άγνωστους συντελεστές, οι οποίοι ωστόσο πρέπει να την καταβρήκαν ασχολούμενοι με το εγχείρημα, αν κρίνουμε από τη δαιμονισμένη αλεγρία και τσαχπινιά που βγάζει το αποτέλεσμα στο σύνολό του. Σχεδόν απ' το τίποτα, η ηθοποιός μικρών ρόλων και μια εκ των πρωταγωνιστριών του φιλμ Jordan Elizabeth (Glee, The Sunday Night Slaughter) στο σενάριο και η... αρχαία τηλεοπτική "λίγο απ' όλα" Venita Ozols-Graham (The Dukes of Hazzard, Alien Nation) στη σκηνοθεσία δημιουργούν μια "κοριτσίστικη" ταινία που παίζει ανερυθρίαστα με τα κλισέ τόσο του "σοβαρού" όσο και του cult σινεμά, καταφέρνοντας τελικά να τα γυρίσει υπέρ της. Όμορφα χρώματα, φωτεινά εκφραστικά πρόσωπα και άψογος δραματουργικός και σκηνοθετικός ρυθμός αποζημιώνουν με τόκο για τα όποια επιμέρους ελαττωματάκια. Από τα έργα που χωρίς να είναι ούτε να παριστάνουν τίποτα το πολύ σπουδαίο, σου φτιάχνουν τη διάθεση με την αβίαστη φινέτσα και τον κεφάτο αυτοσαρκασμό τους. Η μουσική επένδυση (του βετεράνου παραγωγού των Ramones και των Talking Heads, Ed Stasium) αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Never Look Back - Demo (2016)

Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ' τον εαυτό του

Αξιέπαινη παρθενική απόπειρα βιντεοπαιχνιδιού από την ανεξάρτητη ουκρανική Don't Panic Arts, αποτελούμενη από μόλις τέσσερις νεαρούς προγραμματιστές που εναποθέτουν τις ελπίδες τους για περαιτέρω ανάπτυξη του project στον... πατριωτισμό τυχόν ενδιαφερομένων (βλ. KickStarter). Μακάρι να τα καταφέρουν, καθώς μια πρώτη επαφή με το παιχνιδάκι τους μέσω του δεκαπεντάλεπτου και κάτι demo (διαθέσιμου από την ιστοσελίδα τους σε αγγλική και ρωσική γλώσσα) υπόσχεται αρκετά. Ο πρωταγωνιστής, ονόματι Mark, βρίσκεται αίφνης και ανεξήγητα παγιδευμένος μέσα σε μια εμφανώς εγκαταλελειμμένη βίλα, την οποία πρέπει να εξερευνήσει ώστε να βρει όχι μόνο τα αντικείμενα που θα τον βοηθήσουν να δραπετεύσει, αλλά και στοιχεία για το τι μπορεί να του έχει συμβεί. Κατά τα λεγόμενα των δημιουργών, ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή περιπέτεια απόδρασης: κάθε δωμάτιο του σπιτιού κρύβει μια ολόκληρη ιστορία και διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα κλιμακούμενης αγωνίας και αβεβαιότητας. Σκονισμένοι καθρέφτες, φθαρμένα κάδρα, φώτα που αναβοσβήνουν μόνα τους, αιματοβαμμένα προειδοποιητικά σημειώματα και σκιαχτερά υπόγεια υποδέχονται τον έντρομο ήρωα και τον οδηγούν σε χώρους και καταστάσεις που δοκιμάζουν τόσο τη λογική του, όσο και τις ψυχικές του αντοχές. Δεν λείπουν βεβαίως οι αναφορές στον Lovecraft και τη γοτθική λογοτεχνία γενικότερα, όπως και τα κλεισίματα του ματιού σε ταινίες και παιχνίδια συγγενούς θεματολογίας. Η χρήση pixel art (με τη φιλική προς τη φορητότητα μηχανή της Unity) κατανοώ φυσικά ότι είναι οικονομικά προσιτή και βολική για αρχάριους και/ή αυτοχρηματοδοτούμενους σχεδιαστές βιντεοπαιχνιδιών, παρουσιάζει όμως το μειονέκτημα ότι σε κάποιες περιπτώσεις (ιδίως αν οι υφές περιβάλλοντος είναι πολύχρωμες ή "φορτωμένες") ο παίκτης δεν βλέπει σχεδόν τίποτα και αναγκάζεται να πηγαίνει μαντεύοντας. Παρ' όλα αυτά, η κεντρική ιδέα παραμένει ελκυστική για τους φίλους του είδους, ενώ το θεσπέσιο soundtrack (από τον Αμερικανό μάγο των πλήκτρων και ήδη βετεράνο στη δωρεάν διάθεση πρωτότυπης μουσικής Kevin MacLeod) και μόνο αποτελεί σοβαρότατο λόγο απόκτησης του τελικού προϊόντος. Καλή επιτυχία λοιπόν στα παιδιά και συγχαρητήρια για την τόλμη και το μεράκι τους - πράγματα όχι ακριβώς αυτονόητα τώρα πια.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Oyevitne - Eyewitness (2014)

Μυστικά και ψέματα επί μυστικών και ψεμάτων

Δυο νεαροί φίλοι, ο Philip (Axel Boyum) και ο Henning (Odin Waage) γίνονται μάρτυρες ενός αποτρόπαιου φονικού. Ο φόβος για αντίποινα από τον αδίστακτο δράστη τους εμποδίζει να το καταγγείλουν - αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό μυστικό που πρέπει με κάθε θυσία να φυλάξουν... Καλογυρισμένο τηλεοπτικό thriller έξι ωριαίων επεισοδίων, από τους Νορβηγούς Jarl Emsell Larsen (ιδέα & σενάριο) και Kathrine Valen Zeiner (σκηνοθεσία), του οποίου η φετινή αμερικανική βερσιόν έχει ήδη αρχίσει να προβάλλεται, καθιστώντας τις όποιες συγκρίσεις αναπόφευκτες. Αμόλυντη προς το παρόν απ' την υπερατλαντική μάστιγα της πολιτικής ορθότητας, η σκανδιναβική τηλεοπτική και κινηματογραφική παραγωγή δεν δειλιάζει μπροστά στην αμείλικτα ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης τραγικωμωδίας σε κάθε πεδίο έκφανσής της. Ο καθημερινός εφιάλτης των δυο παιδιών που έχουν επωμιστεί δυσβάστακτο για την ηλικία τους φορτίο ξεδιπλώνεται με όλη τη μελοδραματική υπερβολή και τα χαώδη σκαμπανεβάσματα της εφηβικής ψυχοσύνθεσης. Ο γλυκός και πολυτάλαντος Boyum (Ingen Grunn til Panikk, Black Widows) ενσαρκώνει σπαρακτικά τον εύθραυστο, "προβληματικό" λόγω συνθηκών και περιθωριοποιημένο Philip - "αγνώστου πατρός" και ναρκομανούς μητρός (Cecilie A. Mosli), πρόσφατα υιοθετημένο από την αδέκαστη αστυνόμο Helen Sikkeland (υπέροχη η Anneke von der Lippe) και τον ψυχοπονιάρη αγρότη σύζυγό της, Sven (Bjorn Skagestad) - απέναντι στον εξωτερικά ψυχρό, αθλητικό και δημοφιλή στους συμμαθητές του Henning του Waage (Hvaler, Svartsjon). Και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί βέβαια είναι ένας κι ένας στους ρόλους τους, ζωντανεύοντας με πάθος και αληθοφάνεια μια πλοκή που αργεί λίγο να πάρει μπρος και συχνά "σκοντάφτει" κάπως άγαρμπα (εδώ οφείλω με μισή καρδιά να παραδεχτώ πως αν δεν είχα παρακολουθήσει τον "πιλότο" της αμερικανικής εκδοχής πριν το νορβηγικό πρωτότυπο, ίσως θα είχα δυσκολευτεί να βγάλω άκρη απ' την υπόθεση: μ' όλη του την αναμενόμενη επεξηγηματικότητα και το πολιτικά ορθό "λουστράρισμα", το remake δείχνει πιο "ξεσκαρταρισμένο" και στέρεα ανεπτυγμένο από δραματουργική άποψη), βαθμιαία ωστόσο κερδίζει και απορροφά το θεατή. Για μια ακόμα φορά, δεν μπόρεσα να μη διαπιστώσω την έντονη έως οργανική παρουσία των μηχανόβιων συμμοριών σε σκανδιναβικό έργο - οι οποίες φαίνεται πως στις χώρες αυτές είναι κράτος εν κράτει, με δικό τους κώδικα δικαιοσύνης και τιμής που αγνοεί, αν όχι υπερβαίνει την έννομη τάξη. Η ελαφρώς... κομπογιαννίτικη ανατροπή του φινάλε σχεδόν συγχωρείται, καθώς το βάρος πέφτει μάλλον στις διαπροσωπικές συνέπειες της εγκληματικής πράξης παρά στην εξιχνίαση και τα κίνητρά της. Ξεχωριστή μνεία για έναν απ' τους πιο ελκυστικούς "κακούς" που έδειξε ποτέ η οθόνη, τον επιβλητικότατο λόγω εμφάνισης όσο και αναστήματος Per Kjerstad (Hotel Caesar, Erobreren), όπως και στην ταιριαστά δύσθυμη, "κλειστοφοβική" φωτογραφία του ειδικευμένου κυρίως σε ντοκιμαντέρ Lars Vestergaard (Unit One, Millionaire Motors).

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Η Μεγάλη Αγρυπνία (1975)

Μαύρο τραγούδι ποιος θα πει;

Μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα Ελληνίδες συνθέτριες ορχηστρικής μουσικής και από τις ακόμα λιγότερες που ειδικεύονται στη μουσική επένδυση θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης (μια εκ των οποίων υπήρξε η τραγωδός Κατίνα Παξινού), η παραγωγικότατη και διεθνώς αναγνωρισμένη Ελένη Καραΐνδρου ξεκίνησε την καριέρα της με το ψευδώνυμο Ελένη Καρρά, γράφοντας τραγούδια για τη Δήμητρα Γαλάνη (1969), τον Μανώλη Μητσιά (1970) και τη Νάνα Μούσχουρη (1971-72) και στη συνέχεια (1972-73), με το πλήρες της πλέον επώνυμο, για τη Μαρία Φαραντούρη, αυτοεξόριστη τότε στο Λονδίνο λόγω δικτατορίας. Με τη ρωμαλέα contralto φωνή της τελευταίας (ηχογραφημένη στα θρυλικά Apple Studios), στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου) και εξώφυλλο του Γιάννη Τσαρούχη, Η Μεγάλη Αγρυπνία της Καραΐνδρου κυκλοφόρησε το 1975, δυο χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Άλμπουμ εξαιρετικής ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας, για λόγους πέρα από την προφανή του τοποθέτηση απέναντι στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα - με πρώτο και κύριο το ότι μια γυναίκα (και μάλιστα νεότατη) διεκδικούσε δυναμικά τη θέση της στον "έντεχνο" μουσικό όσο και στον "αντιστασιακό" χώρο, που ανδροκρατούνταν και σχεδόν μονοπωλούνταν από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Του οποίου την επίδραση ομολογώ ότι μου φάνηκε πως διέκρινα στο πρώτο άκουσμα της Μεγάλης Αγρυπνίας, για να αντιληφθώ λίγο αργότερα την πλάνη μου. Διότι μια προσεκτική δεύτερη ακρόαση μου αποκάλυψε το διακριτικά περίτεχνο, ευπρόσδεκτα πολυσυλλεκτικό αμάλγαμα υφών και ηχοχρωμάτων στις μελωδίες και την τολμηρή ιδιαιτερότητα της ενορχήστρωσης, που δυστυχώς συνθλίβονταν από τον ασυμμάζευτο όγκο, την ισοπεδωτικά δεσπόζουσα υφή και την ανηλεώς ακατέβατη ένταση της φωνής. Η Φαραντούρη είναι αναντίρρητα μοναδική στο είδος της ερμηνεύτρια, της οποίας η άκρως ιδιάζουσα "ηρωική" χροιά συνδέθηκε άρρηκτα με το ελληνικό "τραγούδι διαμαρτυρίας". Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το ότι οι στίχοι σχολίαζαν έμμεσα την κατάσταση της χώρας δεν σήμαινε πως έπρεπε σώνει και καλά να τους βροντοφωνάζει. Το "έμμεσα", δηλαδή η ουσία και ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης αυτού του κύκλου τραγουδιών, πήγε περίπατο μαζί με τα κρυπτικά νοηματικά παιχνίδια, τις λογοτεχνικές αναφορές (από τα χτυπητά παραδείγματα, η παράφραση της Αγνώριστης του Σολωμού στο Μην το Ξυπνάτε ή του Άξιον Εστί του Ελύτη στα Χαίρε, με την εμφανώς εσκεμμένη μουσική παραπομπή στον Θεοδωράκη και τη βυζαντινή υμνογραφία) και την υπόγεια, μελαγχολική σάτιρα του Μύρη - μια πιο εγκεφαλική και αφαιρετικά εκλεπτυσμένη απάντηση στην απροκάλυπτα στρατευμένη, καθαρόαιμα αγωνιστική τραγουδοποιία της εποχής. Μια προηγούμενη εκδοχή του ανατριχιαστικού Αντινανουρίσματος από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη (που ακούγεται σε ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με θέμα την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το οποίο ωστόσο ουδέποτε προβλήθηκε) και την Καραΐνδρου αυτοπροσώπως στο πιάνο, υποψιάζει για το πώς θα ήταν ίσως το άλμπουμ με μια πιο ήπια και εκφραστικά ευέλικτη φωνή - στο στυλ της Καγιαλόγλου, ας πούμε.