Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

The Alienist (2018)

Vintage εγκληματολογία και "πλατωνικό τρίγωνο"

"Alienists" ονομάζονταν πριν τα μισά του 20ού αιώνα οι ψυχίατροι και συγκεκριμένα, όσοι συνεργάζονταν με την αστυνομία για τη διάγνωση ψυχικών διαταραχών σε εγκληματίες. Ο όρος, δανεισμένος από τον προγενέστερο γαλλικό "alieniste", προέρχεται από τη λατινική λέξη "alienus" (ξένος), λόγω της τότε επικρατούσας πεποίθησης ότι η ψυχασθένεια αποξενώνει τον πάσχοντα από την ανθρώπινη φύση του. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα (1994) του Νεοϋορκέζου συγγραφέα και μελετητή της στρατιωτικής ιστορίας Caleb Carr, η φετινή τηλεοπτική σειρά του καλωδιακού καναλιού TNT εξερευνά το εμβρυϊκό στάδιο της επιστήμης του forensic profiling (ανάλυσης χαρακτηριστικών) στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου οι διεθνείς κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις απαιτούσαν όλο και πιο πιεστικά την επανεξέταση των αντιλήψεων για την εγκληματικότητα, τους αυτουργούς, καθώς και την αντιμετώπισή της. Συνδυάζοντας με επιτυχία ιστορικά και φανταστικά στοιχεία, τόσο το βιβλίο όσο και η (αρκετά πιστή) οπτικοποίησή του - σε παραγωγή και σενάριο, μάλιστα (μεταξύ άλλων), του γνωστού από την πρώτη σεζόν του πολυσυζητημένου True Detective, Cary Fukunaga (Sin Nombre, Jane Eyre) - αναπλάθουν με ευσυνειδησία και ζωντάνια την εποχή και τα ήθη της, χωρίς να φοβούνται την αληθοφανή περιγραφή των ακραίων δυσμενών συνθηκών της και περιορίζοντας τον (αναγκαστικό, πλέον, για τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας) πολιτικά ορθό αναθεωρητισμό στο ελάχιστο δυνατόν, ώστε να μη διακυβεύεται η πραγματολογική ακρίβεια. Κύρια πρόσωπα του δράματος, ο ιδιοφυής Γερμανός ψυχαναλυτής Laszlo Kreizler (Daniel Bruhl), του οποίου οι ριζοσπαστικές θεωρίες και μέθοδοι προσελκύουν το θαυμασμό και το φθόνο των συναδέλφων του αλλά και την έχθρα του κατεστημένου, ο ευαίσθητος και γοητευτικός εικονογράφος εφημερίδων - το αντίστοιχο ενός σημερινού φωτορεπόρτερ - John Moore (Luke Evans) και η πρώτη γυναίκα γραμματέας του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της Νέας Υόρκης, πεισματάρα και φιλόδοξη Sara Howard (Dakota Fanning), οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο με πεδίο δράσης έναν "ειδικό" οίκο ανοχής που απασχολεί νεαρούς άντρες και ανήλικα αγόρια. Στο πλευρό τους, οι δαιμόνιοι και προοδευτικοί ιατροδικαστές Marcus (Douglas Smith) & Lucius (Matthew Shear) Isaacson, όπως και ο νέος αστυνομικός διοικητής και μέλλων λαμπρός πολιτικός Theodore Roosevelt (Brian Geraghty), ενώ ο διεφθαρμένος πυρήνας της αστυνομίας και ο υπόκοσμος, που εξακολουθούν να ωφελούνται από την κοινωνική σήψη, εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον άξεστο, μέθυσο υπαστυνόμο Connor (David Wilmot), τον άπληστο και συμπλεγματικό τέως αστυνομικό υποδιευθυντή Thomas Byrnes (Ted Levine) και τους συνεταίρους γκάνγκστερ και μαστροπούς Paul Kelly (Antonio Magro) & Biff Ellison (Falk Hentschel). Όσο και αν αποφεύγεται επιμελώς η εύκολη λύση ενός ερωτικού τριγώνου ανάμεσα στους όμορφους και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, οι μεταξύ τους συναισθηματικές εντάσεις αποδίδονται με μαεστρία και πάθος, οδηγώντας σε κορυφώσεις και συγκρούσεις των οποίων τη σκόνη θα έτρωγε και η πιο τολμηρή αισθησιακή σκηνή. Αν η αρχή του πρώτου επεισοδίου φαίνεται κάπως αργή ή αμήχανη, μην αποθαρρυνθείτε - η συνέχεια θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω. Προσέξτε επίσης τα cameos έκπληξη βετεράνων ηθοποιών σε βοηθητικούς ρόλους.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Hidden City - Mystery of Shadows (2017)

Κυνήγι αόρατων αντικειμένων

Η σουηδική εταιρία G5 Games ειδικεύεται στα παιχνίδια που βασίζονται στο λεγόμενο "κυνήγι κρυφών αντικειμένων" (hidden object hunt) και λόγω του πολύ απλού χειρισμού τους προσφέρονται τόσο για υπολογιστές, όσο και για οποιαδήποτε φορητή συσκευή με οθόνη αφής. Η Κρυμμένη Πόλη (Hidden City - Hidden Object Adventure) πρωτοκυκλοφόρησε το 2014 και από τότε ανανεώνεται τακτικά σε τεχνικά χαρακτηριστικά αλλά και σε θέματα. Το χειμώνα του 2017 και εν όψει των Χριστουγέννων, οι παίκτες είχαν την ευκαιρία να αναλάβουν μια ειδική "υπο-αποστολή" με τον τίτλο Mystery of Shadows, στην οποία έπρεπε να εξιχνιάσουν την αιφνίδια εξαφάνιση του κολλητού τους και συγχρόνως να ελευθερώσουν μια μυστηριώδη πολιτεία παραμυθένιας ομορφιάς από τις σκοτεινές δυνάμεις που την είχαν καταλάβει. Τα θεσπέσια (αν και στατικά στο μεγαλύτερο μέρος τους), ζωγραφισμένα στο χέρι γραφικά - σκηνικά και φιγούρες - με τα λαμπερά χρώματα και την εξαιρετική λεπτομέρεια στο σχεδιασμό, καθώς και το υπέροχο soundtrack, ήταν το δέλεαρ για τη δωρεάν, όπως διαφημιζόταν, μεταφόρτωση και εκκίνηση του παιχνιδιού, το οποίο ωστόσο ακολουθεί το freemium (από το "free" & "premium": δωρεάν κατά βάση, με απαιτήσεις αγοράς επιμέρους στοιχείων του) πρότυπο. Πράγμα που δεν αργεί να γίνει αισθητό μόλις η υπόθεση αρχίζει να παίρνει μπρος. Σύντομα παρουσιάζεται η ανάγκη για αναβάθμιση του "οπλοστασίου" μας, η οποία είναι σχεδόν αδύνατον να γίνει χωρίς αληθινά χρήματα. Σχεδόν, διότι εάν έχουμε τη διάθεση να περιμένουμε μερικές ώρες, κάποια από τα εφόδιά μας αναπληρώνονται από μόνα τους. Δεν είχα την υπομονή ούτε το χρόνο να τερματίσω το παιχνίδι υπό αυτές τις συνθήκες (αν και μου είπαν ότι γίνεται) κι έτσι δεν είμαι σε θέση να βγάλω διάγνωση για το σύνολό του. Όσο όμως κατάφερα να παίξω, δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω την όλο και πιο φανερή απλοϊκότητα της πλοκής και των "εχθρών", τη μάλλον κουραστική, τελικά, επαναληπτικότητα των γρίφων, το εξαρχής αγχογόνο και διαρκώς αυξανόμενο πλήθος των εκκρεμών "αποστολών" και την παράδοξη αντίληψη της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους του σεναριογράφου. Ψάχνεις, ας πούμε, για ένα φανάρι (lantern), το οποίο στην πράξη μπορεί να είναι ένα... κερί ή ένας φακός μπαταρίας (!) - πέρα από το ότι ορισμένα αντικείμενα είναι τόσο καλά κρυμμένα που κυριολεκτικά δεν διακρίνονται με γυμνό μάτι. Κάτι άλλο που με προβλημάτισε είναι το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα παιχνίδια της συγκεκριμένης εταιρίας: παραείναι προσχηματικά για τους ενήλικες ή ακόμα και τους εφήβους, μα και δαπανηρά (το ελάχιστο ποσό που χρειάζεται για έναν "φυσιολογικό" ρυθμό παιξίματος, με τα βασικά μόνο "ατού" και χωρίς τις πολύωρες αναμονές, ανέρχεται σε μερικές δεκάδες ευρώ το μήνα) για τα παιδιά, που δεν έχουν έτσι κι αλλιώς τη δυνατότητα να πληρώνουν κατά βούληση μέσω διαδικτύου. Η Κρυμμένη Πόλη είναι μια καλή ιδέα με εκθαμβωτικό περιτύλιγμα (συνοδεύεται μάλιστα και από ομότιτλη σειρά πέντε ως τώρα βιβλίων της φιλολόγου και σχεδιάστριας Kyra Wheatley, αλληλένδετων με το θέμα όπως και με την εξέλιξη του παιχνιδιού), αλλά χωρίς πραγματικό "ζουμί" - εκτός και αν λογαριάσουμε το έντεχνο "ξεζούμισμα" των παικτών με την υπόσχεση δώρων και επιπλέον προνομίων.

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

The Room Two (2016)

Πανδαισία γρίφων "δωματίου"

Ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του ευπώλητου, βραβευμένου προκατόχου του, The Room (Το Δωμάτιο, 2012) - ενός πανέμορφου εικαστικά παιχνιδιού που απαρτιζόταν αποκλειστικά από αλληλένδετους και μη γρίφους - το Room Two της μικρής ανεξάρτητης βρετανικής εταιρίας Fireproof Studios συνεχίζει την ίδια "παράδοση", τη φορά αυτή με μια υποτυπώδη πλοκή να ξεδιπλώνεται παράλληλα με τα επίπεδα δυσκολίας. Έχουμε και πάλι στη διάθεσή μας τον περίφημο φακό υπεριωδών ακτίνων που μας επιτρέπει να διακρίνουμε στοιχεία αόρατα στο γυμνό μάτι, τώρα όμως με ένα δυο επιπλέον βοηθητικά εξαρτήματα. Η λογική των γρίφων είναι σε γενικές γραμμές οικεία σε όσους έχουν ασχοληθεί με το πρώτο παιχνίδι της σειράς, αν και εδώ μπορούμε να κινηθούμε ελεύθερα μέσα στον κάθε χώρο και να τον εξερευνήσουμε σχολαστικά, αντί να μένουμε καθηλωμένοι σε ένα μόνο σημείο του - ως και βάρκα μας δίνεται η ευκαιρία να οδηγήσουμε! - πράγμα που για τους μανιώδεις των γρίφων, περιπλέκει ευπρόσδεκτα την κατάσταση. Η κυριότερη, ωστόσο, διαφορά έγκειται στην ευφάνταστα παράδοξη και τραγική συγχρόνως ιστορία που αποκαλύπτεται στην πορεία και της οποίας μια εμβρυϊκή ακόμα ιδέα είχαμε πάρει στο προηγούμενο παιχνίδι. Το μόνο ουσιαστικό πρόβλημα που εντόπισα ήταν ότι ενώ σε ορισμένους γρίφους η μέθοδος λύσης είναι προφανής, η "κάμερα" πρέπει να τοποθετηθεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο για να ενεργοποιηθούν οι εντολές του κέρσορα. Τόσο συγκεκριμένο, μάλιστα, ώστε δημιουργείται (εσφαλμένα) η εντύπωση ότι έχει "κολλήσει" η οθόνη και μπορεί κανείς να απογοητευτεί και να τα παρατήσει. Κατά τα άλλα, το Room Two δεν παύει να είναι μια θαυμάσια, απολαυστική οπτικά και ακουστικά πνευματική άσκηση που προτείνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του είδους και όχι μόνο. Με χαρά και αγωνία αναμένουμε την έκδοση για υπολογιστές του τρίτου (που έχει ήδη κυκλοφορήσει για κονσόλες και κινητά) και του τέταρτου (με τον "γαργαλιστικό" υπότιτλο Old Sins) "επεισοδίου", η οποία πιθανολογείται για τα τέλη του 2018.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (28.11.17) και ΕΔΩ.

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

The Mist (2017)

Οτιδήποτε άλλο εκτός από King

Λοιπόν, κάποιος μέσα απ' τη βιομηχανία του θεάματος μισεί τον Stephen King και έχει βαλθεί να τον υπονομεύσει και να τον διασύρει παντοιοτρόπως. Μονάχα έτσι εξηγείται η κατά συρροήν, σε βαθμό κακουργήματος διαστρέβλωση πασίγνωστων και εμβληματικών του βιβλίων, σχεδόν σε κάθε διασκευή τους για τη μικρή ή μεγάλη οθόνη (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις) που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια: από το... αποστεωμένο στην κυριολεξία Bag of Bones (2011) και το ανεκδιήγητο φιάσκο του Under the Dome (2013) ως την ασυγχώρητη φετινή κινηματογραφική κακοποίηση του επικού Μαύρου Πύργου. Μα εκεί που οι προφανώς ορκισμένοι δυσφημιστές του τα έδωσαν όλα, χωρίς περίσκεψη και (κυρίως) χωρίς αιδώ, ήταν η πρόσφατη σειρά του καλωδιακού καναλιού Spike TV, βασισμένη (λέμε τώρα) στη νουβέλα The Mist, που το 2007 είχε γίνει ταινία - όχι κακή - από τον λάτρη του είδους και του King, Frank Darabont (Τελευταία Έξοδος: Rita Hayworth, Το Πράσινο Μίλι). Μια δεκαετία αργότερα, η Ομίχλη του Δανού παραγωγού Christian Torpe (Store Dromme, Laerkevej) έρχεται να ανασκευάσει κατά το πολιτικώς ορθότερον την καθαρόαιμη αυτή ιστορία φανταστικού τρόμου, ανακατεύοντας ό,τι εξόφθαλμο κλισέ βάζει ο νους σε μια απερίγραπτη τηλεοπτική "σούπα" που φιλοδοξεί να είναι οχτακόσια πράγματα μαζί και τελικά δεν είναι τίποτα. Ως και το έσχατο δευτερόλεπτο, η πολυπληθής ομάδα των σεναριογράφων της δεν είχε αποφασίσει ποιο ακριβώς ήταν το συστατικό της θανατηφόρας ομίχλης, απ' την οποία, ωστόσο, γλίτωνε επιλεκτικά όποιο πρόσωπο δεν τους βόλευε να εξοντωθεί. Σμήνος από ανθρωποφάγους σκόρους; Ένας απέραντος... ταραμάς από αιμοσταγείς σκουληκαντέρες; Μεταλλαξιογόνος ανάσα άμορφου τέρατος; Λευκό "μελάνι" γιγάντιου χταποδιού της ξηράς; Αφήνω πια τα οικογενειακά, ερωτικά, ταξικά και άλλα συναφή δράματα που εκτυλίσσονταν στο προσκήνιο, προκαλώντας άθελά τους το γέλιο αντί της επιδιωκόμενης συγκίνησης ή αποτροπιασμού, για να κορυφωθούν σε μια "ανατροπή" (ή μάλλον, σειρά "ανατροπών") που απ' την αρχή κιόλας έβγαζε μάτι. Και οι φάτσες... οι φάτσες! Λες και η κακομουτσουνιά όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών ήταν προϋπόθεση της ακρόασης για τους ρόλους τους - ώρες ώρες νόμιζες ότι παρακολουθούσες φτηνό κακέκτυπο του American Horror Story. Γι' αυτό δεν έφταιγαν βέβαια οι ίδιοι οι άνθρωποι και υπό διαφορετικές συνθήκες, θα αποτελούσε ίσως σκηνοθετικό ατού. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, υπερτονίζει την αίσθηση thriller της πλάκας που αφήνει γενικά η σειρά: δεν του πάει καθόλου του King η (ψευδο)νεορεαλιστική ατημελησία του λεγόμενου "Scandi-noir". Και η παραμικρή διατάραξη της σχολαστικά ζυγισμένης μυθοπλαστικής του ισορροπίας είναι ικανή να φέρει τον όλεθρο - όπως κι εδώ, για πολλοστή φορά, συνέβη.

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Oracle (2017)

Ο χρησμός επτασφράγιστος

Ο τίτλος του παιχνιδιού ("μαντείο" στα Αγγλικά) προϊδεάζει πιθανώς για κάτι προς το μεταφυσικότερον, ενώ η λαμπερή χρωματική παλέτα των τοπίων δίνει εκ πρώτης όψεως ειδυλλιακή εντύπωση. Στην ουσία, ωστόσο, πρόκειται για μια "εσωτερική", προσωπική αναδρομή η οποία βαθμηδόν παίρνει τροπή κάθε άλλο παρά "ρομαντική" ή ευφρόσυνη. Ο πρωταγωνιστής, άλλωστε - και αφηγητής της ιστορίας - δεν κάνει και πολλά εκτός απ' το να περιφέρεται αδιάκοπα και ακούραστα στις κοιλάδες, στα βουνά και στις ακρογιαλιές ενός εγκαταλελειμμένου, απροσδιόριστου γεωγραφικά νησιού, εξερευνώντας ερειπωμένα μνημεία εξίσου ακαθόριστης εποχής και τεχνοτροπίας και αναπολώντας τα στάδια της σχέσης του με τη γυναίκα που του κατέστρεψε τη ζωή. Κάθε "σταθμός" φέρνει ολοένα και εντονότερα στην επιφάνεια τη συσσωρευμένη οργή και εκδικητικότητα του ήρωα, μετουσιώνοντας την ήρεμη και ευχάριστη αρχικά περιπλάνησή του σε πικρό, σκοτεινό ταξίδι με ξεκάθαρα δυσοίωνη κατάληξη. Βασισμένο στη μηχανή της Unity, το Oracle είναι κατά κύριο λόγο ένας "προσομοιωτής βαδίσματος" (walking simulator) σχεδόν χωρίς αλληλεπίδραση του παίκτη με το εικονικό περιβάλλον του παιχνιδιού. Αναρωτιέμαι αν η παράδοξη επιλογή του προγραμματιστή (Constantin Nicorescu) να επεκτείνει τις διαδρομές ως και κάτω απ' το νερό, δίχως μάλιστα την παραμικρή ανάγκη οξυγόνου (εδώ οφείλω να επισημάνω το ποιητικά σουρεαλιστικό εφέ της συγχώνευσης ξηράς και βυθού σε έναν εξαίσιο υβριδικό βιότοπο με ολάνθιστη υποβρύχια βλάστηση που πότε πότε ξεμυτίζει απ' την επιφάνεια της θάλασσας) και να μετατρέπει τις πτώσεις από γκρεμό σε... αναίμακτο τρέξιμο κατά μήκος των κάθετων βράχων, έγινε με σκοπό να παρακαμφθούν άλλοι τεχνικοί σκόπελοι, ή εξυπηρετεί το υπόβαθρο της κεντρικής ιδέας - πάνω σ' αυτό έχω μια θεωρία, αλλά δεν θα την αναλύσω προς αποφυγήν χαλάστρας (spoiler). Οι θέσεις των καλοφτιαγμένων, αρκούντως σκιαχτερών μνημείων είναι σχετικά εύκολες στον εντοπισμό και όχι ιδιαίτερα δυσπρόσιτες (εκτός από το υπέροχα σχεδιασμένο παλιό ορυχείο και ένα δυο ακόμα σημεία που μάταια εξάπτουν την περιέργεια, αφού δεν είναι καν προσβάσιμα). Αν και εξαιτίας των ασαφειών της πλοκής (σε σενάριο της Ioana Serban) και του κάπως απότομου φινάλε, το Oracle θυμίζει μάλλον demo παρά ολοκληρωμένο project, η εμπειρία στο σύνολό της είναι ευπρόσδεκτα εμβυθιστική, αναπληρώνοντας την έλλειψη δράσης με την υποβλητικότητα των γραφικών (Alex Dumitrache & Sami Al Nayef) και του soundtrack, τη ζωντάνια της ηχητικής επένδυσης και την ωραία εκφραστική φωνή του Brynjar Gunnarsson.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ίδιο άρθρο στα Αγγλικά δημοσιεύτηκε στο προφίλ μου στον επίσημο ιστότοπο του Steam (24.8.17) και ΕΔΩ.

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

Morphopolis (2014)

Το θαυμαστό ταξίδι μιας προνύμφης

Θεσπέσιο εικαστικά point & click παιχνιδάκι εμπνευσμένο, σύμφωνα με τους κατασκευαστές του, από το "ιδιότροπα" εμβληματικό Machinarium και το συγγενές οπτικά The Tiny Bang Story (που με τη σειρά τους χρωστούν την υφολογική τους ιδιαιτερότητα στο ήδη δεκαοκταετές Sanitarium), ενώ ο τίτλος, Morphopolis (Πόλη των Μορφών), παραπέμπει στην ταινία Metropolis του Fritz Lang. Καρπός μιας τυχαίας συνάντησης που κατέληξε σε σταθερή δημιουργική συνεργασία, το πρώτο από κοινού project του προγραμματιστή Dan Walters και του αρχιτέκτονα και βραβευμένου εικονογράφου Ceri Williams έχει ως κεντρικό χαρακτήρα μια μικρή... κάμπια που πρέπει να διανύσει όλα τα στάδια της μεταμόρφωσής της σε τέλειο έντομο, βοηθώντας παράλληλα τα υπόλοιπα πλάσματα, ζωάκια και φυτά, του περιβάλλοντός της να βρουν τροφή και να ολοκληρώσουν τη δική τους ανάπτυξη. Θέμα αναπάντεχα πρωτότυπο - αν και, για ορισμένους, ίσως όχι και τόσο συναρπαστικό εκ πρώτης όψεως. Αλλά όπως πάντα στις περιπτώσεις όπου κάτι φαντάζει υπερβολικά απλό για να είναι μονάχα αυτό που δείχνει, έτσι κι εδώ αξίζει τον κόπο να παρακάμψουμε τις επιφανειακές εντυπώσεις και να "σκάψουμε" λιγάκι πιο βαθιά.